Γιώτα Κριλή, Τρίπτυχο/Triptych (Owl Publishing, Μελβούρνη 2003)

Σύμφωνα με την εκδότρια του βιβλίου Ελένη Νίκα, η συλλογή Τρίπτυχο περιλαμβάνει έργο πολλών ετών και στις δύο γλώσσες της συγγραφέα, τη μητρική της Ελληνική και την Αγγλική. Η ποιήτρια αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση μετανάστριας η οποία αν και έφθασε στην Αυστραλία σε μετασχολική ηλικία, κατάφερε να σπουδάσει και να μάθει τη γλώσσα της νέας χώρας σε βαθμό που να μπορέσει να εκφραστεί ποιητικά και σ’ αυτή, με την ίδια άνεση όπως και στη μητρική της.

Η Κριλή ανήκει σε μια μικρή ομάδα Ελλήνων συγγραφέων της πρώτης γενιάς στη διασπορά οι οποίοι γράφουν και εκδίδουν δίγλωσσα. Η δίγλωσση μορφή του έργου τους προσφέρει μια καινούργια διάσταση στην αγγλόφωνη λογοτεχνία της χώρας, εμπλουτίζοντας την πολιτισμικά και αισθητικά.

Οι τρεις ποιητικές ενότητες του Τρίπτυχου – Πάτσγουερκ/Patchwork, Θύμησες και Λάγια – εκφράζουν μια πολυποίκιλη εμπειρία ζωής. Η πρώτη ενότητα αποτελείται από ταξίδια, περιπέτειες, όνειρα, φύση, μνήμες, παρατηρήσεις, πορτραίτα. Η δεύτερη μας μεταφέρει στο παρελθόν απεικονίζοντας τη ζωή του χωριού σε όλες τις εκφάνσεις της και απαθανατίζοντας ανθρώπους και φυσικό περιβάλλον στον αιώνιο κύκλο της ζωής και της επιβίωσης. Η τρίτη μιλά για την εμπειρία της ξενιτιάς. Η ενότητα περιλαμβάνει και το θαυμάσιο αφηγηματικό ποίημα Πορτραίτο μιας γυναίκας όπου η συγγραφέας, μέσω της απεικόνισης της μητέρας της, μας μεταδίδει ολόκληρη την ιστορία της γυναίκας στην πατριαρχική κοινωνία.

Ένα από τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν την ποίηση της Κριλή είναι η ικανότητά της να εκφράζεται με εικόνες και μεταφορές, διαγράφοντας τις πολυποίκιλες εκείνες στιγμές της καθημερινότητας που φορτίζουν τη ζωή και της δίνουν ιδιαίτερο νόημα. Εκεί που αναφέρεται στα παλιά, δεν εξιδανικεύει το παρελθόν, αλλά το παρουσιάζει ως παρακαταθήκη και υπενθύμιση ότι δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Η συμβολή της δε στην απεικόνιση της γυναίκας, ως μητέρας και ως κόρης, καθιστά τα ποιήματα της πραγματικά αξιομνημόνευτα.

Λέει ο πανεπιστημιακός Βρασίδας Καραλής: «Η ποίηση της Κριλή είναι μια πράξη πίστης στην ικανότητα της φαντασίας να εξιδανικεύει την πραγματικότητα χωρίς όμως να κρύβει τις σκιές, τους φόβους, και τα μυστικά της… Τα ποιήματά της τονίζουν τη ρευστότητα της ζωής, το πέρασμα του χρόνου και εστιάζουν τη ζωτικότητα και την αισιοδοξία του οικουμενικού της οράματος για την ανθρωπιά, τη συμπόνια και την αμοιβαιότητα…  Αυτό που βαθειά μ’ εντυπωσίασε είναι η αλληλεξάρτηση των δύο κειμένων – αγγλικό και ελληνικό – … η συν-εξέλιξη της ποιητικής φαντασίας και επινοητικότητας της ποιήτριας και στις δύο γλώσσες».

Η συγγραφέας Anna Couani: «Η Θύμησες (η δεύτερη συλλογή στο Τρίπτυχο) αποτελεί ένα μαγευτικό μέρος του βιβλίου γεμάτο φωτεινές και διαυγείς εικόνες από τα παιδικά χρόνια της ποιήτριας στο χωριό…  όπου η βλάστηση της φύσης είναι άφθονη…»

Η κριτικός λογοτεχνίας και ποιήτρια Κωνσταντίνα Ντούνη: «Τα ποιήματα της Γιώτας Κριλή αρθρώνουν εκείνες τις εξαίσιες στιγμές  όπου οι αισθήσεις μας συγκλονίζονται από αγάπη».

Η ποιήτρια Αντιγόνη Κεφαλά: «Η ικανότητά της να γράφει καλά και συγκινητικά σε δύο γλώσσες είναι χάρισμα μοναδικό…  ποίηση ζωντανή και δραματική.

Η κριτικός λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός και εκδότρια Ελένη Νίκα συμπληρώνει: «Στο ποίημα Το πορτραίτο μιας γυναίκας (στην τρίτη συλλογή του βιβλίου Λάγια) η Κριλή χρησιμοποιεί τη θύμηση ώστε να τιμήσει τις εμπειρίες της μάνας της, να επασυνδέσει το παρελθόν με το παρόν και την αστική ζωή με τη ζωή στην ύπαιθρο. Η δίγλωσση γραφή της Κριλή υπονομεύει τα αυστηρά όρια που θέτουμε για τη λογοτεχνία βασισμένα σε κρατικά, εθνικά ή γλωσσικά κριτήρια…  Οτιδήποτε που προκαλεί τα επινοημένα αυτά σύνορα δεν μπορεί παρά να βοηθήσει στη διεύρυνση του πεδίου της παγκόσμιας λογοτεχνίας».

* Tο κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα Νέος Κόσμος στις 12 Φλεβάρη 2011.

 

Wandering

 

The hours rolled on without us counting them

and when everything overturned as we were playing

hide-and-seek with a moment’s fate,

we tried to avoid the city’s lights.

 

We had to keep our breathing tight,

tottering in these difficult hours,

diving in the ocean of underground glances.

 

We were grieving for the untouched pregnant wound

we were angered by the unexpected death

of a night butterfly in the harbour’s depths

we succumbed to the brains of those science experts

giving them our being as a spark

on the burned pages of our life.

 

It was cold on these bridges

under our fearful eyelids

as the night stood implacable

and crossroads of next day betrayed us.

 

Something broke on the pavement

of our inner existence

and we were left to befall nothing

as the unexpected encircled us

like a knife, it cut us in two

a chopped moon and a pale truth.

 

It was not the silence scared us

but a sound struck as a cry

of our errors who walked in a blind course

as the desperate rain

fought to compete in the broiling heat.

 

What truth can we hide

and in which boat can we board,

which remnants of our senses can we rescue

and which of our ashes can we chase away without hesitation?

 

Which narrow streets of the abyss

of our fate and youth can we follow

and which laughter should we wear

when this night’s shiver

doesn’t allow us to live

the joy of the life’s overflowing glass?

 

 

Αιωρούμαι…


Λαθραία ακούσματα

ανακαλύψεις περιορισμένες

που εξαφανίζονται αναπάντεχα

 

η περιπλάνηση μανία

συνειρμών

απώλεια

κατάδυση

σε σκοτεινές αποχρώσεις

συνεχείς κραδασμούς

 

αιωρούμαι στο σύμπαν

των μυθικών διηγήσεων

σ’ ένα μακρύ χρονικό

αναβαθμισμένης ανθρωπιάς

Παναγιώτης Λυσσιώτης, Το Πουλί, Το Καμπαναριό (Owl Publishing)


Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ
Η ποιητική αυτή συλλογή αυτή κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση στη Μελβούρνη το 2005, αφού πρώτα είχε κυκλοφορήσει σε μικρό σχήμα από τον ίδιο το συγγραφέα μόνο στην αγγλική γλώσσα. Η μετάφραση, αλλά και η εισαγωγή και επιμέλεια, οφείλονται στο Δημήτρη Βαρδουλάκη και η έκδοση στην Ελένη Νίκα.
Σύμφωνα με το μεταφραστή, το βιβλίο αυτό είναι πρωτοποριακό. Κι αυτό μπορεί κανείς να το δει από το εξώφυλλο ακόμα, όπου το μόνο που υπάρχει είναι μια φωτογραφία-μοντάζ άλλων, ενώ δεν αναγράφεται ούτε όνομα συγγραφέα ούτε και τίτλος.
Ο Παναγιώτης Λυσσιώτης είναι βασικά πειραματικός φωτογράφος που έχει συνεργαστεί κατά καιρούς με άλλους καλλιτέχνες και έχει δώσει αρκετά δείγματα της πρωτοποριακής του δουλειάς.
Πρωτοποριακή είναι και η ίδια η ποιητική του αυτή συλλογή, που είναι αποτέλεσμα παλαιών επισκέψεων και παραμονής του συγγραφέα στην Κύπρο απ’ όπου και κατάγεται, το 1973-1974 και το 1980. Η εκεί επαφή του με τόσα ξένα γι’ αυτόν στοιχεία, σε συνδυασμό με την αδυναμία της τέχνης της φωτογραφίας –μιας και ο Λυσσιώτης είναι βασικά φωτογράφος– να απεικονίσει και να δώσει ζωή στις εμπειρίες αυτές, τον οδήγησαν στη σύνθεση τόσο των λυρικών ποιημάτων όσο και των πεζών ποιημάτων που παρουσιάζονται εδώ.
Το βιβλίο αποτελείται από πέντε ενότητες. Στην πρώτη ενότητα παρουσιάζονται ποιήματα που γράφτηκαν ως αποτέλεσμα των συνθηκών που συνάντησε στην Κύπρο ο συγγραφέας, αντανακλώντας το πνεύμα της συγκεκριμένης εποχής. Η δεύτερη ενότητα αποτελείται από πεζά ποιήματα που γράφτηκαν μετά την επιστροφή του στην Αυστραλία και αποτελούν στοχασμούς του πάνω στην τέχνη του. Η τρίτη ενότητα αποτελείται από ποιήματα στα οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να ανιχνεύσει περαιτέρω τη σχέση του με τη φωτογραφική. Στην τέταρτη ενότητα παρουσιάζονται φωτογραφίες ή καλύτερα μοντάζ φωτογραφιών, με βάση κυρίως αγάλματα. Η εισχώρηση μιας τέτοιας ενότητας στην οποία δεν υπάρχει καμία λέξη αποτελεί μια προσπάθεια του συγγραφέα να μετατρέψει το κείμενο σε εικόνα δίνοντας έτσι μια άλλη πρωτοποριακή διάσταση στο βιβλίο. Στην πέμπτη και τελευταία ενότητα του βιβλίου έχουμε και πάλι πεζά ποιήματα τα οποία γράφτηκαν στη Μελβούρνη και φανερώνουν την ενεργή συμμετοχή του Λυσσιώτη στην πειραματική ποιητική και γενικότερα καλλιτεχνική σκηνή της Μελβούρνης κυρίως μέσα από τη σφόδρα πολιτικοποιημένη ποιητική ομάδα 925 η οποία κυκλοφορούσε το ομώνυμο περιοδικό. Τα πεζά ποιήματα αυτά δεν αποτελούν μερικά ακόμα ωραία δημιουργήματα αλλά πολιτικές πράξεις.
Ο Παναγιώτης Λυσσιώτης έχει εκθέσει το έργο του σε διάφορες γκαλερί, αλλά έχει επίσης καταπιαστεί με την παραγωγή βιβλίων ως μορφή τέχνης. Καρπός αυτής της πρακτικής είναι μερικά γνωστά στο αυστραλιανό κοινό βιβλία: Journey of a Wise Electron and Other Stories, (1981), Three Cheers For Civilisation (1982), Industrial Woman (1986), The Harbour Breaths (1989, σε συνεργασία με την ποιήτρια Anna Couani), Absence (1990, σε συνεργασία με την ποιήτρια Αντιγόνη Κεφαλά), και το CDs and Other Things (1995, σε συνεργασία με τον Gyorgy Scrinis).
Από εκεί και πέρα ο Λυσσιώτης έχει εκδώσει ή επιμεληθεί την έκδοση ενός μεγάλου αριθμού καλλιτεχνικών βιβλίων σε περιοσμένο αριθμό αντιτύπων, από τα οποία όλα έχουν εκδοθεί ή πρόκειται να εκδοθούν από την Masterthief Enterprises, που είναι η προσωπική εκδοτική εταιρεία του Παναγιώτη Λυσσιώτη.

Στην πραγματοποίηση του εν λόγω βιβλίου, εκτός φυσικά από τον Λυσσιώτη, την ελληνική μετάφραση, όπως είπαμε, έκανε ο Δημήτρης Βαρδουλάκης, την ελληνική μετάφραση της εισαγωγής ο Αντώνης Φουκαράκης, ενώ την πολύτιμη βοήθειά τους προσέφεραν οι Δημήτρης Τσαλουμάς και Στάθης Γκόντλετ.

* Δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης Νέος Κόσμος, το Σάββατο, 26 Φλεβάρη 2011.

Ο εγκυκλοπαιδιστής, λογοτέχνης, κριτικός και κοινωνικός αγωνιστής Νικόλαος Κονεμένος – Β’ Μέρος

Του Δημήτρη Τρωαδίτη

Δεν υπήρξε θέμα που να μην έθιξε ο Kονεμένος στα κείμενά του. Eκτός από το γλωσσικό ζήτημα και τα φιλολογικά, ασχολήθηκε εκτεταμένα με την πολιτική, το δημογραφικό πρόβλημα, το Aνατολικό Ζήτημα, το Bαλκανικό Ζήτημα, το εκπαιδευτικό, το φεμινιστικό (κυρίως με το έργο του «Οικογένεια», ήταν ένας από τους πρώτους που έθιξαν τα ζητήματα της γυναίκας από μια γενικότερη ελευθεριακή άποψη), τη δικαιοσύνη, τη θανατική ποινή, το οικολογικό (όπου και πάλι ένας από τους πρωτοπόρους) και πλείστα άλλα. Tις απόψεις του αυτές τις εξέδιδε σε αυτοτελή βιβλιαράκια ή τις δημοσίευε σε διάφορα κερκυραϊκά έντυπα. Από το εύρος των γνώσεών του, συνάγεται ότι ο Κονεμένος ήταν γνώστης των σοσιαλιστικών, αναρχικών και άλλων κινημάτων της Ευρώπης και των ιδεών τους.

Σε όλα τα άρθρα του υιοθετούσε πάντα αρκετά προχωρημένες για την εποχή του απόψεις, απόψεις ριζοσπαστικές, επαναστατικές, αποδεικνύοντας ότι ήταν πνεύμα χωρίς δεσμά και προκαταλήψεις. Ένα από τα κύρια έργα του είναι το «Kλέφτες και Φονιάδες» (που το έγραψε στα ιταλικά με τίτλο «Ladri ed omicidi» και εκδόθηκε το 1893), μιας και ήταν άριστος γνώστης και χειριστής αρκετών ξένων γλωσσών. Στο έργο αυτό είναι που, όπως γράφει και πάλι ο Κ. Πασαγιάννης, «πλατύτερα και γενικώτερα ξετυλίγει τις φιλοσοφικές αρχές του, με κάποια απόκοτα ξαφνίσματα για την κοινή παραδεδεγμένη συνήθεια και την παράδοση, – μας δείχνει πιο πολύ την αλήθεια» που είδε ο Κωστής Παλαμάς ότι στο πνεύμα και το σύστημα του Κονεμένου συναντάμε κάποια αρχική φλέβα του Νίτσε και του Λουδοβίκου Μενάρ.

Το 1901 εκδόθηκε στην Κέρκυρα ένα από τα κύρια έργα του με τίτλο «Διαθήκη» όπου έκανε λόγο, για πρώτη φορά στον τότε «ελλαδικό» χώρο, για την πιθανότητα συγκρότησης μιας κοινότητας, αποτελούμενης από περίπου 1000 ανθρώπους, στο νησάκι Bίδος της Kέρκυρας, με βάση την κοινοκτημοσύνη και την παντελή έλλειψη εξουσίας και οποιασδήποτε διαμεσολάβησης. Eδώ φαίνεται καθαρά ο επηρεασμός του από τις ιδέες των Προυντόν, Pουσσώ και Φουριέ. Την ίδια πρόταση είχε κάνει και στο «Kλέφτες και Φονιάδες». Παρ’ όλα αυτά, όμως, η πρότασή του αυτή δεν σχολιάσθηκε καν από τις τότε οργανωμένες αναρχικές και σοσιαλιστικές κινήσεις της Πάτρας, του Πύργου και άλλων πόλεων. Έγραφε ανάμεσα στα άλλα στο «Κλέφτες και φονιάδες»:«…και το συμπέρασμα είναι ότι μονάχα με την αλλαγή του συστήματος και την κατάργηση της ιδιοκτησίας θα ήταν δυνατόν να διορθωθεί και σχεδόν ριζικά, τουλάχιστον κατά τα εννέα δέκατα το κακό…»…σε τέτοια κοινωνία και σε τέτοια κυβέρνηση εγώ θα συμβούλευα να διορθωθεί εάν αυτό ήταν δυνατό. Αλλά εάν η διόρθωση δεν ήταν εφικτή, θα συμβούλευα, για οικονομία, τη διάλυση μέχρι το χρόνο κατά τον οποίο θα ήταν δυνατή η διόρθωση…»…Το βέβαιο είναι ότι οι αρχές του κομμουνισμού εξαπλώνονται κάθε μέρα με την ίδια αναλογία με την οποία εξαπλώνονται οι ανάγκες και η φτώχεια. Η επανάσταση, είναι τρομαχτική επανάσταση, δεν μπορεί να αργήσει, αυτό είναι ξεκάθαρο…»

Πέθανε στην Κέρκυρα την 1η Μαρτίου 1907.

Ο Νικόλαος Κονεμένος ήταν προδρομική μορφή μελετητή του γλωσσικού ζητήματος. Έγινε γνωστός στον ελλαδικό χώρο από τις πραγματείες του για το γλωσσικό ζήτημα, για τις οποίες ο Κρουμπάχερ αποφάνθηκε ότι αποτελούν τη «λύση του γλωσσικού ζητήματος». Μέχρι το 1904, ο Γιάννης Ψυχάρης αγνοεί την ύπαρξη των μελετών και θεωριών του Κονεμένου με τις οποίες τον φέρνει σε επαφή ο  Κρουμπάχερ, ενώ του δίνει και την αφορμή να τις μελετήσει συστηματικά.

Ο Γ. Βαλέτας, αλλά και σύγχρονοι ερευνητές και μελετητές, συμφωνούν ότι το έργο του Κονεμένου για τη γλώσσα θεωρείται πρωτοποριακό και ότι ο ίδιος αναδεικνύεται σε μεγάλο διαφωτιστή. Γιατί ο Κονεμένος συνέθεσε μια θεωρία για τη γλώσσα πολύ μπροστά από την εποχή του, μια θεωρία που δεν στηρίχθηκε μόνο στην άρνηση, αλλά και στην πρόταση. Και η συνολική του πρόταση, ως συνεχιστής των Σολωμού και Βηλαρά, υπήρξε ριζοσπαστική και πρωτότυπη και χαρακτηρίζεται από ελεύθερο πνεύμα και στοχασμό, οξύνοια, ανεξαρτησία και τόλμη. Σε κάθε θέμα της λογοτεχνίας, ο Κονεμένος, είτε με τα κείμενά του είτε με την παράθεση κριτικών και μελετών άλλων διανοουμένων της εποχής του, από την εποχή της κυκλοφορίας του «Εωσφόρου» ακόμα, έδειξε το δρόμο που έπρεπε να πάρει όχι μόνο η σοβαρή λογοτεχνία, αλλά ακόμα και η απλή στιχουργική. Ακόμα και στις μεταφράσεις αρχαίων κειμένων υπήρξε προδρομικός με τις μεταφραστικές του δοκιμές στον Πίνδαρο και τη Σαπφώ, σε μια εποχή που η μετάφραση αρχαίων θεωρείτο βεβήλωση.

Ο Κονεμένος υπήρξε καθολικό πνεύμα. Η κριτική του αγκάλιασε όλα σχεδόν τα προβλήματα της ελλαδικής κοινωνίας, κλονίζοντας, πρώτα απ’ όλα, το κάστρο του λογιοτατισμού. Ακολούθησαν διάφορα ζητήματα, το εκπαιδευτικό, το κοινωνικό, το πολιτικό, το δημογραφικό, το αλυτρωτικό, το Ανατολικό Ζήτημα, το Βαλκανικό, το φεμινιστικό και άλλα, που τα αντιμετώπισε με πρωτοφανή για την εποχή του τόλμη κριτικής και προτάσεων. Αλλά η πλέον μαχητικότερη κριτική του αφορά τα τρία μεγάλα καρκινώματα της τότε ελλαδικής σκέψης, το λογιοτατισμό, το μεαλοϊδεατισμό και το βυζαντινισμό.Η κοινωνική του κριτική έριξε, επίσης, τα φώτα της πάνω σε μερικά άλλα κοινωνικά προβλήματα της τότε ελλαδικής κοινωνίας, το γάμο, το διαζύγιο και τη σκλαβιά της γυναίκας. Κι ακόμα τη δικαιοσύνη, όντας ένας από τους πρώτους κοινωνιολόγους σε όλη τη Ευρώπη που μίλησε και επιχειρηματολόγησε εναντίον της θανατικής ποινής και για την κατάργησή της. Ο Κονεμένος ήταν άφταστος δοκιμιογράφος. Τα δοκίμιά του, λογοτεχνικής μεν μορφής, αλλά πλούσια σε παρεκβάσεις, κοινωνικά στοιχεία και προτάσεις.

Ο Κονεμένος ήταν προφητικός διαφωτιστής, που σμίλεψε τη θεωρία και προσωπικότητά του μέσα από τις κοινωνικές επαναστατικές ζυμώσεις του επτανησιακού ριζοσπαστισμού, τις επιδράσεις των ιδεών των Προυντόν, Φουριέ και άλλων καθώς και τις σοσιαλιστικές και αναρχικές απόψεις. Οι ιδέες της Κομμούνας του Παρισιού, εφόσον ήταν γνώστης και μελετητής όλων των επαναστατικών κινημάτων και ιδεολογικών ρευμάτων της εποχής του, πρέπει αν το συνεπήραν σε μεγάλο βαθμό και να συντέλεσαν και αυτές στη διαμόρφωση του κοινωνικού διαφωτιστικού του πιστεύω. Στην εποχή του και με αφετηρία τα Επτάνησα, το διαφωτιστικό κοινωνικό κίνημα της εποχής, περνάει στην Πάτρα και στις πόλεις και τα χωριά της Δυτικής Πελοποννήσου και ψάχνει να βρει διεξόδους και σε άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου.

Πέρα από τις πολιτικές του εκφράσεις, που αποτελούν οι πρώτες σοσιαλιστικές και αναρχικές ομάδες και όμιλοι, το κίνημα έχει και τη λογοτεχνική του έκφραση η οποία συνίσταται κυρίως στα πρόσωπα των Τερτσέτη, Λασκαράτου, Άβλιχου, Πανά, Βερύκιου, Βαλαωρίτη Φατσέα, Πολυλά, αρκετούς Επτανήσιους και επεκτείνεται και στην Αθήνα, μέσω του Ροίδη, του «Ραμπαγά», του Σπηλιωτάκη, μερικών δημοσιογράφων και άλλων διανοούμενων. Το κίνημα αυτό είναι καθ’ όλα αφυπνιστικό και εξεγερτικό και ένας από τους σημαντικούς του αποστόλους ο Κονεμένος.«Ό,τι ο Κονεμένος εκήρυξε ηχεί ως κήρυξις πολέμου κατά του αρχαϊσμού», λέει ο Κρουμπάχερ και έχει απόλυτο δίκιο. Γιατί ο Κονεμένος δεν είναι μόνο ο μελετητής του γλωσσικού ζητήματος, αλλά και ο λογοτέχνης, ο ποιητής, ο προδρομικός διαφωτιστής και ο αγωνιστής.Ο Κονεμένος, εκτός από την Πάτρα, έζησε στην Κέρκυρα και εκεί ήταν που δεν έπαψε να μελετά, να ερευνά και να ρίχνει φως στα κακά του κόσμου. Έζησε μακριά από την Αθήνα, μια ζωή μοναχική, ερημική, αποτραβηγμένη. Αλλά και μόνο οι γλωσσικές του μελέτες σπάζουν τον επαρχιακό απομονωτισμό και τον φέρνουν στο πανελλήνιο προσκήνιο. Λίγο πριν και μετά το θάνατό του, ελάχιστοι είναι εκείνοι μέσω των οποίων αναδεικνύεται η όλη δουλειά του και αποκτά πανελλήνια προβολή, ο Ψυχάρης, ο Παλαμάς, ο Πασαγιάννης, ο Μαλακάσης, ο Καμπύσης. Και αυτό γιατί το λογοτεχνικό, πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο κάνει τα πάντα, αγωνίζεται με νύχια και με δόντια για να κρατήσει τον ίδιο και τις ιδέες του στο σκοτάδι, ενώ τόσο οι πόλεμοι όσο και οι άθλιες κοινωνικές, οικονομικές και άλλες συνθήκες συντελούν και αυτές, όχι μόνο στην αφάνεια και το θάψιμο σημαντικών ιδεών, αλλά και προδρομικών διανοουμένων όπως ο Κονεμένος.

Σημαντική, βέβαια, είναι και η ευθύνη διαφόρων λογοτεχνών, λογίων και άλλων ειδικών του λόγου, αλλά και του πολιτικού φάσματος. Όμως, σ’ αυτόν που πρέπει να χρωστάμε την απαρχή της σταδιακής αναγνώρισης του έργου του Κονεμένου είναι ο Γερμανός Κάρολος Κρουμπάχερ, ο οποίος ήταν ο πρώτος που εξήρε την προδρομική θέση του στο γλωσσικό ζήτημα. Με το σημαντικό του βιβλίο με τίτλο «Το πρόβλημα της νεοελληνική γραφομένης γλώσσας», που εκδόθηκε στα γερμανικά από τη Βαυαρική Ακαδημία Επιστημών και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Γ. Χατζηδάκι το 1905, ο Κρουμπάχερ ήταν ο πρώτος που ανέσυρε από την αφάνεια τον Ν. Κονεμένο, τοποθετώντας τον ανάμεσα στις μεγάλες μορφές της γλωσσικής αναγέννησης. Από τον Κρουμπάχερ έμαθε για τον Κονεμένο ο Ψυχάρης και από εκεί σιγά-σιγά άρχισαν, ειδικά μετά το θάνατό του, να γράφουν ο Παλαμάς στο «Νουμά» (1907) και άλλοι.

Δεν έλειψαν βέβαια και οι λίβελοι και οι συκοφαντίες, όπως, για παράδειγμα, ένα άρθρο-νεκρολογία για τον Κονεμένο που δημοσιεύτηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Εστία» (6 Μαρτίου 1907), από κάποιον με τα αρχικά Χ.Κ. που προσπαθεί να τοποθετήσει τον Κονεμένο στο αντίθετο στρατόπεδο από αυτό του Ψυχάρη και των άλλων δημοτικιστών της εποχής, κάτι που προκαλεί τις αντιδράσεις και του ίδιου του Ψυχάρη και του Παλαμά, οι δε δημοτικιστές θεωρούσαν τον Κονεμένο ως γενάρχη του κινήματός τους.

Με το θάνατό του, η εφημερίδα «Φωνή» της Κέρκυρας δημοσίευσε αρκετά βιογραφικά και άλλα στοιχεία για τον Κονεμένο, δεδομένου ότι ο τελευταίος στο διάστημα 1904-1907 συνεργάστηκε στενά με την εφημερίδα αυτή, στην οποία ήταν αρκετά αγαπητός. Νεκρολογίες έγραψαν ακόμα ο Μαλακάσης και Σιγούρος στο περιοδικό «Παναθήναια», τιμώντας τη μνήμη και το έργο του. Αλλά η βιογραφία του Πασαγιάννη για τον Κονεμένο στο «Ημερολόγιον» του Σκόκου το 1908 είναι η πιο αυθεντική μιας και ο συγγραφέας στηρίχθηκε σε βιογραφικές πληροφορίες της ίδια της συζύγου του, ενώ συμβουλεύτηκε και το αρχείο του.

Μετά το θάνατό του, ο γιος του Καίσαρ Κονεμένος, πρόξενος της Αγγλίας στην Πρέβεζα, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να συλλέξει με επιμέλεια και φροντίδα και να εκδώσει σε ένα τόμο όλα τα έργα του πατέρα του. Αυτά που περιήλθαν στα χέρα του Καίσαρα Κονεμένου ήταν όλα τα έργα του πατέρα του που κυκλοφόρησαν σε βιβλία και φυλλάδια, μια σημαντικότατη αλληλογραφία με τους Αρ. Βαλαωρίτη και Α. Λασκαράτο, μια πολύτιμη συλλογή κοχυλιών και διάφορα άλλα ανέκδοτα έργα για τα οποία ο ίδιος εργαζόταν μέχρι τον θάνατό του για να τα εκδώσει συγκεντρωτικά. Βασικά, στη διάρκεια της Κατοχής, με την επίταξη του σπιτιού του Κονεμένου από τα γερμανικά στρατεύματα καθώς και την καταστροφή της Κερκυραϊκής Βιβλιοθήκης στην οποία φιλοξενούνταν οι εφημερίδες και τα έντυπα στα οποία δημοσίευσε πάμπολλα άρθρα του, ήταν οι αιτίες που χάθηκε ένα μεγάλο μέρος του αρχείου του Κονεμένου και να είναι αδύνατη μέχρι σήμερα η ολοκλήρωση της βιβλιογραφίας-εργογραφίας του. Επίσης, στους βομβαρδισμούς της Κατοχής ολοκληρωτική καταστροφή έπαθε και το σπίτι του Κερκυραίου λογοτέχνη και μελετητή Νίκου Λευτεριώτη, ο οποίος είχε συγκεντρώσει σημαντικό υλικό για τον Κονεμένο, το οποίο καταστράφηκε βέβαια και αυτό.

Η μόνη συγκεντρωτική έκδοση των έργων του Κονεμένου που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα έγινε από τον λογοτέχνη Γιώργο Βαλέτα, με τίτλο «Κονεμένου Άπαντα. Τόμος Πρώτος» το 1965 (Εκδόσεις «Της Πηγής»). Ωστόσο, δεν γνωρίζουμε εάν υπήρξε έκδοση δεύτερου τόμου. Πιο πρόσφατα, εκδόθηκαν τα βιβλία «Το ζήτημα της γλώσσας», εκδόσεις «Φιλόμυθος», Αθήνα 1993, «Τα ματογυάλια», εκδόσεις «Ωκεανίδα». Αθήνα 1997, με κείμενα του Κονεμένου, ενώ έχουν αρχίσει και κυκλοφορούν κείμενα, στίχοι και άλλα υλικά στο διαδίκτυο.

Ο εγκυκλοπαιδιστής, λογοτέχνης, κριτικός και κοινωνικός αγωνιστής Νικόλαος Κονεμένος – Α’ Μέρος

Του Δημήτρη Τρωαδίτη

Γεννήθηκε στις 15 (27) Δεκέμβρη του 1832, στα μέσα μιας περιόδου οικονομικής ακμής, στην Πρέβεζα, από πατέρα Hπειρώτη και μητέρα Λευκαδίτισσα. Γενάρχης της οικογένειας ήταν ο καπετάν Γιώργος Κονεμένος. Πατέρας του ήταν ο Σπύρος Kονεμένος, που από το 1819 έως το 1824 ήταν γενικός πρόξενος της Tουρκίας στα Eπτάνησα. Mητέρα του η Kιάρα Σικελιανού, από την Αγία Μαύρα (Λευκάδα) και από την οικογένεια των Σικελιανών.

Όπως γράφει ο Κωστής Πασαγιάννης στο Εθνικόν Ημερολόγιο του 1908, «στα 1727, όπως δείχνουν ανέκδοτα Βιενέτικα έγγραφα που κατέχει η οικογένεια, από τα χωριά της Λάκκας (Τσαμουριά) της Αρβανιτιάς κατέβηκαν οι Κονεμένοι και εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Πρέβεζα. Ο καπετάν Γιώργος ο Κονεμένος είχε λάβει τότε από τον Βενετόν πρίγκηπα «το σκαφιδάκι», ένα μεγάλο υποστατικό στην Πρέβεζα, για τις σημαντικές υπηρεσίες πούχε κάμει στη Βενέτικη κυβέρνηση, και το κατέχουν ως τα σήμερα οι απόγονοί του».Tα παιδικά του χρόνια θα τα περάσει στη Λευκάδα και στην Πρέβεζα, αλλά όταν σε ηλικία 9 χρόνων ο πατέρας του τον παίρνει μαζί με την μητέρα του στην Kέρκυρα, για να επιμεληθεί την ανατροφή του. Μετά τη φοίτησή του στην κατώτερη εκπαίδευση, θα διδαχθεί από ιδιαίτερους δασκάλους στο σπίτι και ύστερα θα εγγραφεί στην Ιόνιο Ακαδημία.Την ίδια εποχή, θα αρχίσει να ζει και ο ίδιος την ανάπτυξη του τότε επτανησιακού ριζοσπαστικού κινήματος. Eνώ σπουδάζει στην Kέρκυρα και, συγκεκριμένα το 1858, θα αρχίσει φιλολογική συνεργασία με το ιστορικο-φιλολογικό περιοδικό «Πανδώρα» (Aθήνα, 1850-1872), όπου θα δημοσιεύσει φιλολογικές μελέτες κυρίως για το έργο του Ιωάννη Βηλαρά του οποίου το έργο άσκησε σημαντική επίδραση στο νεαρό Κονεμένο.

Γράφει ο Κωστής Πασαγιάννης: «… άπλερο ακόμα το πνεύμα του φιλοσόφου, ορμητικό και αδέσμευτο από την πρώτη του ηλικία, εφανέρωνε πρώιμα όλη του την ανταρτικήν ανυποταξία στην πνιγερή του σχολείου σκλαβιά. Και μ’ όλην την επιμονή του αγαθού πατέρα του δεν έδειξε ως το ύστερο κανένα ενδιαφέρον στα σχολικά γράμματα. Αντιπαθούσε κάθε περιορισμόν από τότε, πιο πολύ μάλιστα τον δασκαλισμό, και ακολούθησε τα αναγκαστικά μαθήματά του πολύ άταχτα και αδιαφόρετα.Όταν όμως έφθασε σε κάποιαν ηλικία, εδόθηκε με ξεχωριστήν αγάπη και επιμέλεια στις πολυμέριμνες ιδιαίτερες μελέτες του. Με τον καιρό κι όσο αυτές επρόβαιναν, επλάταιναν κ’ οι ορίζοντες της σκέψεώς του ολοένα σ’ ανώτερους κύκλους, όπου ο ερευνητικός νους αγωνίζεται να εμβαθύνη πάντοτε στις πηγές και στα αίτια. Όσο που οι συστηματικότερες σπουδές του ωρίμασαν σε μια μεστήν ατομικότητα, που τέλος επροίκισε το ολούθε ξανοιγμένο στην προσπάθεια της φιλοσοφικής έρευνας πνεύμα του με έναν αρνητικό σκεπτικισμό».

Το 1855 σε ηλικία 23 χρόνων, θα παντρευτεί στη Σμύρνη, με την Eλισάβετ-Σαπφώ Iσιδώρου-Σκυλίτση, από τη Χίο, αδελφή του πρώτου μεταφραστή στα ελληνικά των «Aθλίων» του Bίκτωρος Oυγκώ, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά, τον Καίσαρα Κονεμένο και την Βιργινία Blakeney. Όταν πέθανε η σύζυγός του παντρεύτηκε ξανά σε προχωρημένη ηλικία την Kερκυραία Nικολή Παπαδοπούλου, με την οποία απέκτησε επίσης δύο παιδιά. Από το 1858 έως το 1869 ζει στην Κέρκυρα.

Το 1858 – που ήταν μια περίοδος κατά την οποία το κέντρο του κινήματος των ριζοσπαστών είχε περάσει στη Ζάκυνθο και στους ρεφορμιστές του Κων. Λομβάρδου, ενώ οι ριζοσπάστες ηγέτες Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφερράτος είτε είχαν αποσυρθεί από την πολιτική (ο πρώτος) είτε ήσαν παροπλισμένοι (ο δεύτερος), προερχόμενοι και οι δύο από πολύχρονες εξορίες – ο Κονεμένος, αφού, όπως είπαμε, θα πρωτοεμφανιστεί με τη δημοσίευση ενός ηπειρώτικου γλωσσαρίου στο περίφημο την εποχή εκείνη περιοδικό «Πανδώρα», το 1859 θα εκδώσει ένα πολιτικό, φιλολογικό και σατυρικό περιοδικό με τον τίτλο «Eωσφόρος», που έφερε τον υπότιτλο «Φύλλον εγκυκλοπαιδικόν εκδιδόμενον δις του μηνός» και από το οποίο εκδόθηκαν 25 τεύχη σε άτακτα διαστήματα, από τις 25 Οκτώβρη 1858 μέχρι τις 20 Φλεβάρη 1861, σύνολο 120 σελίδες. Η κυκλοφορία του εντύπου ήταν μικρή, όπως αναφέρει ο Γ. Αλισανδράτος, ο οποίος προσπαθεί να μειώσει την ιστορική αξία του. Mόνιμος συντάκτης του εντύπου αυτού είναι ο ίδιος ο Kονεμένος, μην υπογράφοντας ποτέ με το όνομά του. Tο έντυπο αυτό, όμως, έχει μια ιστορική αξία, αφού σε αυτό θα δημοσιευθούν ανέκδοτα έως τότε ποιήματα των Δ. Σολωμού και Α. Xριστόπουλου, καθώς και δημοτικά δίστιχα. Mε τον «Eωσφόρο» θα συνεργασθεί και ο Ανδρέας Λασκαράτος, ο οποίος εκείνη την εποχή εκδίδει την εφημερίδα «Λύχνος» πρώτα στη Ζάκυνθο και μετά στην Κεφαλονιά και με την οποία συνεργάζεται και ο Κονεμένος. Μάλιστα, ο Γιώργος Βαλέτας σε πρόλογό του για τον Ν,. Κονεμένο στα «Άπαντα» που εξέδωσε, αναφέρει ότι το περιοδικό κυκλοφορούσε στα τελευταία του τεύχη με την αγαστή συνεργασία Κονεμένου και Λασκαράτου.

Ο Κονεμένος θα συνεργασθεί επίσης και με την εφημερίδα «Διαολοαποθήκη» ή «Αποθήκη του Διαόλου» του (ελληνοποιημένου Ιταλού) Φερδινάνδου Όδδη, στην Κεφαλονιά. Οι συνεργασίες αυτές γίνονται για να χτυπηθούν οι ρεφορμιστές ριζοσπάστες του Λομβάρδου, μιας και με την εξορία των Η. Ζερβού-Ιακωβάτου και Ι. Μομφερράτου και τα γενικότερα κατασταλτικά μέτρα των Άγγλων κυριάρχων των Επτανήσων, το κοινωνικό ριζοσπαστικό κίνημα έμεινε χωρίς εφημερίδες. Στο διάστημα αυτό (1863), ο Κονεμένος κυκλοφορεί μια σύντομη ποιητική συλλογή με τίτλο «Συναπάντησι» καθώς και μια δεύτερη με τίτλο «Στιχουργήματα» (1864), ενώ το 1867 κυκλοφόρησε μια κοινωνική σάτιρα με τίτλο «Η φαντασία μου». Παράλληλα, γράφει μια μελέτη με τον τίτλο «Γυναίκα» στην οποία κάνει λόγο για τα παραμελημένα δικαιώματα των γυναικών και στην οποία «προαισθάνεται κανείς τον τολμηρόν συγγραφέα της αναλυτικώτερης «Οικογένειας», που κι αυτή είδε το φως ύστερα από δέκα χρόνια το 1876», όπως λέει ο Κ. Πασαγιάννης. Στην «Οικογένεια», με πλήθος επιχειρημάτων παρμένων από την ίδια την καθημερινή ζωή της εποχής, αγωνίζεται εναντίον του θεσμού του γάμου και αφού καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έτσι όπως είναι το σύστημα του γάμου, πρέπει να αναζητηθεί ένα νέο σύστημα που να ταιριάζει περισσότερο με την ανθρώπινη φύση, με την ίδια τη ζωή και τις αλήθειες της και με πολύ περισσότερες ελευθερίες και για τα δύο μέρη (άντρα και γυναίκα). Προσπαθεί να εδραιώσει μια σχέση γάμου με βάση την ανόθευτη αγάπη και την αληθινή αρμονία μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Στο διάστημα 1869-1885, ο Kονεμένος ζει στην Πάτρα ως πρόξενος της Tουρκίας.

Tα χρόνια αυτά είναι τα παραγωγικότερα της ζωής του, αφού εκεί γράφει και κυκλοφορεί τα έργα του «Το ζήτημα της γλώσσας» (1873), «Και πάλε περί γλώσσας» (1878), «τις δύο σύντομες, αλλά σοφές, περιλάλητες μελέτες του για το μεγάλο μας ζήτημα, και τόσο τολμηρές, όσο πιο σχολαστικός, ασφυχτικός και νεκρόχαρος ήτον ο αέρας της εποχής που τις έγραψε και τις εσφεντόνισε ανάμεσα στις λεγεώνες των άκαμπτων τότε σχολαστικών, που ούτε νακούσουν ήθελαν ότι υπάρχει τέτοιο ζήτημα».Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Ν. Κονεμένος δημοσιεύει τις μελέτες του για το ζήτημα της γλώσσας 13 ολόκληρα χρόνια πριν εμφανισθεί το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη, χωρίς ο τελευταίος – όπως έγραψε και ο ίδιος – να ακούσει ή να διαβάσει τις μελέτες αυτές.

Το 1879 κυκλοφορεί μια ακόμα ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ποιήματα». Ωστόσο, ο ίδιος ποτέ δεν αποκάλεσε τον εαυτό του ποιητή, ποτέ δεν ήθελε να είναι τέτοιος και οι στίχοι του φαίνεται ότι δεν έχουν κάποια λογοτεχνική αξία. Σε γράμμα του στον Ανδρέα Λασκαράτο έγραφε: «Σου το είχα ειπεί, ποιητής δεν είμαι. Ο ποιητής είναι βουτημένος μέσα εις το φως, ενώ εγώ βρίσκομαι στο σκοτάδι και δε βλέπω παρά σπίθες ολόγυρά μου».

Το 1885 επιστρέφει στην Κέρκυρα, όπου συνεχίζει να ασχολείται με τα γράμματα και να μελετά κυρίως τα προβλήματα της τότε ελληνικής κοινωνίας και της εποχής. Τον ίδιο χρόνο ιδρύεται στο νησί ο Σοσιαλιστικός Σύνδεσμος, που είχε ως πρόγονό του μια μικρή σοσιαλιστική ομάδα (αναρχικών κυρίως τάσεων, όπως αναφέρει ο Άγις Στίνας) που ιδρύθηκε το 1881 και κυκλοφόρησε την εφημερίδα «Εργάτης». Το 1887 ιδρύεται η Εργατική Αδελφότης, που ήταν μια ένωση των εργατικών σωματείων του νησιού, ενώ το 1898 συγκροτείται μια μορφή Εργατικού Κέντρου.

Το 1889 κυκλοφορεί μια μελέτη 80 περίπου μεγάλων πυκνοτυπωμένων σελίδων, με τον τίτλο «Η υπόθεσις των αδελφών Μπονάτη», στην οποία αναλύει από κοινωνιστική άποψη – και χωρίς να διαθέτει γνώσεις νομικού ή ψυχολόγου παρά μόνο ορμώμενος από την ενστικτώδη σκέψη του – την καταδίκη των δυο αδελφών αυτών για μια άγρια δολοφονία που συντάραξε εκείνη την εποχή την Κέρκυρα.Την ίδια εποχή, επίσης, γράφει το περίφημο «Lardi e omicidi» στα ιταλικά (στα ελληνικά «Κλέφτες και φονιάδες», που παρατίθεται αμέσως μετά), τα «Ματογυάλια» καθώς και αρκετά άρθρα και μελέτες που δημοσιεύονται σε τοπικά έντυπα της Κέρκυρας, αλλά περισσότερο στην εφημερίδα «Φωνή».

O Nικόλαος Kονεμένος ήταν εγκυκλοπαιδιστής και προσωπικός φίλος του αναρχικού Κεφαλλονίτη ποιητή Μικέλη Άβλιχου. Άρχισε τις μελέτες και τη συγγραφική δραστηριότητά του κατά την περίοδο του τέλους του ελληνικού διαφωτισμού. Συνέχισε, μάλιστα, αυτή την παράδοση, μέσα, όμως, από τα νέα δεδομένα που έφερε η εποχή του. Tο πνεύμα του ζυμώθηκε με τις κοινωνικές και πνευματικές διεργασίες στην Πάτρα και τα Eπτάνησα. H ανάγκη να εκπληρωθούν όλα τα αιτήματα της επανάστασης του 1821 συναντήθηκε και συνταίριαξε στη σκέψη και το έργο του με το τότε επαναστατικό ριζοσπαστικό κίνημα των Επτανήσων και της Ευρώπης. Στην Eυρώπη εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν οι αναρχικές ιδέες των Mιχαήλ Mπακούνιν, Πέτρου Kροπότκιν και Πιερ-Zοζέφ Προυντόν, ενώ στην Ελλάδα και, συγκεκριμένα, στην Πάτρα, ιδρύθηκαν σοσιαλιστικές και αναρχικές ομάδες, σύλλογοι και αδελφότητες, ενώ κατασχέθηκαν από το κράτος εφημερίδες που απηχούσαν τις ιδέες αυτές. Στην Kέρκυρα επικρατούσε μια σχεδόν παρόμοια κατάσταση.

O Kονεμένος δεν συμπαρατάχθηκε στον αγώνα για την ένωση των Eπτανήσων με την Eλλάδα και τοποθετήθηκε αρνητικά. Δεν ανεχόταν τους «ψευτοριζοσπάστες», όπως τους έλεγε, επειδή πίστευε ότι προσπάθησαν να εισάγουν έννοιες και λέξεις δυσκολοχώνευτες από τα μυαλά των απλών ανθρώπων, ενώ θεωρούσε ότι μαζί με την ένωση έπρεπε να υπάρξουν ταυτόχρονα και ευρύτατες κοινωνικές αλλαγές. «Tο δημοκρατικό πολίτευμα πρέπει να είναι το πρώτο σκαλί για να φθάσουμε κάποτε εις την επιθυμητή ισότητα, εις τον κομμουνισμό», έγραφε, γινόμενος ο πρώτος Έλληνας διανοούμενος που χρησιμοποιεί στα γραφτά του τον όρο κομμουνισμός (τον όρο σοσιαλισμός τον είχε αναφέρει πρώτος ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος). Για τον Κονεμένο, η λέξη ριζοσπάστης είχε ευρύτερη σημασία και σήμαινε κομμουνιστής. Σε κάθε στιγμή στα κείμενα ή σε επιστολές του, ο Κονεμένος δεν έχανε την ευκαιρία να επιδείξει τις βαθιές και ριζικές διαφωνίες με τους ρεφορμιστές ριζοσπάστες, όπως τους Κων. Λομβάρδο και Στέφανο Παδοβά, τους οποίους αποκαλούσε αγύρτες ή δημοκόπους και γαλιότους (από το ιταλικό galeotto που σημαίνει κατεργάρης, πονηρός). Μάλιστα, το 1860, ήρθε σε προσωπική σύγκρουση με τον Λομβάρδο, η οποία έφτασε στα δικαστήρια, με αποτέλεσμα την καταδίκη του Κονεμένου.

(Συνεχίζεται)

Το πρόσωπό της…


Το πρόσωπό της έλαμψε για μια στιγμή
κι ύστερα πάλι έγινε ωχρό
μόλις αντίκρισε τις άρρωστες ακακίες
του επαρχιακού δρόμου
που οδηγεί απ’ το παρόν στη λήθη
και από εκεί στο αέναο αιώρημα,
στην αόριστη ανυπαρξία.
Άπλωσε τα χέρια όπως τα δέντρα
απλώνουν τα κλαδιά τους
στο απέραντο κενό
του μολυσμένου αέρα των πόλεων.
Ένα της δάκρυ ξέφυγε
ακολουθώντας μια τρελή διαδρομή
απ’ το ρείθρο του πεζοδρομίου
μέχρι την αναλαμπή των φώτων.

Κοινοτοπίες


Ξεκίνημα που δεν κατέληξε
Αρχή που δεν τελείωσε
σκέψη που δεν υλοποιήθηκε
μάτια που δεν φώτισαν
όπλα που δεν εκπυρσοκρότησαν
πένθος που δεν το κλάψαμε
σοβαρότητα που δεν ενέπνευσε
βουή που δεν τη νιώσαμε
ποτάμια που δεν τ‘ αφουγκραστήκαμε
λάβα που δεν μας έκαψε
βροχή που δεν μας μούσκεψε
το γνωστό που δεν το γνωρίσαμε
το μακρινό που δεν το φτάσαμε
άνεμος που δεν φύσηξε
κατώφλι της ιστορίας που δεν το διαβήκαμε
πλατύσκαλο του χρέους που δεν το πατήσαμε
αφορισμοί που αχρηστεύτηκαν
ματαιότητα που δεν ματαίωσε τίποτε
κατάργηση που δεν κατάργησε.

Χειμώνας

Χειμώνας των αστραφτερών κτιρίων

η παγωνιά των άχρωμων τοίχων

η ιλουστρασιόν βαρεμάρα

τα γυάλινα κάστρα

με υλικά από δεύτερο χέρι

ως δείγμα υψηλής αρχιτεκτονικής

τα σημεία καμπής

την σήμερον ημέραν.

 

12/10/2006