Άρης Αλεξάνδρου: “Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας”

Ο Άρης Αλεξάνδρου είναι ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες συγγραφείς, με πολύ σημαντικό μεταφραστικό έργο -ο οποίος έγινε ιδιαίτερα γνωστός με το μυθιστόρημά του Το Κιβώτιο- αλλά και ποιητής. Τα γραπτά του αντιπροσωπεύουν το ιδεώδες πρότυπο της πνευματικής ανεξαρτησίας. Δεν υποτάχτηκε στις υποδείξεις και προτροπές κάποιας ιδεολογίας και ουδέποτε εντάχθηκε σε κάποιο «κοπάδι» πιστών οπαδών.

Ο Άρης Αλεξάνδρου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Αριστοτέλη Βασιλειάδη) γεννήθηκε στο Λένινγκραντ από πατέρα Έλληνα (Βασίλη Βασιλειάδη) και μητέρα Ρωσίδα εσθονικής καταγωγής (την Πολίνα Άντοβνα Βίλγκεμσον), το 1922.

Πήγε με την οικογένειά του στην Ελλάδα το 1928 και αφού έμεινε δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο. Έδωσε εξετάσεις και πέρασε στην ΑΣΟΕΕ, όμως εγκατέλειψε σύντομα τις σπουδές του για να ασχοληθεί με τη μετάφραση στα ελληνικά Ρώσων συγγραφέων στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη, με το ψευδώνυμο Άρης Αλεξάνδρου (1943).

Από την εποχή της μεταξικής δικτατορίας, ο Αλεξάνδρου μαζί με μερικούς φίλους του, είχε δημιουργήσει μια ομάδα μαρξιστικού προσανατολισμού, η οποία συνέχισε τη δράση της τον πρώτο καιρό της κατοχής. Το 1941 η ομάδα αυτή προσχώρησε σε μια κομμουνιστική οργάνωση από μέλη της πρώην ΟΚΝΕ, από την οποία όμως ο Αλεξάνδρου αποχώρησε ένα χρόνο αργότερα.

Οι αγγλικές δυνάμεις τον συνέλαβαν το 1944 και τον έστειλαν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα. Παρέμεινε έγκλειστος εκεί μέχρι τον Απρίλιο του 1945. Από τότε και για 15 χρόνια, ο Άρης Αλεξάνδρου γνώρισε διώξεις και εκτοπίστηκε για τις πολιτικές του ιδέες στη Λήμνο, τη Μακρόνησο, τον Άγιο Ευστράτιο και αλλού. Το 1948, μολονότι δεν είχε ουδεμία ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο, καταδικάστηκε σε αναγκαστικό «παραθερισμό» στα διάφορα στρατόπεδα εκτόπισης (Ιούλης 1948-Δεκέμβρης 1951). Το 1952 συλλαμβάνεται ξανά και καταδικάζεται σε 10 χρόνια φυλάκιση (ειρκτή) ως ανυπότακτος για την περίοδο που ήταν εξόριστος!! Αποφυλακίστηκε μετά από αναθεώρηση της δίκης, αφού συμπλήρωσε 7 χρόνια «θητείας» στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου.

Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύτηκε με την Καίτη Δρόσου. Με την επιβολή της δικτατορίας το 1967 διέφυγε στο Παρίσι, όπου για να επιβιώσει έκανε διάφορες δουλειές. Γύριζε κατάκοπος στο σπίτι του και έκλεβε ώρες από τον ύπνο του για να γράψει. Εργαζόταν πότε σαν το «παιδί» για όλες τις δουλειές σε πολυκατάστημα, πότε οδοκαθαριστής ή νυχτοφύλακας, πότε μεταφορέας βιβλίων, αλλά και αναγνώστης-σχολιαστής ρωσικών εγγράφων, παλεύοντας για το μεροκάματο καθώς οι καθημερινές υποχρεώσεις έτρεχαν πιεστικά, ενώ παράλληλα δεν απολάμβανε και της καλύτερης συμπαράστασης και κατανόησης από το περιβάλλον του. Και όμως έβρισκε το χρόνο που χρειαζόταν για να γράψει. Πίστευε ακλόνητα στο έργο του.

Μνημειώδης είναι η φράση του “Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας…” (στη συλλογή κειμένων του Έξω Απ’ τα Δόντια, εκδ. Ύψιλον 1982).

Πέθανε στο Παρίσι το 1978 από καρδιακή προσβολή.

Το συγγραφικό του έργο δεν ήταν ποσοτικά μεγάλο. Οι συνθήκες ζωής του (εξορίες και φυλακίσεις) και η ανάλωσή του σε «δουλειές του ποδαριού» δεν του επέτρεψαν να ασχοληθεί αποκλειστικά με την πνευματική παραγωγή.

Το «Κιβώτιο» είναι το μοναδικό (κυριολεκτικά και μεταφορικά) μυθιστόρημά του, αρκετό όμως για να τον κατατάξει στους εξέχοντες της νεότερης λογοτεχνίας. Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε το 1972, μετά από 7 χρόνια κοπιώδους εργασίας και πολλών θυσιών.

Το «Κιβώτιο» θεωρείται κλασικό δείγμα αντι-μυθιστορήματος, καθώς ανατρέπει (χωρίς να ξενίζει) τους κανόνες και κώδικες της πεζογραφίας. Έχει περίπου τη δομή ενός προσωπικού ημερολογίου.

Ο μύθος του «Κιβωτίου» είναι συνοπτικά ο εξής: Μια 40μελής ομάδα «εθελοντών» και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους: το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο, έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η «επιχείρηση–κιβώτιο» είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται» (δηλαδή θα εκτελείται). Αυτή η επιχείρηση-εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου-μέσα Σεπτεμβρίου 1949). Ο μοναδικός επιζών -και αφηγητής- ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται ότι είναι άδειο! Ο αφηγητής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Επιχειρεί με συνεχείς καταθέσεις του προς τις ανακριτικές Αρχές να εξηγήσει -και να ερμηνεύσει- το νόημα της παράδοξης αποστολής τους. Αυτός είναι πολύ συνοπτικά ο μύθος, η ιστορία του αντιμυθιστορήματος που τιτλοφορείται «Το Κιβώτιο».

Πρόκειται, όπως γράφτηκε πριν, για αντι-μυθιστόρημα, γιατί ακυρώνει εμφατικά όλους τους κώδικες του μυθιστορηματικού είδους, κρατώντας χαλαρά τον κώδικα του επιστολικού (μονοφωνικού) μυθιστορήματος ή του προσωπικού ημερολογίου με τα οποία συγγενεύει περισσότερο.

Παραθέτουμε εδώ απόσπασμα άρθρου-συνέντευξης της Καίτης Δρόσου στο Βασίλη Καλαμαρά που δημοσιεύτηκε στην εφημερία Ελευθεροτυπία στις 19 Μάη 2003:

«Έγραφε το “Κιβώτιο” με ματωμένα χέρια

Το ανέβασμα της «Αντιγόνης» στο ΚΘΒΕ και μια γαλλική επανέκδοση του «Κιβωτίου» («La Caisse» από τις εκδόσεις Le Passeur, σε μετάφραση της Κολέτ Λιστ) είναι τα δύο γεγονότα γύρω από τα οποία στράφηκε η ζωή της Καίτης Δρόσου τους τελευταίους μήνες.

Η γαλλική έκδοση τη χαροποιεί ιδιαίτερα. Δυο εξαιρετικά εισαγωγικά κείμενα από τον Ζιλ Ορτλίμπ (τον μεταφραστή του Βιζυηνού) και τη Λίζυ Τσιριμώκου («Το θρόισμα της Ιστορίας») βοηθούν τον Γάλλο αναγνώστη να συνειδητοποιήσει τη λογοτεχνική αξία του κειμένου που έχει στα χέρια του, αλλά και να γνωρίσει την ιδιαιτερότητα της ζωής και της προσωπικότητας του Έλληνα συγγραφέα, «συγγραφέα του ενός βιβλίου, αλλά τι βιβλίου!», όπως γράφει και ο Ορτλίμπ.

«Θυμάμαι ότι έγραφε και τα χέρια του ήταν ματωμένα. Έγραφε τα βράδια μετά τη δουλειά. Στο τελευταίο κεφάλαιο είχε πυρετό».

Η Καίτη Δρόσου γυρνάει πίσω στα δύσκολα χρόνια του Παρισιού, τότε που ολοκληρώθηκε το «Κιβώτιο». Μιλάει με ψυχραιμία και ειλικρίνεια, που με φέρνει σε αμηχανία. Η ίδια έκανε την καθαρίστρια και ο Αλεξάνδρου το «garcon». Ένα είδος ανθρώπου για όλες τις βαριές δουλειές. Παραπονέθηκε ποτέ; «Ποτέ. Αυτό είναι σλάβικο. Οι Ρώσοι πεθαίνουν χωρίς να βγάλουν λέξη. Μιλιά».

Έφυγαν από την Αθήνα λίγο μετά τη χούντα. Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει, όπως γράφει και η Λίζυ Τσιριμώκου, «την αμείλικτη καταδίωξη από το κράτος της Δεξιάς, το ανάθεμα και την κατασυκοφάντηση από την επίσημη Αριστερά», ζει στο Παρίσι μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.

Μα το Παρίσι ήταν τότε γεμάτο Έλληνες πολιτικούς εξόριστους. «Δεν θυμάμαι να ήρθε κανείς να μας βρει. Έτσι όπως ζούσαμε με τον Άρη έπρεπε ο άλλος να ‘ρθει. Μας είχε μείνει από τα χρόνια του διωγμού, που ήταν, άλλωστε, όλη μας η ζωή. Εάν είχες κάνει εξορία και έβλεπες ανθρώπους στο δρόμο, έπρεπε αυτοί να σου μιλήσουν πρώτοι. Γιατί δεν ήξερες αν σε ακολουθεί χαφιές. Έπειτα, όλοι οι Έλληνες του Παρισιού έκαναν πολιτική. Έπρεπε να δώσουμε γη και ύδωρ στον Κολιγιάννη. Δεν θέλαμε, είχαμε πάρει αποστάσεις από το κόμμα. Να κάνουμε τι; Να κατεβαίνουμε τα μπουλβάρ με τις ελληνικές σημαίες; Τον Γάλλο, άλλωστε, δεν τον εκπλήσσεις με τίποτα».

– Δεν τον πόναγε τον Άρη Αλεξάνδρου η χούντα;

«Αφάνταστα. Μα με τι άλλο πέρα από την πολιτική ασχολήθηκε ο Άρης σε όλη του τη ζωή; Όλο του το έργο είναι πολιτικό. Αλλά από ένα σημείο και ύστερα δεν ξαναδιάβασε ούτε εφημερίδα. Ούτε στη Γαλλία. Εγώ έπαιρνα τη “Μοντ”. Ούτε που την κοίταγε. “Εγώ αυτό που θέλω θα το δω ξαφνικά μπροστά μου πρωτοσέλιδο. ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ”, μου έλεγε. Στην Ελλάδα ούτε για καλοκαίρι δεν ξανάρθαμε. Όταν έπεσε η χούντα ήρθαμε το 1976 και κάναμε διακοπές με τον Ρίτσο στη Σάμο και μετά ξαναφύγαμε».

Ο Άρης Αλεξάνδρου πέθανε στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1978 στα 56 του χρόνια. Το «Κιβώτιο» είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τον «Κέδρο» το 1975, αμέσως μετά την πτώση της χούντας. Στη Γαλλία είχε κυκλοφορήσει λίγο πριν από το θάνατό του.

«Λίγες μέρες πριν πεθάνει το είχε δει στη βιτρίνα του Γκαλιμάρ και του είχαν στείλει και λίγα αντίτυπα», θυμάται η Καίτη Δρόσου. «Η πρώτη γαλλική κριτική δημοσιεύτηκε τη μέρα της κηδείας του. Ο Άρης έφυγε χωρίς να καταλάβει τίποτα από την απήχηση που θα είχε το “Κιβώτιο”. Αλλά και για την τύχη του στην Ελλάδα δεν είχε καλύτερη γνώμη. Μέχρι να μας πει η κυρία Κρανάκη ότι έχει κάνει αίσθηση, ο Άρης νόμιζε ότι είχε πάει πάτο».

Είχε αρχίσει να το γράφει στην Ελλάδα, το 1966. Όταν ο Άρης Αλεξάνδρου και η Καίτη Δρόσου έφυγαν για το Παρίσι δεν πήραν μαζί τους τα πρώτα χειρόγραφα. Όταν το ξανάπιασε μετά από περίπου τέσσερα χρόνια ο Γιάννης Ρίτσος εξεπλάγη που μπόρεσε να ξαναβρεί το ίδιο στιλ, τον ίδιο τόνο.

Ένα γράμμα του Ρίτσου με ημερομηνία αποστολής 19 Οκτωβρίου 1972, Σάμος, κλείνει την καινούργια γαλλική έκδοση του «Κιβωτίου».

Μεταφράζω από τα γαλλικά.

«(…) Σχετικά τώρα με το “Κιβώτιο”, α, αγαπητέ μου Άρη, τι εξαιρετικό μυθιστόρημα. Όσο πιο πολύ προχωράει τόσο περισσότερο απελευθερώνεται από “ορισμένες δυστυχείς ιστορικές εμπειρίες” και εισέρχεται στο παγκόσμιο πεδίο του καθολικού ανικανοποίητου όλων για όλα, σ’ αυτό το βαθύ και για πάντα ανεξερεύνητο πεδίο της “αποτυχίας ζωής και δημιουργίας”…».

Το «Κιβώτιο», αυτό το «αντι-έπος της δογματικής αριστεράς, αποστασιοποιημένο από τα ανδραγαθήματα, τα ηχηρά συνθήματα, τους γενναίους αγωνιστές με τα λάβαρα και τα φυσεκλίκια», όπως γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου, ανήκει σήμερα στις πρώτες πρώτες θέσεις του κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας. Και, το σημαντικότερο ίσως, έρχεται συνέχεια σε επαφή με νέους αναγνώστες. Η Καίτη Δρόσου θυμάται τη Νανά Καλιανέση του «Κέδρου» να της λέει:

«Ξέρεις ότι έχω δύο μεγάλες επιτυχίες, τον Βάρναλη και τον Ρίτσο. Αλλά βιβλίο που να πουλάει κάθε μέρα, κάθε μέρα σαν το “Κιβώτιο”, δεν έχω».

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Άρη Αλεξάνδρου «Ακόμη τούτη η άνοιξη’ εκδόθηκε το 1946. Ακολούθησε η «Άγονος Γραμμή (1952) και η «Ευθύτης Οδών» (1959). Στην ποίηση του Αλεξάνδρου υπάρχει έντονη η πικρία από τη διάψευση των ελπίδων, πικρία που χαρακτηρίζει την πλειοψηφία των ποιητών που έζησαν τον εμφύλιο. Συγχρόνως, χαρακτηρίζεται από έντονη ειρωνεία που σε ορισμένα σημεία φτάνει στο σαρκασμό, ως προς όλα τα γνωστά κοινωνικά συστήματα. Ο ποιητικός του λόγος ανεξάρτητος, καυστικός, ενίοτε ειρωνικός. Ωστόσο, διατηρεί μια ευγένεια, αντικειμενικότητα και κάποτε εκφέρεται με ένα συγκινητικό λυρισμό.

Ξεφυλλίζοντας τη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του Άρη Αλεξάνδρου με το τίτλο «Ποιήματα 1941-1974», διαπιστώνει εύκολα κανείς την αξιοπρέπεια στην ιδεολογική πορεία του συγγραφέα.
Ξεκίνησε με το στρατευμένο λόγο του υπέρ του κομμουνισμού για να καταλήξει στην άρνησή του κόμματος, απογοητευμένος από τους χειρισμούς των υπευθύνων ηγετών.

Ο Αλεξάνδρου ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση έργων κλασικών και νεότερων Ρώσων συγγραφέων (μετέφρασε Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Αχμάτοβα και άλλους) αλλά και έργων Γάλλων, Αμερικανών και Άγγλων συγγραφέων.

Γράφει ο Νίκος Σαραντάκος στο διαδίκτυο:

«Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς, ο Άρης Αλεξάνδρου δεν είναι παραγνωρισμένος -ωστόσο, παραγνωρισμένο ή ξεχασμένο ίσως είναι ένα κομμάτι του έργου του, αφού θεωρείται ευρέως «συγγραφέας του ενός βιβλίου», όπου βέβαια αυτό το ένα βιβλίο είναι το μυθιστόρημα «Το κιβώτιο». Κι όσο κι αν το Κιβώτιο φέρνει τον Γιόζεφ Κ. στα ελληνικά βουνά, για να δανειστώ τη φράση του φίλου μου Ζιλ Ορτλίμπ, με την οποία προλογίζει τη νέα έκδοση του Κιβωτίου στα γαλλικά (La Caisse, ed. Le Passeur, 2003), η αλήθεια είναι ότι η ακτινοβολία του έχει κάπως παραγκωνίσει το ποιητικό έργο του Αλεξάνδρου, και ολότελα το μεταφραστικό του έργο. Προσωπικά, θεωρώ τον Αλεξάνδρου μέγιστο μεταφραστή, και μεταφράσεις όπως της εξάτομης αυτοβιογραφίας του Ηλία Έρενμπουργκ («Άνθρωποι, χρόνια, ζωή») τις θεωρώ μνημειώδεις και (θα το τολμήσω) μεγαλύτερο επίτευγμα από το Κιβώτιο».

Να σημειωθεί ότι μια ενότητα από τη δεύτερη συλλογή του Αλεξάνδρου, τα «Ανεπίδοτα γράμματα», έχει μελοποιηθεί (μαζί με άλλα ποιήματά του) από τον Μιχάλη Γρηγορίου σε καντάτα για φωνή και πιάνο, με την Αφροδίτη Μάνου και τον Σάκη Μπουλά.

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της εγγονής του Άρη Αλεξάνδρου Κατερίνας Καμπάνη «Ο παππούς μου, Άρης Αλεξάνδρου» (εκδόσεις «Ύψιλον», 2006) παραθέτουμε σχετικά αποσπάσματα άρθρου της Όλγας Σελλά στην εφημερίδα Η καθημερινή 16 Απρίλη 2006:

«Άρης Αλεξάνδρου, ο παππούς

Ένα διαφορετικό πορτρέτο μέσα από τις αναμνήσεις της εγγονής του Κατερίνας Καμπάνη

Πώς μένει ένας παππούς στη μνήμη των εγγονιών του; Τι εικόνες κρατάνε οι απόγονοι από τις περιστασιακές, συνήθως, επαφές με τους προγόνους τους, όταν εκείνοι δεν υπάρχουν; Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά τις σύντομες, περιστασιακές, αλλά γεμάτες συναντήσεις τους, η Κατερίνα Καμπάνη γράφει ένα βιβλίο για τον παππού της, τον συγγραφέα και μεταφραστή Άρη Αλεξάνδρου. Για τα καλοκαίρια στο Παρίσι ή στην Ελλάδα που είχε την ευκαιρία να γνωριστούν, να παίξουν μαζί, να αφήσει ο παππούς τα ίχνη του στη μνήμη της μικρής, τότε, Κατερίνας…

Η πρώτη εικόνα της πεντάχρονης, τότε, Κατερίνας είναι «το καλοσυνάτο, το διαπεραστικό βλέμμα του και, σαν απόκοσμη μουσική, η ήρεμή του φωνή και ο συναρπαστικός γοητευτικός λόγος του». Μια αποτίμηση που κάνει η Κατερίνα Καμπάνη σήμερα, με τη βοήθεια της γιαγιάς της, Καίτης Δρόσου. Η γιαγιά είναι που βάζει σε τάξη τις σκόρπιες εικόνες της εγγονής, που λύνει απορίες, που ξαναζωντανεύει πρόσωπα, τοπία, φωτογραφίες, στιγμές. Η σύντροφος της ζωής του Άρη Αλεξάνδρου, η Καίτη Δρόσου, είναι η ζωντανή μνήμη σ’ αυτό το ταξίδι αναμνήσεων. Η εγγονή, η Κατερίνα Καμπάνη, κρατάει απλώς τη γεύση: «Ο παππούς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ το σκάκι –που το ξέχασα– να τρώγω με τα ξυλάκια τα ασιατικά φαγητά –που δεν το ξέχασα– να μαγεύομαι με ιστορίες –αληθινές και φανταστικές– που μου διηγιόταν· ούτε αυτές τις ξέχασα». Απ’ αυτές τις σκόρπιες αναμνήσεις, που αποτελούν όμως ένα διαφορετικό, άγνωστο πορτρέτο του Άρη Αλεξάνδρου, η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα μερικά αποσπάσματα.

«Πρωτοείδα τον παππού στη γραφική κοινότητα της νότιας Γαλλίας La Colle-sur-Loup, στη διάρκεια διακοπών. Σ’ ένα γράμμα του προς τη μεγάλη μου θεία Αύρα, αδελφή της γιαγιάς μου, με το χιούμορ που τον διακρίνει και τη μεταφραστική του μανία, της γράφει: “Εν Κόλλα επί του Λύκου”. (…) Τότε που ήμουν μικρή και δε διάβαζα, με έθρεψαν εν είδει παιδικών παραμυθιών οι ιστοριούλες που μου διηγιόταν απ’ την παιδική του ηλικία στη Ρωσία, την πρώτη του πατρίδα. Βρήκα δύο που τις είχε γράψει ως μαθητής. Με καμάρι. Όχι πια αντιγράφοντας, αλλά βάζοντας τη σκέψη του στο χαρτί, σε γλώσσα ελληνική που κατακτήθηκε με κόπο, θέληση και πείσμα».

«Του Άρη του αρέσει να φωτογραφίζει, αλλά όχι να φωτογραφίζεται. Γι’ αυτό και σπάνια ποζάρει μπροστά στον φακό. Εξαίρεση αποτελούν φωτογραφίες τραβηγμένες από τον Αλέξανδρο Αργυρίου, τον ζωγράφο Άλκη Πιερράκο, τη Μαντλέν, συνάδελφο της γιαγιάς Καίτης στο παρισινό εργοστάσιο όπου εδούλεψε δεκαπέντε χρόνια, κι άλλους που δεν τους θυμάμαι. Σ’ αυτές εδώ τις φωτογραφίες (οι περισσότερες των ετών 1977-1978), η στάση, το ύφος, το πάντοτε ερευνητικό του βλέμμα, είτε κοιτάζει ένα τοπίο είτε ανάβει τον αναπτήρα του, βοηθά, όποιον τις παρατηρεί προσεκτικά, να δει πως ο Άρης βρίσκεται σχεδόν συνεχώς σε παραμονές αποφάσεων. Πρόκειται για την εποχή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. (…) Δεν θυμάμαι να έγραφε ο παππούς στις διακοπές, ούτε να ’χε φέρει μαζί του χαρτιά ή σημειώσεις. Μου το επιβεβαίωσε η Καίτη στις αφηγήσεις της οποίας και βασίζομαι για εποχές και γεγονότα που λόγω της ηλικίας μου αγνοώ. Ο Άρης, από τα νιάτα του, στην Αθήνα, σταματούσε να μεταφράζει για δεκαπέντε μέρες. Έμενε σπίτι ξαπλωμένος, διαβάζοντας, ονειροπολώντας – πραγματικό φαρνιέντε! Ξαπλωμένος ο Άρης – το ’βλεπες. Αυτή η στάση ήταν κάτι σαν ευδαιμονία, πιότερη από χαρά. Στ’ αλήθεια, στις αμμουδιές όπου πηγαίναμε για μπάνιο, στις εκδρομές, στα βουναλάκια, στην εξοχή, πρώτος και καλύτερος βολευόταν. Ξαπλωμένος».

«Είχα ό,τι ήθελα. Όλοι μου κάναν τα χατίρια. Όμως, δεν είχε γούστο. Το ήξερα απ’ τα πριν. Εκτός, εκτός από τον Άρη· κι ας ήταν τα χατίρια τα πιο απίθανα, όπως, ας πούμε, να χορεύω πάνω στην κοιλιά του. Μας περίμενε. Όλους. Αλλά κυρίως εμένα, με ύφος τάχα αδιάφορο. Έτσι άρχιζε το παιχνίδι –της επίθεσης, της σαγήνης, της υποταγής. Έπρεπε να θέλει να μου κάνει το χατίρι, χωρίς παρακάλια απ’ τη μεριά μου. Πλενόμουνα προσεχτικά στον νιπτήρα, με τις ώρες, του τραγουδούσα, του χόρευα. Μια μέρα, θυμάμαι, έπαιζε μ’ ένα φακό, τον αναβόσβηνε. Μου κίνησε έτσι το ενδιαφέρον και, φυσικά, την επιθυμία να κάνω το ίδιο. Παράτησα τον φακό, γιατί δεν τα κατάφερνα, και το είπα. Είπα: “Δεν μπορώ…” Ξέρω πως κείνη τη μέρα ο παππούς με αγάπησε πολύ. Το είπε στην Καίτη. Γιατί; Γιατί είχα πει “όχι”, γιατί είπα “δεν μπορώ”, εξηγώντας την αδυναμία μου, γιατί την παραδέχτηκα.

Ξεδιπλώναμε κάθε βράδυ τις αφίσες – και ήταν πολλές. Δεν ήταν μάθημα γεωγραφίας, αλλά ζωγραφικής. Τελικά, κολλήσαμε στον τοίχο την αφίσα της Πορτογαλίας. Ήταν, βλέπεις, η εποχή της “Επανάστασης των Γαρυφάλλων”. Το παιχνίδι – μάθημα συνεχίστηκε με τη μουσική. Για πολλά απογεύματα, ακούγαμε μαζί έναν μεγάλο δίσκο. “Τον έφερα για σένα”, μου είχε πει. Έπρεπε, λοιπόν, στο τέλος πολλών ακροάσεων, να είμαι σε θέση να μαντέψω τι αντιπροσωπεύει κάθε όργανο. Ποιος μουσικός φθόγγος είναι η γάτα, το καναρίνι ή το αγόρι, ο κεντρικός ήρωας. Ήταν “Ο Πέτρος και ο λύκος” του Σεργκέι Προκόφιεφ, με αφηγητή τον Ζεράρ Φιλίπ. Κάθε επιτυχημένη απάντηση είχε την ανταμοιβή της. Τις καραμέλες δεν τις αγαπούσα. Προτιμούσα ένα φιλί. Αυτός ήταν ο παππούς μου – για μένα».

* Το κείμενο είναι αποτέλεσμα συρραφής διαφόρων άλλων κειμένων από το διαδίκτυο και των δύο προαναφερθέντων δημοσιευμάτων από τις εφημερίδες «Ελευθεροτυπία» και «Η Καθημερινή».

Θλίβομαι

Θλίβομαι όταν οι ακτίνες των στίχων

δεν είναι ικανοί να μπλεχτούν

με τα χνώτα των εγκαταλειμμένων σκυλιών

στις βρώμικες γωνιές των δρόμων

 

εκεί που η ανταλλαγή σπέρματος και πρέζας

γίνεται ανάγκη επιβίωσης

 

εκεί που ο αγέρας της δημιουργίας

δεν μπορεί να διαδεχθεί

τα είδωλα της κατάπτωσης

που ως άλλοι αρχαίοι κίονες

κατέπεσαν απ’ την αδιαφορία

και την έλλειψη ζήτησης

στα χρηματιστήρια της τέχνης

 

κι οι μυρωδιές τους χρησιμοποιούνται τώρα

ως υλικά από δεύτερο χέρι

σ’ εμπορικά παραρτήματα του χαμού.

 

Θλίβομαι όταν οι πτυχές των στίχων

δεν μπορούν να χωθούν κάτω

απ’ τα στρώματα των μεταναστών

που παζαρεύονται στις πιάτσες

για μια δουλειά έξι ωρών

με τις ταβανόβουρτσες τις αγορασμένες

την περίοδο των εκπτώσεων.

 

Θλίβομαι όταν η ποίηση του υπάρχοντος

είναι αδύναμη και φοβισμένη

να σπάσει τα λερά τζάμια

των εναπομεινάντων εργοστασίων

στα δυτικά προάστια

της φτώχιας και της ψυχοφθόρας ανεργίας,

όταν δεν μπορεί ν’ ανοίξει διάπλατα

τις πόρτες των πολυεθνικών σκανδάλων

στα ιλουστρασιόν μα βρωμερά γραφεία.

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Μονάχα με την ποίηση

Μονάχα με την ποίηση

Δε θα χαθούν ποτέ

Τα μεγάλα ιστιοφόρα της αυγής

Ούτε τα φώτα ούτε η χαρά

Ούτε τα δέντρα ούτε η νύχτα

Μονάχα με την ποίηση

Θα ‘μαστε ακόμα ικανοί

Να βλέπουμε και ν’ αγαπούμε

Να ονομάζουμε τα πράγματα

Με τις πιο καθημερινές λέξεις

Να λέμε το ψωμί ψωμί τη σκάφη σκάφη

Και μ’ ένα βλέμμα να οδηγούμαστε

Σε μιαν αλήθεια οριστική

Μονάχα με την ποίηση

Θα μεγαλώσουνε τα στάχυα

Και τα στήθη των κοριτσιών

Το ποτάμι θ’ απομείνει ποτάμι

Η θάλασσα θάλασσα

Κι ο ουρανός ουρανός

Μονάχα με την ποίηση

Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τ’ αστέρια

Μέσα στις καπνοδόχες

Κι όλη τη θλίψη που ενδημεί

Στο βάθος των ματιών

Και θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε

Το γενέθλιο χωριό μας

Παραχωμένο μες στα χιόνια

Μονάχα με την ποίηση

Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τον έρωτα

Και πατώντας από κλωνί σε κλωνί

Κι από ελπίδα σ’ ελπίδα

Θα εγκαθιδρύσουμε

Την αγνή βασιλεία των φτερών

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

εις μνήμην (1916-2011)

 

Κάποιες φορές


Κάποιες φορές μ’ ενοχλούν οι λέξεις
οι ακαθόριστες ουσίες που φτερουγίζουν
κάνοντας αστεία και χαριτολογώντας
σ’ έρημους δρόμους
πνιγμένων νοσταλγιών
κι ανύπαρκτων ελεγείων ιδροκοπώντας
με διαθέσεις αναπάντητες

κάποιες φορές είναι κάτι λέξεις
που με περικυκλώνουν με σφοδρότητα
άλλοτε γκρίζα κι άλλοτε γαλάζια σύννεφα
χωρίς να φεύγουν βιαστικά
όπως η ράθυμα γρήγορη ζωή της πόλης
που είναι πυρκαγιά και καπνός
και κύμα λάσπης μετά από μπουρίνι
τραχύ και διαρκές

αυτές οι λέξεις είναι που πασχίζουν
να πλάσουν τις επιθυμίες μου
γιατί δεν ερχόμαστε έτσι ξαφνικά
σ’ αυτούς τους κόσμους
δεν είμαστε φεγγάρια που δύουν
αφήνοντας πίσω τους
κουφάρια να χοροπηδάνε

δεν είμαστε αυτοί που χορεύουν
μόνο για μια στιγμή στο νερό
κομπάρσοι σε παλιοκαιρίστικα θέατρα
δεν εκπροσωπούμε αυτούς που έρχονται
από τόπους με κουρασμένες βροχές
μελοδράματα χωρίς συνθέτες
ούτε απηχούμε μουσική που εξώκοιλε
αλλά και πάλι δεν καραδοκούμε
ν’ αποδομήσουμε τα ήδη αποδομηθέντα

είμαστε εδώ για να τσακίσουμε
εν ώρα εξέγερσης τα ψευτοπλάσματα
για να μην κοντοσταθούμε
σε κανένα σύνορο
για να μετατρέψουμε
την κάθε ευδαιμονία
σε υπόθεση όλων

οι ενοράσεις μας είναι μακρινές
κι έχουμε πολλά ονειροδράματα να υποστούμε
να διοργανώσουμε πολλές ακόμα
ανελέητες διαμαρτυρίες
σ’ αυτούς που σφυρίζουν τυχαία
και καμώνονται ότι συνθέτουν
αληθινά παραμύθια γι’ αγρίους
και μεταξωτά βρακιά

η ποίησή μας είναι ακόμα υπ’ ατμόν
γιατί ο χρόνος συνεχίζει να στάζει αίμα
και τα εργατικά ωράρια εξακολουθούν
να κολυμπούν στον ιδρώτα
οι αλήθειες μας δεν έχουν ακόμα επιβεβαιωθεί
η δικαιοσύνη εξακολουθεί να είναι άδικη
κι όσοι δεν σφάζονται
από την πολιτιστική μας υπεροψία
υποτάσσονται και συνάπτουν
ειρήνη άρον-άρον
καθώς οι μετοχές αυξάνονται
στα χρηματιστήρια
και κάποιοι προσεύχονται
πιστά σε κάποιο θεό.

το βάσανό μας τείνει να γίνει
μια γκρίζα νεφελώδης κηλίδα
που πολεμάει να δραπετεύσει
μέσα από δάση κομμένων λουλουδιών
ορίζοντες που ξεσπάνε σε λυγμούς
και συνήθεις επικλήσεις στο όποιο κέρδος

αλλά δεν πρέπει να χαθούν
τέτοια μάτια
δεν πρέπει να εξαφανιστούν
σαν το χρυσάφι και τα λάφυρα
των περασμένων αιώνων
να μην κοπιάσει η ανάγκη μας
σαν μεροκάματο σε ορυχείο
με ρυτίδες κι έγνοιες
που δεν είναι δικές μας.

5/10/2006

Ένα Απόγευμα Ποίησης Με τον Δημήτρη Τσαλουμά

Ο Δημήτρης Τσαλουμάς είναι ένας από τους πλέον ονομαστούς ποιητές της ελληνικής Διασποράς στην Αυστραλία.

Κατέκτησε την εξέχουσα αυτή θέση το 1983 με τη βράβευση της δίγλωσσης ποιητικής του συλλογής Το Παρατηρητήριο /  The Observatory. Ο Τσαλουμάς αποτελεί σπάνιο παράδειγμα συγγραφέα ο οποίος μπορεί να εκφραστεί εξίσου θαυμάσια και στη γλώσσα της χώρας που υιοθέτησε ως δεύτερη πατρίδα του, και τα βιβλία του οποίου έχουν κυκλοφορήσει από τον Queensland University Press, ανάμεσα σε άλλους εκδοτικούς οίκους.

Η εκδήλωση αυτή παρέχει μια μοναδική ευκαιρία κυρίως στο αγγλόφωνο κοινό να ακούσει τον ίδιο τον ίδιο τον ποιητή να διαβάζει επιλεγμένα ποιήματά του στην αγγλική γλώσσα. Επίσης, θα επιχειρήσει να αναλύσει την ποίησή του και θα απαντήσει σε ερωτήσεις του κοινού.

Κυριακή, 10 Απριλίου, 3.30 μ.μ

Στο κτίριο της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, 168 Lonsdale Street (3ος όροφος) στο κέντρο της πόλης.

Η είσοδος είναι δωρεάν.

Η εκδήλωση οργανώνεται από τον Ελληνο-Αυστραλιανό Πολιτιστικό Σύνδεσμο σε συνεργασία με την Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης και αποτελεί μέρος των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αντίποδες 2011.

#########

The Greek-Australian Cultural League

presents

AN AFTERNOON OF POETRY

with

DIMITRIS TSALOUMAS

Date:  SUNDAY 10th April

Time:   3.30 pm

Venue: Greek Community Building

168 Lonsdale Street

Melbourne

Dimitris Tsaloumas is a renowned poet of the Greek Diaspora in Australia.

He came into prominence in 1983 with his award-winning bilingual book, The Observatory. Tsaloumas is that rare example of writer who can write equally well in the language of his adopted country, and whose books have been published by Queensland University Press, among others.

This Reading will give a unique opportunity to an English-speaking audience to hear the poet read a selection of his works, in English. He will also discuss his poetry and will answer questions from the audience.

Dimitris Tsaloumas is a poet of two worlds who possesses the migrant’s ‘dual vision’ and from the antipodes of the world ‘raises his prophetic voice until it forces through and attains universality’.

The event will be chaired by Helen Nickas

 

 

Νίκος Καρούζος, Αἰώρηση

στο Θάνο Κωνσταντινίδη

Στὸν οὐρανὸ οἱ δυνατότητες
εἶναι μόνο συναρπαστικές.
Καθὼς κρεμόμουνα στὸν ἀέρα
κρατημένος ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
σὲ μυθικὴ ὀθόνη τῆς φαντασίας
παρατηροῦσα τὶς τιμὲς
τῶν στοιχείων τοῦ αἵματός μου
κι ἄκουγα μία ἐκθαμβωτικὴ μουσικὴ πράξη
σχεδὸν ἐξωανθρώπινη
πρὸς τ᾿ ἀριστερὰ στὸ γεωγραφικὸ χάρτη
στὸ σημεῖο ποὺ βρίσκεται τὸ βουνὸ Τρόμος
τυλιγμένο πάντοτε μ᾿ ἀστραπὲς
καὶ ἔκπαγλες καταιγίδες.
Ἐκεῖ ἀνέβηκα μία φορά.
Ἐκεῖ πρωτάκουσα τὸ τραγούδι
ποὺ ἔλεγε ἀνήκουμε στὰ νερά.
Κι ἀπ᾿ τὴν ἄλλη ἔλαμπε ὁ Ἐκκλησιαστής.
Ἀπὸ καιρὸ γνώριζα πὼς τὸ αἷμα
περιέχει ὅλο τὸ μυστήριο
ποὺ δίνεται μὲ σημάδια
στὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ πλήρη ἀσυνέχεια.
Μήπως ἡ κυκλοφορία; –
διερωτήθηκε ὁ λαμπρὸς Καὶ αἰφνιδίως
ἦρθε στὸ μυαλό μου ὁ Λεονάρντο
ποὺ ἤξερε θεσπέσιες εἰδήσεις ἀπ᾿ τὸ σῶμα.

Νίκος Καρούζος
29 Αὐγούστου 1990

Suspension

To Thanos Konstantinidis

In the sky, possibilities

are naught but thrilling.

As I was hanging in the air

holding on to a pure white cloud

on a mythic screen of the imagination,

I observed the quotations

of the elements of my blood

and heard a dazzling musical act

practically non-human

on the left of the geographical map

at the point at which Mt. Terror lies

always wreathed in lightning

and blinding storms.

I went up there once.

There I first heard the song

that said: we belong to water.

And on the other side Ecclesiastes shined.

For some time now I’ve known that the blood

contains all the mystery

which is given through signs

to the human mind, and complete discontinuity.

The circulation perhaps?

queried the brilliant pathologist.

And suddenly

Leonardo came to mind

who knew what exquisite information derives from the body.

Nikos Karouzos

29 August 1990

Translation: Philip Ramp

Χωρίς Προοπτική / Without a perspective


* Τα μικρά αυτά ποιήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή γράφτηκαν στη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας στην Ελλάδα (Καλαμάτα, Αυλώνα, Ρόδος) και έκτοτε τα επεξεργάστηκα κάποιες φορές. Στη μορφή που δίνεται εδώ η συλλογή παρουσιάστηκε σε διάφορες εκδηλώσεις στη Μελβούρνη (Saloni M Dante Upstairs 2004, La Mama Αύγουστος 2007 κ.α.). Περιλαμβάνεται στο ανθολόγιο του Melbourne Poetrs Union που εκδόθηκε το 2008 με τον τίτλο Hidden Treasure – Mutlicultural Voices of Melbourne, ενώ εκδόθηκε επίσης σε ξεχωριστό ένθετο μικρού σχήματος στο τεύχος 14 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009) του περιοδικού Ένεκεν από τη Θεσσαλονίκη. Η αγγλική μετάφραση είναι δική μου και την επιμέλειά της είχε η Angela Costi.

 

Έρχομαι από το πουθενά.
Τραβώ για το πουθενά.
Όσοι έρχονται από το πουθενά
Δεν είναι γελαστοί
είναι φοβισμένοι.
Τα μερόνυχτα μεγάλα χασματικά κενά.
Θέλω να φωνάξω, μα είμαι πνιγμένος.
Ένα παράδοξο βάρος
μου σφίγγει την αναπνοή.
Ζητώ ένα ψίχουλο βοήθειας.
Ένα νόημα ζεστό κι απάνεμο.

Η σκιά μου βαριά και ράθυμη.
Περιπλανιέται άσκοπα σε θαμπά φώτα.
Κρύβω το τσιγάρο μεσ’ την κάνη του όπλου.
Τα στιγμιαία όνειρα με πλήττουν.
Κομμάτια σ’ αμόνια πυρωμένης λάβας.
Τα χέρια μου ψάχνουν τοίχο
ν’ απλώσουν την έντασή τους.
Το μυαλό μου σε συνεχή ημικύκλια
προς τα πίσω.
Ένα λεπτό θανάτου
όταν οι μεγάλοι μιλάνε για ειρήνη.
Χωλαίνουν οι ανάσες μου.
Νυχτερινές ευαισθησίες ελέγχονται
από μυστικούς δέκτες…

Μου κόλλησαν έναν αριθμό
αντί για όνομα.
Έκλεισαν την καρδιά μου
σ’ ένα συρματόπλεγμα.
Παγίδεψαν την ελπίδα μου
σαν πουλί σε ξόβεργα
Και μ’ ονόμασαν στρατιώτη…

Ελπίδες κολλάνε σε γρανάζια σιωπής.
Λυγμοί άχαροι
στροβιλίζονται στο χρόνο.
Το κρύο σαν λιτανεία σκελετωμένη.
Με τρυπάει κατάσαρκα…
Η νύχτα βογκάει στα σπλάγχνα μου.
Οι δρόμοι της αγρύπνιας στάζουν αίμα.
Κλειστή κοινωνία, ερμητική,
Όπου η ύπαρξή μου δολοφονείται
Σε στενότερο κύκλο.

Ο μεγάλος θάνατος είναι εδώ.
Στα σύνορα που είναι φυλακή.
Στον ήλιο που αρνείται να λάμψει.
Στις καρφωμένες παλάμες στα σίδερα.
Στους τάφους των κραυγών μου.
Στα πέτρινα κύματα της ψυχής μου.
Στις ώρες που αυλακώνω τα χέρια μου.
Στην ερημιά όπου τεμαχίζονται οι ελπίδες μου.

Ο χρόνος αιώνιο κουφάρι.
Στεναγμοί που αυτοκτονούν
στον πάτο ενός ονείρου.
Πνοή κομμένη στα δύο
στην καταιγίδα που έρχεται.
Ούτε ένα ίχνος ανατολής
Στην πρωινή καταχνιά.
Ούτε μια υποψία ηλιαχτίδας
στο μουντό άδειο.
Πίσω απ’ τις παλάμες μου κρύβομαι
τραγικά απροσάρμοστος.
Τρυφερότητες που καίγονται
σε λάκκους γεμάτους ασβέστη.

Δυό γράμματα μισοτελειωμένα
σαν όνειρα πληγωμένα απ’ το χρόνο.
Τα πνευμόνια γεμάτα σκόνη
και μια θλίψη με τριγυρίζει
Το μεσημεριανό φως κιτρινίζει
στις σελίδες του πόνου,
στον απόηχο των εκτελέσεων,
στα βογκητά της θύελλας.
Ξυπόλητος στο χώμα,
Με μια ζάλη από θλιμμένα όνειρα.
Υπάρχω χωρίς προοπτική.
Δεν έχω χαμόγελο.
Δεν έχω δάκρυ.
Δεν έχω τίποτα.

Όλα με μαστιγώνουν κατάσαρκα.
Και τα χάλκινα παραπετάσματα
μιας ανυπόστατης δημιουργίας.
Κι ο πόνος που βαδίζει
σ’ άχαρα μονοπάτια.
Κι οι μεταλλικές μου φλέβες
ξέμακρα απ’ το χαραγμένο μου στήθος.
Κι οι φονιάδες που τριγυρνάνε
με πυρηνικά μαστίγια.
Κι οι τιποτένιοι αγοραστές των άστρων.
Κι οι ηδονές των δημίων
όμοιες με μαύρες φτερούγες
Κι η άχνα απ’ το αίμα.
Όλα με μαστιγώνουν κατάσαρκα.

Ο ύπνος μοιάζει με θάνατο.
Τα χνώτα μυρίζουν θάνατο.
Προσποιούμαι ότι κοιμάμαι.
Ξυπνώ κι αρχίζω να σκίζω
μια φωτογραφία
σε μικρά κομματάκια.
Ο αγέρας τα παίρνει μαζί του.
Χορεύουν για λίγο στο κενό.
Κάποια κολλούν στην λάσπη.
Άλλα τα παρασέρνει
το νερό της βροχής.
Θεατής αδιάφορος είμαι,
Περιμένοντας τον μοναδικό ηθοποιό
Να προσποιηθεί για μένα, τον μοναδικό θεατή.

Οι κάνες των όπλων χάσκουν
σαν αδηφάγες τρύπες.
Μια διέξοδος κλείνεται
Με συρματόπλεγμα.
Δακτυλικά αποτυπώματα από αίμα.
Δεν υπάρχουν άγγελοι.
Δεν υπάρχουν εχθροί και φίλοι.
Νικητές και νικημένοι.
Η σιγή είν’ ο μόνος άρχοντας.
Κόσμος που κατοικείται από τάφους.

Ένας κύκλος χωρίς αρχή και τέλος.
Δεν έχω εχθρούς.
Δεν θέλω να σκοτώσω.
Μια σφαίρα γράφει πάνω της τ’ όνομά μου.
Άστρο που χάνεται στο χάος.
Αφήνει πίσω του λίγο φως.
Μα σβήνει κι αυτό.
Σταυρός χωρίς ταυτότητα.
Τάφος χωρίς όνομα.
Μετάλλιο δείγμα καλού δολοφόνου.
Ξερνάω την ώρα της απονομής.

Έρχομαι από το πουθενά.
Τραβώ για το πουθενά.
Όσοι έρχονται από το πουθενά
Δεν είναι γελαστοί
#############

I’m coming from nowhere.
I’m going nowhere.
All those who come from nowhere
are not smiling,
they are afraid.
Days and nights are big empty chasms.
I want to scream but I am suffocated.
A strange burden
is squeezing my breath.
I ask for a helpful hand.
A meaning warm and ward.

My heavy and indolent shadow
wanders aimlessly in dim lights.
I hide the cigarette into the gun’s barrel.
The instantaneous dreams are striking me.
Pieces in anvils of a heated lava.
My hands are looking for a wall
to spread their stress.
My brain travels in continuous semi circles
backwards.
One minute of death when
the “Big Ones” speak about peace.
My breaths are limping.
Night’s sensitivity is controlled
by secret receivers.

They paste a number on me
instead of a name.
They closed my heart
in a razor wire.
They trapped my hope
as a bird in a lime-wig.
And they named me Soldier.

Hopes stuck in gears of silence.
Ungrateful sobs
are turning the time around.
Cold is a skeleton litany.
That makes holes in my body.
The night is moaning in my bowels.
The streets of wakefulness are dropping blood.
Closed society hermetic
where my existence is killed
in a closed circle.

The great death is here.
At the borders like prison.
In the sun which is refusing to shine.
In my nailed palms in the cages
In the graves of my screams.
In the stone waves of my soul.
In the times when I make groves in my hands.
In the desert where I cut my hopes in pieces.

Time is an eternal skeleton.
Sighs commit suicide
in the bottom of a dream.
My breath is cut in two
in the coming thunder storm.
Neither a trace of sunrise
in the morning fog,
nor a suspicion of sunrays
in the dark emptiness.
I’m hiding behind my palms,
tragically non-adapted.
Tenderness which is burnt
in holes filled with lime.

Two unfinished letters
like dreams wounded by time.
Lungs full of dust
and a grief surrounds me.
The noon light becomes yellow
in the pages of the pain
in the echo of the executions
in the groaning of the storm.
Barefoot in the ground
with a dizziness of sad dreams.
I exist without a perspective.
I have no laughter.
I have no tears.
I have nothing.

Everything flogs me to the skin.
And the copper curtains
of an unfounded creation.
And my pain walking in ungained paths.
And my metal veins
away from my engraved chest.
And the killers who are going around
with nuclear whips.
And the worthless buyers
of the stars.
And the pleasure of the executioners
similar with black wings.
And the steam of the blood…
Everything flogs me to the skin.

Sleep looks like death.
The breath smells of death.
I pretend I’m sleeping.
But I wake up and start tearing
a photograph
in small pieces.
The wind takes with it.
They are dancing for a while in space.
Some stuck in the mud.
Others are carried away
by the rain water.
I’m an indifferent spectator
waiting the only actor
to act for me,
the only one spectator.

The gun’s barrels stand gaping
as voracious holes.
A passage is closed
with a wire netting.
Fingerprints from blood.
There are no angels.
There are no enemies and friends,
winners or losers.
Silence is the only lord.
A world, which is settled by graves.

A circle without a start and end.
I have no enemies.
I don’t want to kill.
A bullet with my name written on it.
A star gets lost in the chaos.
It leaves a small light behind,
but it blows out.
A cross without an identity.
A grave without a name.
A medal proof of a good killer.
I vomit in the awarding time.

I’m coming from nowhere.
I’m going nowhere.
All those who come from nowhere
are not smiling.

Αποστάγματα


Αποστάγματα σοφίας
αναβλύζουν απ’ τη ζωή
όπως ο μούστος των σταφυλιών
ξεχύνεται στα πατητήρια
της καθημερινότητάς μας.
Ανεπαίσθητα αποστάγματα
που θα γίνουν χείμαρροι,
καταιγίδες αγάπης
σε αέναη πάλη
με μια πόρνη σχέση,
κουρελιασμένη,
έτσι που το είναι μας
να μη φείδεται
κόπου και χρόνου
να υπερβεί τις όποιες ροές
της ξεκληρισμένης ζήσης
της πλύστρας μάνας,
της δούλας κόρης…,
έτσι που να ξαμοληθούν
τ’ άγρια πάθη σαν άτια
κι οι απωθημένες επιθυμίες
σαν οίστρος από μικρές τραγωδίες,
να γίνονται ένα οι παράνομοι καρποί τους
συναντώντας όλα τα ζώντα
ξωτικά του κόσμου.

14/1/2006

Αντιγόνη Κεφαλά “Sydney Journals – Reflections1970-2000”

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Ένα βιβλίο από τα μη συνηθισμένα ποιητικά της Αντιγόνης Κεφαλά. Γραμμένο από το σπίτι της στο Annandale του Σίδνεϊ, ολοκληρωμένο μέσα σε 30 χρόνια, αν και μέρη του έχουν γραφτεί ενόσω η συγγραφέας βρισκόταν στο Broken Hill και την Wilcannia, αλλά και στο Παρίσι, τη Βενετία, την Πράγα και την Αθήνα.

Στα “Sydney Journals” έρχεται στην επιφάνεια το λογοτεχνικό και ακαδημαϊκό περιβάλλον της συγγραφέως, ο στενός της κύκλος θα λέγαμε, αρκετά μέλη του οποίου είναι μετανάστες όπως και η ίδια. Ένας κόσμος που αποτελείται και καθορίζεται από τις μεταξύ των μελών του συζητήσεις για γενικότερα λογοτεχνικά, θεατρικά, εικαστικά, κινηματογραφικά και άλλα καλλιτεχνικά θέματα, αλλά και μια αδάμαστη φιλία.

Μια άλλη άκρως σημαντική πτυχή του έργου αυτού της Κεφαλά είναι ότι δίνεται μέσα απ’ αυτό ανάγλυφη η άποψη της ποιήτριας τόσο για τη δική της όσο και για τη γενικότερη δημόσια ζωή της περιόδου που καλύπτει το βιβλίο, τις εναλλαγές των εποχών, το μεγάλωμα της ίδιας και των κλειστών της φίλων καλλιτεχνών, αλλά και οι δραματικές εναλλαγές της πόλης του Σίδνεϊ και του περιβάλλοντος τοπίου.

Το γράψιμο της Κεφαλά είναι αρκετά αξιόλογο για την σαφήνεια, την ένταση, αλλά και τη λιτότητά του, κάτι που την έχει ήδη καταστήσει μία από τις σπουδαιότερες ημερολογιογράφους της Αυστραλίας.

Η συγγραφέας γεννήθηκε στη Ρουμανία από Έλληνες γονείς. Με το τέλος του Β΄ Παγκ. Πολέμου η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, απ’ όπου η ίδια μετανάστευσε στη Νέα Ζηλανδία, όπου φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Victoria του Wellington. Μένει και δημιουργεί στο Σίδνεϊ. Γράφει στα αγγλικά και έχει κυκλοφορήσει αρκετές ποιητικές συλλογές με πιο πρόσφατη την “Absence – New and Selected Poems” (εκδ. Hale and Iremonger).

Το “Sydney Journals” εκδόθηκε από το Giramondo Publishing. Επίσης, το 2009 κυκλοφόρησε το “The Confessions of a Cat”, σε ελληνοαγγλική έκδοση από το Owl Publishing.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της ΜελβούρνηςΝέος Κόσμος στις 10 Ιούλη 2010.