Υπό συνεχή αίρεση

Ο κάθε στίχος απόκρυφος
απόμερη λιτανεία
πραγματικότητα σ’ αναζήτηση
εξάσκηση του βλέμματος
στο απέραντο κενό
τροχοπέδηση της γλώσσας
σε πεδία ομιλίας μ’ άλλα μέσα

Πρωτογενή υλικά
σαν βαριά κληρονομιά
αλλά και πορείες ζωής
ακατάληπτες κι από δεύτερο χέρι

Διακηρύξεις βαρυσήμαντες
σαν δρόμοι π’ αφήνονται αφύλαχτοι
κι απαγορευμένες διαβάσεις
π’ οδηγούν σ’ εσωτερικές ατραπούς
όπου όλα και όλοι πλέκουν
συλλήβδην τους κοινωνικούς ιστούς
με πληθώρα αυτοσαρκασμών

Όλα κι όλοι
υπό συνεχή αίρεση

Βιασύνη / Hastiness

Όλα στον κόσμο τούτο
γίνονται βιαστικά
και κανείς δεν κλαίει
για κανέναν…

Η νύστα της πόλης
μας κυκλώνει
επίσης βιαστικά,

την ώρα που μοιάζει
με ορίζοντα
από το χτες
μέχρι το σήμερα…

Everything in this world
is done hastily
and no one cries
for no one.

The city’s drowsiness
surrounds us
also hastily

at the time it resembles
a horizon
from yesterday
to today…

Τι και πώς;


Δεν μπορείς να λάμψεις με ρηχή τη σκέψη
είσαι θεός καταβυθισμένος
σε υπόγεια σεβασμού και προσευχών
σ’ ερμητικούς ψυχοδιαδρόμους.

Βλέπεις το φως απ’ άρρωστους λαμπτήρες
καμιά ηθική λύτρωση δεν σε σώζει
όσο ο επίμονος γδούπος του σφυριού
ηχεί στο αμόνι της ταξικής εκμετάλλευσης.

Ποιες ηλιαχτίδες κι αρώματα;
Ποιες αμέριμνες μελωδίες πουλιών;
Όλα αυτά σ’ ένα φλογισμένο κόσμο;
Σ’ έναν κόσμο αναστεναγμών
και ξεχειλωμένων τυπολατριών;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η Ευλογία της Έλλειψης


Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου

ό,τι μου λείπει με προστατεύει

από κείνο που θα χάσω

όλες οι ικανότητές μου

που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής

με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό

άχρηστες, ανούσιες.

Ό,τι μου λείπει με διδάσκει

ό,τι μου ‘χει απομείνει

μ’ αποπροσανατολίζει

γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν

σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.

Δεν μπορώ, δεν τολμώ

ούτ’ έναν άγγελο περαστικό

να φανταστώ γιατί εγώ

σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους

κατεβαίνω.

Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν

έγινε φίλη καλή

μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.

Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–

στέρησέ με κι άλλο

για να επιζήσω.

* Από το βιβλίο: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Η ανορεξία της ύπαρξης», Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2011.

Μάρκος Μέσκος, Τα ανώνυμα (I)


Έλα λοιπόν όσον ακούγεται η μουσική

με τον φλογερό ήλιο και τη φεγγαριά

μέσα στην άσπρη φλοκάτη ενός σύννεφου.

Πουλάρια οι λέξεις μου – ποδοβολητό

στο αίμα δάγκωμα στην καρδιά. Πρόσεχε

μην ακουστούν οι χιονοστιβάδες του δάσους

και βγουν τα θηρία από τα σύνορα –

οι λέξεις ακίνητες με το καρφί στο μάτι

στη γλώσσα που είχε νερό

και γύριζε καθώς μύλος στο ποτάμι.

Τα χέρια πιστάγκωνα δεμένα, τ’ άλογα φοβούνται

και διαστέλλουν τα μάτια περίτρομα –

έλα λοιπόν όσον ακούγεται η μουσική

κι ο ψίθυρος των πουλιών σούρουπο

στου ύπνου τα στασίδια.

Από τη συλλογή Τα ανώνυμα (1971)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8904.45#ixzz1Jixy3VEM

Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης


1

Ξεσκισμένες ταινίες
κνόδαλα της ζωής
σαν να μαζεύεις τα ξέφτια
του απομεσήμερου
στα γυμνά σου πόδια
σπουργίτια που κροταλίζουν
τα ψίχουλα της αδράνειας

2

ήχοι διαθλώνται σε παράταξη
με τύμπανα από τότε
σαν φύλλα που πέφτουν
από τον αγέρα χτυπημένα
σαν παιδιά που ξεκλέβουν τις ώρες

3

η πάχνη της νύχτας
το μουντό χρώμα
του πρωινού σημάδι
στην επερχόμενη μέρα
με ρυθμούς από ράμφη πουλιών
και χαλασμένες μηχανές

4

ο ήλιος δεν ανέτειλε
ο τελευταίος υπάλληλος αναχώρησε
κι ήμουν αυτός που
έκλεισε την πόρτα πίσω του
για τελευταία φορά.

5

πότε ακίνητοι
πότε τρεμάμενοι
σε μέρη που λέγονται
χώροι εργασίας
κραυγές αργόσυρτες
φωνές τσαλαπατημένες
έρμαια άνωθεν αποφάσεων
σε προκρούστεια κρεβάτια

6

πότε θα συναθροίσουμε
τα δάκρυά μας
πότε θα συσπειρώσουμε
τις οιμωγές μας
πότε θα ανασηκωθούμε
από τον ανοιχτό μας τάφο
που έχει τη μορφή
σελιλόϊντ ακρόασης

7

γωνιά τη γωνιά
κόγχη την κόγχη
μας παίρνουν το κατόπι
με προφυλάξεις
βρίσκονται στο διάβα μας
και όλα τα λιοντάρια
βρυχώνται
στις ορθάνοιχτες πόρτες
καθώς ακολουθούμε
τα χνάρια μας
απ’ τις ατέλειωτες μνήμες

8

πετάμε λίγη θάλασσα
στον ουρανό
να γίνει ένα ο κόσμος
μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
κάτι σαν ένα μικρό λάθος
που περικλείει
όλα τα πεντάχρονα πλάνα
της μελλοντικής μας
δημιουργίας

9

τη νύχτα της θύελλας
στα χιλιόμετρα της αγρύπνιας
στη σάρκα και το αίμα
αγαπάμε όλο και πιο
καθοριστικά
αλλά το μεγάλο στοίχημα
είναι να διατηρήσουμε
αναμμένη τη μικρή
σταγόνα της βροχής

10

φεύγουμε σαν το όνειρο
ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός
απ’ τη χαραμάδα του χρόνου
αποχωρώντας απ’ τη σκηνή
με φωνή αλαργινή
και δειλές φλόγες

11

το κορμί
πεταμένο φύλλο
κλώτσος του καθένα
ανάπηροι ήλιοι
σε αμμουδιές εγκατάλειψης
ανεστραμμένες υποστάσεις
παραπλανητικά
ζεστών προσώπων
και τα εφήμερα απάγκια
κι οι σπασμένες κούκλες
των βιτρινών
μετά τη λεηλασία
και την άμπτωτη
των νοθευμένων χνώτων

12

να πιαστούμε από αλήτες
συννεφιασμένους πασχίζουμε
που τα παίζουν όλα για όλα
με άδεια μπουκάλια
βλέμματα στον ουρανό
να κατεβάσει το όποιο μάννα
να διαβούμε σε ρυάκια
με βάρκα βομβαρδισμένη
αίμα ξερό και χαλασμένο

13

η σιγανή φωνή μας
τιτίβισμα σπουργιτιού
που δεν ήρθε με χέρια
ολόλευκα κλαίει τη νύχτα
πίσω από καθρέφτες
ή συνωστίζεται
σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας
για μια στιγμή υπόληψης

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Αντίποδες Νο55, 2009.

Τα ίδια…


Επιστρέφω δίχως να έχω φύγει,
αλλά οι αποχρώσεις είναι οι ίδιες,
ο μύθος παραμένει ο ίδιος,
τα κιτρινισμένα χειρόγραφα στα ίδια συρτάρια,
τα βιωματικά σύνδρομα
κι οι επίκτητες ανάγκες των συντρόφων
φαντάζουν οι ίδιες κι απαράλλαχτες,
η ίδια κατάρρευση επικρατεί κάτω από τα ερείπια
αλληγοριών χωρίς περιθώρια αναπνοής…
Βλέπω τα ίδια τραπεζάκια με τους ίδιους θαμώνες
που τόσα χρόνια προσπαθούν ν’ αποκτήσουν οντότητα
μέσα από πλαστά πεδία αναγκών όμοια με άτεχνα πρωτόλεια
φτιαγμένα με υλικά που δεν… κολλάνε μεταξύ τους.
Βλέπω τον ξεπεσμό της πράξης σε μόχθο,
ανθρώπους χωρίς καρδιές
ν’ αποχωρίζονται τον εαυτό τους
σαν η ηδονή ν’ αποχωρίζεται την ευδαιμονία
και να μετατρέπεται σε υποκριτική αυλαία…

Εξαΰλωση


Ξεθυμάναμε πλέον
σε δεκαετίες που εξαερώθηκαν
σαν παλιομοδίτικες σακαράκες,
που μοιάζουν με τη μνήμη μας

με τα φιδίσια μονοπάτια
τ’ ανισόπεδα σκαλιά
και τα δρομάκια
στις άκρες των γκρεμών…

Δεν είναι καλοκαίρι

Δεν είναι καλοκαίρι

δεν είναι άνοιξη

είναι χειμώνας

περνάν τα χρόνια

περνούν οι εποχές

κι αυτή η καρδιά

ως πότε θ’αντέξει;

σήμερα είδα έναν άνθρωπο

φώναζε

στριφογύριζε μ’ ορμή

το σακάκι του

και φώναζε

για το Διάβολο

και το Θεό

κι εγώ με το μπερέ

και το κόκκινο κασκόλ

ξεχνάω

ολοένα ξεχνάω

σε λίγο θα ξεχάσω

και ποιος είμαι

και τότε. . .

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Τι και πώς;

Δεν μπορείς να λάμψεις με ρηχή τη σκέψη.

είσαι θεός καταβυθισμένος

σε υπόγεια σεβασμού και προσευχών

σ’ ερμητικούς ψυχοδιαδρόμους.

Βλέπεις το φως απ’ άρρωστους λαμπτήρες

καμιά ηθική λύτρωση δεν σε σώζει

όσο ο επίμονος γδούπος του σφυριού

ηχεί στο αμόνι της ταξικής εκμετάλλευσης.

Ποιες ηλιαχτίδες κι αρώματα;

Ποιες αμέριμνες μελωδίες πουλιών;

Όλα αυτά σ’ ένα φλογισμένο κόσμο;

Σ’ έναν κόσμο αναστεναγμών

και ξεχειλωμένων τυπολατριών;