Άρης Αλεξάνδρου, Ανεπίδοτα γράμματα

3

Είμαι ξυπόλυτο σπερνό με ένα κομμένο σπάγγο.

Όταν ξαπλώνω για τη νύχτα

νιώθω να στρογγυλεύουν ο πέτρες στο βυθό

όπως ακούς το καλοκαίρι

τρεις γυναίκες που περνάνε

κρύβοντας το γέλιο στην παλάμη.

Ένα ξυπόλυτο σπερνό με την άγκυρα στα φύκια.

13

Σύντροφε, κοιμάσαι;

Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού

που να βουλιάζουν οι λέξεις στο χαρτί

σαν τη σιωπή μου

στις κόρες των ματιών της;

Πάθη

Τα πάθη μας μάς μεθούν ασυναίσθητα
με τις τρεμουλιαστές ροές τους
σε κάθε πρώτο σκίρτημα της αγάπης.

Ανεμοδαρμένα πάθη
θαλασσοφίλητα κι αστροφωτισμένα
μεσ’ της ζήσης μας τ’ αμέτρητα χιλιόμετρα,
που κάνουν τρελούς κι απόκληρους,
έγκλειστους και χαμίνια του δρόμου,
πόρνες και ληστές τραπεζών,
πότες και παραδουλεύτρες,
παράξενους κι αποδιωγμένους
να οδηγήσουν τα βήματά τους όπου θέλουν
μπούσουλα και θεμέλιο
κάθε ανήκουστης περιπέτειας.

Μακάριοι αυτοί που επιζητούν
μαζί με τη βασιλεία της μαγείας
να κληρονομήσουν τα πάθη ως απάγκιο
κι όχι ως άγευστα κι άχρωμα θραύσματα
από ένα αόριστο μέλλον.

Πίστη

Η πίστη βρίσκεται στην ίδια την ύπαρξη
γιατί μοιραζόμαστε τα ίδια σύνδρομα
μ’ ανθρώπους που ούτε καν γνωρίζουμε
γιατί στερηθήκαμε το ψωμί και το νερό
και ξεπουλήσαμε τα ρούχα μας σε τιμή ευκαιρίας
γιατί δουλέψαμε σε χίλια επαγγέλματα
και συρθήκαμε γυμνοί και πεινασμένοι.

Και δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
παρ’ ότι οι μολυσμένες ατμόσφαιρες
ηχογραφούνται στις ανάσες μας
μ’ ένα ψεύτικο πάθος σαν σήμα κατατεθέν
παρ’ ότι η νιότη μας θρυμματίστηκε
κι οι Ερινύες ήρθαν καταπάνω μας σαν εφιάλτες.

Και δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
κι ας ρέουν οι μελαγχολίες μας δήθεν άπλετοι φωτισμοί
κι ας μας στέρησαν το μητρικό φιλί
κι ας μη γνωρίσαμε τους πατέρες μας
πλαστογραφώντας την ιστορική μας υπόσταση.

Για μια ακόμα φορά,
δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
γιατί είμαστε οι λάτρεις του ήλιου
και τα τραγούδια μας φωτίζουν τον κόσμο
κι οι κραυγές μας προκαλούν τους ορίζοντες
και τα αισθήματά μας δραπετεύουν
επανερχόμενα στο προσκήνιο
από την κλεισούρα του εαυτού τους
γινόμενα βάλσαμο σε πληγές
πράξεις κοινωνικής έγερσης
που αιφνιδιάζει τους πάντες.

Τέλος, ξανά και ξανά,
δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
γιατί ένας χτύπος της καρδιάς μας
είναι καθοριστικός
κι ένα χαμόγελό μας αρκεί.

Μάρκος Μέσκος, Μουχαρέμ (εκδ. Νεφέλη)

Το τρίτο πεζογραφικό βιβλίο του -και ποιητή- Μάρκου Μέσκου με οκτώ πεζά, γραμμένα είκοσι χρόνια μετά τις δύο προηγούμενες συλλογές πεζών («Κομμένη γλώσσα» και «Παιχνίδια στον Παράδεισο»). Σύντομα πεζά εξαιρετικής πυκνότητας, συνθέτουν μια μυθολογία που ξεκινά πριν από ενάμιση αιώνα στον χώρο γύρω από τα Βοδενά και παρακολουθεί τους ανθρώπους στο πέρασμα των εποχών. Το ομότιτλο πεζό του βιβλίου αυτού, αν και γραμμένο τελευταίο, δίνει τον κορμό αυτής της μυθολογίας, τα ονόματα έρχονται και δένουν με τις ιστορίες και προς συμπλήρωση όσων πεζών προηγήθηκαν. Στο «Μουχαρέμ», ο παππούς ανιστορεί τα του βίου του, από το 1866 που γεννήθηκε στο τότε Γραμματίκοβο μέχρι το 1954, όταν «έπεσε στον βυθό» και τελείωσε.

Στο χάνι του Τουρκαλβανού Μουχαρέμ, στα Στενά της Εδεσσας, από όπου κάποτε περνούσε η Εγνατία Οδός, έγιναν βίαιες συγκρούσεις Βουλγάρων κομιτατζήδων με Ελληνες. Αργότερα, στην ίδια στρατηγική θέση, σημειώθηκαν μάχες Γερμανών, Ιταλών και Ελλήνων. Ύστερα, οι Ελληνες χωρίστηκαν στα δύο, σε Μπλε και Πράσινους, όπως τους αποκαλεί ο συγγραφέας, λες και πρόκειται για τους Βένετους και τους Πράσινους των βυζαντινών χρόνων, οπότε και άρχισε στον ίδιο τόπο η αναμεταξύ τους διαμάχη.

Στις διηγήσεις του Μ. Μέσκου πλανιέται η αμφιβολία για το σκοπό του αγώνα των Πράσινων· «στην τσέπη μας ή στον αέρα», οι ιδέες; «Σε αλλεπάλληλους κύκλους… συγκίνηση και συνειρμοί…».

«Μνήμες ζωής ο θάνατος» είναι ο τίτλος ενός άλλου πεζού. Η σαββατιάτικη επίσκεψη στον τάφο της γιαγιάς στέκεται η αφορμή για ένα προσκλητήριο αφανών που παρατάσσονται δίπλα σε όσους συγκράτησε η Ιστορία, από τα βάθη των αιώνων μέχρι το άδηλο μέλλον. Επικεφαλής ο κατ’ εξοχήν νεκρός είναι αυτός που σημαδεύει με τον θάνατό του την εφηβεία. Ο Μ. Μέσκος αποτυπώνει «το αλισβερίσι της αιώνιας ματαιότητας».

Τα οκτώ πεζά θα μπορούσαν να ονομαστούν και αφηγήματα, εκτός από το «Μουχαρέμ», που έχει την αυτοτέλεια νουβέλας, και το εναρκτήριο πεζό, το θαυμάσιο διήγημα «Ο κόκορας».

Στο πεζό «Στο Φανάρι», αφιερωμένο «στο φίλο από τη Βιζύη», ο συγγραφέας παρουσιάζει με παιγνιώδη τρόπο τη «συμβίωση» στην παραλία με μια μεσόκοπη Τουρκάλα. Ενας χαρακτήρας που θυμίζει Μοσκώβ-Σελήμ, όπως ορέγεται τη θάλασσα και, παρά την παραδοσιακή της φορεσιά, τελικά ενδίδει στον πειρασμό.

Ο Μ. Μέσκος, μέσα από αυτή την ελλειπτική έως κρυπτική γραφή, αρθρώνει έναν αντίλογο στη βαρβαρότητα της εποχής μας. Ο γενέθλιος τόπος του ποιητή είναι φτιαγμένος από μαύρη πέτρα, όπως δηλώνει και η ονομασία Καρακάμεν για το όρος Βέρμιο.

Πεζά όπου ο συγγραφέας φανερώνεται αμφίθυμος, σαν να προσθέτει περισσότερο λευκό «στα ολόμαυρα του θανάτου». Παρατηρούμε ότι οι ιστορίες από το μακρινό παρελθόν, με τη μετακένωσή τους στο «συγκοινωνούν δοχείο της πεζογραφίας», αποκτούν διαφορετικές προοπτικές. Και ο Μ. Μέσκος θέλει να τις αναδείξει.

Ο Μάρκος Μέσκος γεννήθηκε το 1935 στην Έδεσσα όπου και τέλειωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Εργάστηκε αρχικά στο εμπορικό του πατέρα του. Από το 1965 ως γραφίστας, καλλιτεχνικός διευθυντής σε διαφημιστικά γραφεία και επιμελητής εκδόσεων στην Αθήνα. Το 1981 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Έχει γράψει ποίηση, πεζά και δοκίμια προσωπικών αφορμήσεων.

Μέλος των ομάδων των περιοδικών “Σημειώσεις” (αρχικά “Μαρτυρίες” και “Προτάσεις”) και “Χειρόγραφα” στη Θεσσαλονίκη.

Εργασίες του υπάρχουν στον τοπικό Τύπο της ιδιαίτερης πατρίδας του, σε περιοδικά και ανθολογίες. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες. Βραβεύτηκε με το βραβείο ποίησης του περιοδικού “Διαβάζω” το 1996 για τη συλλογή “Χαιρετισμοί” και με το βραβείο Καβάφη 2005.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, στις 20 Απρίλη 2011.

Οι νέοι βωμοί

Γεννιόμαστε σε πέτρες,
σε τοπία που ποτέ δεν νοτίζονται
από κανένα νάμα
και καμιά πυγολαμπίδα
δεν δίνει το φως της το αμυδρό
στα φυλακισμένα βλέμματα.

Γεννιόμαστε σ’ απέραντες ξερολιθιές
όπου κανένα λεπτό της ώρας
δεν ξημερώνει δημιουργικό
και κανένας από μηχανής θεός
δεν προβάλλει ως λύτρωση
στη διάφανη φυλακή μας.

Σ’ αυτόν τον ορίζοντα της ξεραΐλας,
οι σάρκες οι σιτεμένες
γίνονται βορρά των κοράκων
κι η ιδιοτέλεια στήνει χορούς
σε δεξιώσεις συμφοράς
μ’ ακαθόριστους καλεσμένους.

Μόνη φροντίδα του ιερατείου
οι κάλπικες επικλήσεις βροχής
κι οι αλλεπάλληλες δόσεις λησμονιάς
σαν αναποδογυρισμένα είδωλα
παράταιρων ντιρεκτίβων…
κι εμείς μόνο με φρούδες αρνήσεις.

Έτσι όλα είναι έτοιμα πλέον
για τους νέους βωμούς της εξουσίας,
τους θεμελιωμένους σε διαπλοκές,
χρηματιστηριακές ανεμοθύελλες
και οικονομικούς ισολογισμούς
ως άλλες εκατόμβες συνειδήσεων.

18/2/2006

Θωμάς Γκόρπας, Περιστατικό στην οδό Σταδίου


Ένα παιδί σωριάστηκε μες στη γιορτή του δρόμου.
Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυθισμένα.
Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε
το κορμί του σαν το ελάφι και σαν τ’ άλογο.
απ’ το στόμα του πετάχτηκαν αφροί
κι έπαιξαν στα μάτια σας
απ’ το στόμα κι απ’ τη μύτη τίναξε το αίμα του
που έκατσε στα μάτια σας κι άρχισε να κλαίει.
– Από πείνα. Είπατε.
Τα πόδια σας πως είναι ακόμα ανάλαφρα για τον περίπατό σας;
– Από πείνα. Είπατε.
Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραίοι μου από τους ώμους σας;
– Από πείνα. Είπατε.
Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και φώτα;
– Από πείνα. Είπατε.
Σηκώστε το λοιπόν να μη βουλιάξει ο δρόμος

Αργύρης Μαρνέρος, Δύο ποιήματα

Τροχός

Κάθε πρωί ψαχουλεύω

Τα πόδια μου

Για να δω αν είναι

Ίσια ακόμα

Κάθε πρωί με τρομάζει

Η σκέψη

Μήπως το παιδί μου

Γεννηθεί

Με δύο τροχούς

Κολλημένους στη λεκάνη

Ύπνος στην πόλη

Μεταλλικό χαλάζι

Στο θαμπό παραθύρι

Και στ’ όνειρο μέσα

Τρυπώνουν αχινοί

Γεννούν τ’ αυγά τους

Στο άσπρο σεντόνι

Τσιντουράτο Πιρέλλι

Τεμαχίζει στα δύο

Τη ζεστή μου πνοή

Και στο δωμάτιο μέσα

Ο γύρος του θανάτου

Στους τέσσερις τοίχους

Εγώ ο οδηγός

Εγώ και το πτώμα

Κατερίνα Γώγου, Τα σύνορα της πατρίδας μου

Τα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνε

απ τα ψητοπωλεία του Μινιόν

περνάνε από τα καμένα ξύλα του Περοκέ και πέρα …

Η ζωή από κει παίζει βρώμικο ξύλο με τη ζωή

στριμώγνει τα καλύτερα παιδιά της σε φαγωμένες σκάλες

τους στρώνει στο ” Θανάση ” σημαδεμένη τράπουλα από χέρι

τους περνάει μπρασελέ και ματωμένους σουγιάδες

και μπότες γυαλιστερές πορτοκαλιές με 10 πόντους τακούνι

Ζόρικο αντριλίκι τα γεννητικά τους όργανα

τα Άγια των Αγίων κι αλλιώτικο φιλότιμο

ώσπου μια μέρα – Παρασκευή μπορεί –

τους ρίχνει από κοντά επιδέξιους κώλους

καρφώνουνε τον αντρισμό τους

τους φέρνει καπάκι

κι ύστερα ευνουχισμένοι με τη γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκο

με το μαντήλι που σκουπίστηκαν

ένα με την καφέ του ρίγα περιθώριο γύρω γύρω

πνίγουν με ισόβια

φωταγωγημένα καράβια εφοπλιστικά κεφάλαια ξωτικές

θάλασσες Παναμαικές σημαίες χρεωμένες τραγουδίστριες

και τα δικά τους ταξίδια στη θάλασσα με καρπουζόφλουδες

το ξεχειλωμένο μαγιώ απ το περίπτερο

και την τσατσάρα – πουτάνα ζωή – μαγκιά τους στο πλάι

– κανείς δεν ξέρει

– κανείς δεν είδε

19 20 21 χρονώ και τέλος.

Ο ποιητής και μεταφραστής Καίσαρ Εμμανουήλ (1902-1970)

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1902. Καταγόταν όμως από την Πάτρα. Ήταν δεύτερος ξάδελφος του ποιητή Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου (Jean Moreas). Τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια πέρασε στον Πόρο, το Δραγάτσι και στον Πειραιά, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διέκοψε τις σπουδές του στο τελευταίο έτος για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και μετά την ολοκλήρωσή της αναγκάστηκε να εργαστεί, έτσι δεν αποφοίτησε παρά το 1938.

Άνοιξε φροντιστήριο στο Νέο Φάληρο και το 1928 διορίστηκε μεταφραστής (μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά) στην ασφαλιστική εταιρεία Αθηναϊκή, όπου παρέμεινε για δέκα περίπου χρόνια. Μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο δίδαξε σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια για εικοσιπέντε περίπου χρόνια.

Από το 1937 ώς το 1940 συνεργάστηκε με τη ρουμανική εφημερίδα Le Moment ως γαλλόφωνος φιλολογικός ανταποκριτής. Μετά το 1953 εργάστηκε στην εκπαίδευση στην Κύπρο και την Αίγυπτο (Αλεξάνδρεια, το Κάιρο και Ισμαηλία).

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα αφοσιώθηκε στις λογοτεχνικές μεταφράσεις και διασκευές ώς το τέλος της ζωής του. Πέθανε από ζάχαρο στο δημοτικό νοσοκομείο της Αθήνας το 1970.

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1924 και συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά Μούσα, Κριτική και Τέχνη, Νέοι Βωμοί, Ελληνική Επιθεώρησις, Νέα Εστία, Λόγος, Κύκλος, Ρυθμός, Μπουκέτο, Οικογένεια, Αναγέννησις, Νέα Επιθεώρησις, Το Τρίτο Μάτι, Μακεδονικά Γράμματα και άλλα.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή είχε τίτλο Ο Παράφωνος Αυλός και εκδόθηκε το 1929. Ακολούθησαν τρεις ακόμη συλλογές, ενώ ο κύριος όγκος του έργου του αποτελείται από ποιητικές, πεζογραφικές, θεατρικές και άλλες μεταφράσεις και διασκευές. Η ποίηση του Εμμανουήλ τοποθετείται στα πλαίσια της ελληνικής μεσοπολεμικής ποίησης, ειδικότερα στους νεώτερους ποιητές της γενιάς του είκοσι (ανάμεσα στους Αλέξανδρο Μπάρα, Γιάννη Σκαρίμπα, Ορέστη Λάσκο, Κώστα Ουράνη, Νίκο Καββαδία και άλλους που ακολούθησαν εν μέρει τα χνάρια των Καρυωτάκη, Λαπαθιώτη, Φιλύρα, Άγρα κ.ά.).

Ο Κώστας Στεργιόπουλος διακρίνει στο έργο του δυο φάσεις, την πρωιμότερη που κυριαρχείται από στοιχεία νεορομαντισμού και κοσμοπολιτισμού (στα χνάρια του Κώστα Ουράνη) και τη δεύτερη, που σηματοδότησε το πέρασμά του στο συμβολιστικό ρεύμα και την καθαρή ποίηση των Baudelaire, Valery, Mallarme, αλλά και του Απόστολου Μελαχρινού.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Καίσαρα Εμμανουήλ υπάρχουν τα: Γιαλουράκης Μανώλης, «Εμμανουήλ Καίσαρ», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Στεργιόπουλος Κώστας (επιμέλεια), «Καίσαρ Εμμανουήλ», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία – Γραμματολογία· Η ανανεωμένη παράδοση, σ.436-439. Αθήνα, Σοκόλης, 1980, Στεργιόπουλος Κώστας, «Ο Καίσαρ Εμμανουήλ και η έκδοση των Ποιημάτων του», Καίσαρ Εμμανουήλ, Ποιήματα · επιμέλεια Κώστα Στεργιόπουλου, σ.13-20. Αθήνα, Πρόσπερος, 1980 και χ.σ., «Εμμανουήλ Καίσαρ», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Εργογραφία

Ι.Ποίηση

• Ο παράφωνος αυλός. Αθήνα, Α.Ι.Ράλλης, 1929.

• Δώδεκα σκυθρωπές μάσκες. Αθήνα, Μαυρίδης, 1931.

• Η δυναστεία των χιμαιρών. 1940.

• Stillae sanguinis. Αθήνα, 1951.

ΙΙ.Μεταφράσεις

• Edgar Allan Poe, Το κοράκι. 1932.

• Paul Valery , Ομιλεί ο Νάρκισσος και άλλα ποιήματα. 1933.

• Stephan Mallarme, Η Ηρωδιάς. 1936.

• Stephan Mallarme, Το απόγευμα ενός φαύνου. 1938.

• Stephan Mallarme, Ίγκιτουρ ή η παραφροσύνη του Ελμπενόν· Μεταφραστής Καίσαρ Εμμανουήλ. Έκδοση του περ. Ποιητική Τέχνη, 1949.

• Arthur Rimbaud, Το μεθυσμένο καράβι. 1947.

ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις

• Ποιήματα · επιμέλεια: Κώστα Στεργιόπουλου. Αθήνα, Πρόσπερος, 1980.

• Μεταφράσεις · επιμέλεια: Τάσου Κόρφη. Αθήνα, Πρόσπερος, 1981.

Ενδεικτικά ποιήματα

 Το Γαλάζιο Kιόσκι

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ’αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι

τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι

δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,

βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,

που επάνω από τ’αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου

αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη

παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,

καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη

στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα

θρυμματισμένη απ’τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,

όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,

περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’την αιφνίδια

μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,

που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους

επάνω από τ’αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

Δυο Kαρδιές Hλεκτρισμένες σ’ ένα Tραίνο…

Το πρωί, μέσα στο τραίνο, όπως τη θέση μου

–την ίδια πάντα- παίρνω απέναντί σας,

τ’ ωραίο, λιτό κεφάλι μού προσφέρετε

σα φρούτο σε κρυστάλλινη φρουτιέρα…

Μπροστά σας ένα απλό παιδάκι γίνομαι

που, ορθό σε μια προθήκη φωτισμένη,

νιώθει η καρδιά του απόκρυφα να δένεται

μ’ ένα λαμπρό, γαλάζιο παιχνιδάκι…

Χρόνια με το ίδιο τραίνο ταξιδεύουμε,

λικνίζοντας τ’ απίθανα όνειρά μας:

στο ερωτικό, τ’ αμφίβολο ταξίδι μας,

ω, ας μένουμε κι οι δυο μας πάντα ξένοι!

 Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα       

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα, είναι πλασμένη

για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.

Όταν την κόμη λύνοντας, μια άναστρη νύκτα απλώνει

στους ουρανούς τους πολικούς βαθύγηρων κατόπτρων,

λάμπει, μαστίγιο πύρινο των ληθαργούντων πόθων,

επίφοβη σα βάραθρο κι ωραία σαν αμαρτία.

Δεν είναι πλάσμα των φθαρτών, κρυστάλλινων ερώτων.

μιας λυρικής παραφοράς η φλόγα η θαλασσιά:

Σφίγγα ορειχάλκινη, είδωλο μιας σκοτεινής μαγείας,

για τις σκληρές προορίζεται των Ασιανών λατρείες,

για τους μοιραίους, υστερικούς φετιχισμούς των Μαύρων.

Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας    

Στου ερημικού του πνεύματος τους σκοτεινούς διαδρόμους

άνασσα ωχρή, λυσίκομη, περιδιαβάζει η Τρέλα.

Απ’ το ραβδί της τραγικά κρουσμένη η ωχρή του σκέψη,

σ’ έρημα εστοίχειωσε νησιά με ρόδα ωραία που χύναν

τον πορφυρό τους λήθαργο στην έρημη ψυχή του.

σε πύργους, διάγλυφα όνειρα, όπου η πικρή του ρέμβη,

χρυσή τολύπη, επύκνωσε κάτω από τ’ άστρινα άλση.

Της Βαυαρίας τον άρρωστο ονειρεύομαι ηγεμόνα,

μόνο και ξένο στο «Νησί των ρόδων» κάποια νύχτα.

Σιωπή. Σε τάφους πορφυρούς που έξαλλα ρόδα ανοίγουν

κάτω απ’ τα ράμφη τα χαλκά μιας μυστικής σελήνης,

θα ξεφυλλίζει ο βασιλιάς τις σκοτεινές του σκέψεις.

Άθυμος, αυτεξόριστος και χαοτικός θα νιώθει

μια νύχτα ασφάλτινη στυγνά το νου του να κυκλώνει.

Κι ενώ στ’ αυτοκρατορικά θα τρέμει δάχτυλά του

γυμνή ενός ρόδου περσικού η ερεθισμένη σάρκα,

η ερωτική, αστροκέντητη της Ελισάβετ μνήμη

γλυκά θ’ αυγάζει το θολό κι αβυσσαλέο του πνεύμα,

και τ’ όνομά της, μουσικό θρόισμα, θα σβει στο βάθος

της υπνωμένης πολιτείας των εξορίστων ρόδων.

Νυχτερινή Φαντασίωση           

Νύχθ’ υπό λυγαίαν

                                ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!

Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,

ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν

πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.

Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,

            ο Χάρος,

μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη

από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.

Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,

βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,

να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο

πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες

κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό

            εμηνύσαν

πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,

καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα

μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:

πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,

καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης

οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:

εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,

λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα

            άνθη.

Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη

κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,

και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,

στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:

Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,

δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του

στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι

(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)

Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,

αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.

Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,

κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–

μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

Ομιλεί ένας Παρακμασμένος Nέος       

Σα μια τοιχογραφία μοιάζω αμνημόνευτη

σ’ ενός λατινικού ναού τα βάθη.

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά’ τανε,

για τούτο κάποια λάμψη ακόμα μένει…

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά’ τανε

που τους ξανθούς εφήβους θ’ αγαπούσε.

μιαν ώρα πυρετού θε να σχεδιάστηκε,

για τούτο ηδονική είναι η έκφρασή της.

το πρόσωπο λευκό, γλυκό ως το πρόσωπο

παθητικού ερωμένου με φεγγάρι.

τα μάτια έχουν μια μέθη ως να τα λίγωσε

το άρωμα ενός μπουκέτου από βιολέτες.

Τα χείλη, ατόφια λάκα, ως να μαρτύρησαν

σκληρά απ’ τη βία φιλιών ευωδιασμένων.

Η κόμη –θημωνιά σε δύση ολόχρυση–

σαν από χάδια εράσμια ταραγμένη.

Τώρα είναι χρόνια πια που λησμονήθηκε

και πέφτει της το χρώμα λέπια-λέπια,

τα μάτια όμως ακόμα που απομένουνε

δείχνουνε τη χρυσή, σβησμένη ακμή της.

κι εκεί που τα θωρείς, γλυκά κι ασάλευτα,

μέσα στη σιωπηλή εγκατάλειψή τους,

ωραία, για τη μοιραία φθορά τους, άξαφνα,

μαντεύεις μια βροχή μενεξεδένια…

Σα μια τοιχογραφία μοιάζω αμνημόνευτη

σ’ ενός λατινικού ναού τα βάθη.

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά’ τανε,

για τούτο κάποια λάμψη ακόμα μένει…

(από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)

http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=80