Yannis Ritsos Poems


Selected Books
Translated by Manolis Aligizakis
Edited by Apryl Leaf
LibrosLibertad, Surrey BC
Review by Amy Henry

A careful hand is needed to translate the poems of Yannis Ritsos, and Manolis is the ideal poet to undertake such an enormous task. Born in Crete, Manolis’s youth was intermingled with the poetry of Ritsos.

Once a young man moved by the Theodorakis version of Epitaphios, he’s now a successful poet in his own right who is still moved to tears hearing the refrains of those notes from half a century ago. His Greek heritage, with its knowledge of the terrain, people, history and cultural themes, makes his translation all the more true to what Ritsos intended. Having visited the very places of which Ritsos wrote, he knows how the light and sea shift, and how Ritsos imagined those changes as being a temperament and personality of the Greece itself.
Continue reading →

Φωτοβολίδες

Φωτοβολίδες εμμονής άκαρπες

πάθη θεσπέσια

σε μισοσβησμένα μήκη

λήθη σε ουρανομήκεις διαστάσεις

προσδοκία μιας νέας δήθεν ζωής

μετά βαΐων και κλάδων

όμοια με κατάχρηση αλκοόλ

σε κρασοπουλιά αγωνίας

καταιγίδες άνυδρες

θύελλες ακίνδυνες

τυφώνες χωρίς ίχνος.

 

11/4/2007

Erich Mühsam, Κάθε βράδυ ρίχνω

Κάθε βράδυ ρίχνω

ένα μέλλον πίσω μου

που δεν θα εγερθεί ξανά

αφού έζησε σαν πνεύμα.

Νέες εικόνες θα υψωθούν

κόσμοι θα γείρουν σε νέους άξονες

θα πεθάνουν, θα αγαπήσουν, θα δημιουργήσουν.

Το παρελθόν χαίνει. –

Εξεγειρόμενη η δίνη του χρόνου στροβιλίζεται

στον τάφο. – Η ζωή κραυγάζει!

Erich Mühsam (Έριχ Μύζαμ, γεννήθηκε στις 6 Απρίλη 1878 στο Βερολίνο, δολοφονήθηκε στο KZ Oranienburg στις 10 Ιούλη 1934) ήταν Γερμανοεβραίος αναρχικός, ποιητής και μποέμ. Αυτό είναι ένα από τα ποιήματά του που μελοποιήθηκαν από το λαϊκό μουσικό συγκρότημα “Dreyheit”. Ο Erich Mühsam συνελήφθη, κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και βασανίστηκε μέχρι θανάτου από τους ναζιστές για τις ιδέες του. Ωστόσο, οι ευγενείς ιδέες ποτέ δεν πεθαίνουν…

Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)

Ο ΕΝΙΚΟΣ, ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ

 

Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους

που αν τους ρωτήσεις απαντούν

και μόνον τ’ απαραίτητα

σε μια γλώσσα παλιά

ευγενική σανσκριτική ακατανόητη

κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται

στη μερική τους άνοια, μακρινοί.

 

Πόσα μπορείς να μάθεις από τα σπαράγματα

των φράσεων

και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς

απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν

επειδή κώφευσαν

τίποτε απ’ όλ’ αυτά δε διδαχτήκαν

τα παιδιά τους –

κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα

που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν

με τα ντενεκεδένια δούρεια δώρα

της οικειότητας.

 

 

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΜΕ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

 

Εδώ τις Κυριακές ίδια ταινία

«Ο Τζέιμς Μποντ εργάζεται στα ξένα».

 

Στο πρώτο μέρος ο ήρωας

κοιτάζει πεταλούδες κι αερόπλανα θυμάται

φοράει πολύχρωμα φουστάνια

δεν του πολυπάνε

μ’ αυτά πετάει ψηλά και μας πυροβολεί

γυναίκες κλαίνε από χαρά

εκείνος τους φωνάζει τ’ όνομά του

«Είμαι ο Μποντ»

όταν ανάψει διάλειμμα

μοιράζει σοκολάτες στους διαβητικούς

μετά σβήνει το φως

στο μέρος Βον και πάλι μας πυροβολεί

εμείς είμαστε αθάνατοι

THE END.

 

Δευτέρα ξημερώματα

βάζει την άσπρη μπλούζα

σκίζει σε πρόχειρα πανιά

τη μαύρη οθόνη

μέχρι την άλλη Κυριακή

σκουπίζει το αίμα.

 

 

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ

 

Θα σάς βραβεύσουν κούκοι,πετεινοί.

Θα επαινεθείτε από τις προθεσμίες.

Θα σάς φεισθούν παραγραφές.

Είναι η ώρα

περιφρόνηση

και δεν οπλοφορεί.

 

 

ΘΕΣΗ

 

Είναι κατειλημμένη, Θεέ

από τον ξένο.

 

 

Η ΔΑΝΕΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

 

Όσο γερνάω

τόσο ομορφαίνω

το πρόσωπό μου παίρνει

τα ωραιότερα χαρακτηριστικά

των συνανθρώπων μου

επιτέλους με αγαπούν

το βλέπω καθαρά στο πρόσωπό μου

αγνώριστο

απ’ τα χαρούμενα

βασανιστήρια.

 

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΙ

 

Μεγαλώσαμε και είμαστε

πολύ πικραμένοι.

 

Δεν μας παρηγορεί η υγεία:

μια πλήξη πια

υγιείς εμείς

μόνο για να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

 

Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα

Εχομε τόσα

που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

 

Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:

μάς παραδίδονται αφειδώς

γιατί το σφρίγος πάντοτε

ποθούσε τη σοφία.

 

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.

Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ

πικραμένοι.

 

Αυτό μονάχα μάς παρηγορεί.

Ορμή

Ορμητικό πλήθος

Αφηνιασμένο ποτάμι

Γεμίζει τη θάλασσα των στεναγμών

Με θεωρίες ανατροπής

Ενάντια σε ξερό άγνωστο

Στις άνυδρες πλέον κοίτες

Προσπαθούν να σφραγίσουν τα νάματα

Και να μείνουμε αφυδατωμένοι

Σε δάση που κάποτε υπήρξαν

Πυκνά και λυτρωτικά

Μιχάλης Κατσαρός, O δούλος

Ο Δούλος που δραπέτευσε

έλεγε προσευχές στους φιλήσυχους πολίτες

γονατίζοντας σε λιγδωμένα προσκέφαλα.

Εγώ δεν ήλπιζα πως μπορεί να σωθεί.

Οι χωροφύλακες έχουν γερή όραση –

δε διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα.

Τώρα αυτός που επέμενε να ρωτάει

φαίνεται θα ‘ταν αποφασισμένος για θάνατο

ή θα ‘ταν κατάσκοπος που δε φοβάται.

Εγώ πάντως

εξακολουθώ να βλέπω τον επερχόμενο

μεσαίωνα

με φάλαγγες πιστών

με αργυρά δισκοπότηρα αφρίζοντα αίμα

με σημαιοστολισμούς και παρελάσεις

με ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους

εικόνες από παλιές εκστρατείες

και τυφεκισμούς

ήρωες με αυστηρά βλέμματα

Άμες δε γ’ εσόμεθα

πληρωμένη εκπαίδευση

θεός αγέρας τα στοιχεία της φύσεως

κλειδωμένα στην εποχή σε χάλκινα θησαυροφυλάκια.

Αν άξαφνα σας γεννηθεί το ερώτημα

πώς τα κατάφερε αυτός ο θνητός

μέσα σ’ αυτό το βαρύγδουπο διαπασών των ύμνων

να δραπετεύσει με αληθινό λαμπερόν ήλιο

με αληθινές εξαρτήσεις του βίου –

αν δε μπορείτε να καταλάβετε

τι τον οδήγησε σ’ αυτό το τελευταίο διάβημα

που βρήκε την έξοδο αφού γύρω ήταν μπετόν

αφού γύρω τραγουδούσε η φοιτήτρια

ένα τραγούδι ιστορικό παλιών ηρώων

τότε

δε θα ‘χετε δει κάτι κρυφές μικρές πόρτες

όμως ολοφάνερες στα μάτια των ειδικών

δεν θα ‘χετε δει το ραγισμένο τοίχο

όπου βλασταίνουν κάτι φυτά

πάνω σ’ ασβέστη κίτρινο απ’ την πολυκαιρία.

Το ζήτημα πια έχει τεθεί:

Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε

όπως αυτός ο δραπέτης

ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο

απέναντί τους.

Amphibian Fate, A Tribute to Nikos Kavvadias


Antipodes Festival is proud to present Amphibian Fate, a bilingual poetry and music night to celebrate the work of renowned Greek poet Nikos Kavvadias on June 5 at Melba Hall.

Kavvadias visited Australia in the 1950s, and was particularly inspired by

Melbourne. He spoke of the city in the poem, Yara Yara, while another of his poems, The Southern Cross, has since become a popular Greek song.

Kavvadias was born in China in 1910 and grew up on the island of Cephallonia, Greece before embarking on his long journeys upon ocean freighters as a wireless operator.

He chased “the lines of the horizons”, conversed with marabous, waited endlessly in the fog for his sweetheart, invited us to “dance on the fin of a shark” and sung of the “deeper stain” of humanity and of the “holy rust” that births us.

2011 marks 60 years since his visit to Melbourne. He arrived aboard a migrant ship and spent a few days exploring the city and its surroundings before he embarked for the next port. He spent his whole life at sea.

Local poets and musicians will pay tribute to the poet of the sea in this bilingual event which will feature poets, Angela Costi, Dimitri Troaditis, Nick Trakakis, Dean Kalymniou and Dina Gerolymou reading Kavvadias’ works in Greek and English.

Concert pianist Elizabeth Exindaris, accompanied by vocalist Christiana Aloneftis will present works by Greek composers Thanos Mikroutsikos and Mariza Koch who wrote music for many of Kavvadias’ poems.

Mikroutsikos was shot to fame after producing the hugely successful album The Southern Cross in the 1980s and since he’s been performing Kavvadia every year in sold out events.

When: Sunday 5th June, 6pm

Where: Melba Hall, Royal Parade, Parkville, Melbourne

Tickets: $15

All proceeds will be donated to the Indigenous Literacy Project.

Media enquiries:   Dina Gerolymou on 0412 182 764.

Ο ξεριζωμός


Οι ματιές είναι διάφανες λίμνες

κοντά στο άρρωστο των πηγών.

Η παρουσία μας μυρωδιά

από φρεσκοβρεμένο χώμα

κι απλωμένα σεντόνια

αχνιστών ασπρόρουχων

που βγήκαν στις βεράντες

μετά την πρωινή ομίχλη.

Τ’ απλώσαμε όλα στον ήλιο

κι είναι σαν να γιορτάζουμε

τις μνήμες των προγόνων μας

που ξεχάστηκαν σε παρόδους

πολυκαιρισμένων θανάτων

και σε βρώμικα στενά

δύστροπων κλιμακτηρίων…

Βάσανα, πόνοι,

γενναιόδωρες υποδοχές,

αποτελούν συμβάντα στη ζωή μας

καθώς λικνίζουμε τις αισθήσεις μας

πάνω στις άβολες τάβλες

των αραμπάδων,

με τα βλέμματα στυλωμένα

σ’ αιώνιες επικλήσεις

δρόμων άδειων από ζωή.

Τι είναι αυτό που κρύβουμε

πάντα στο βίο μας;

Μήπως το κομμένο κεφάλι

ενός αντάρτη,

ενός εξεγερμένου πόνου

που επιζητούσε μετά μανίας

ν’ ανυψωθεί απ’ τ’ αναχώματα

των ακατάλυτων εμμονών μας;

Μήπως τα φρούτα της εποχής

ξεχασμένα στο τραπεζάκι της κουζίνας

σαν φλόγα παραμυθιού

που σβήνει μετά από κάθε αφύπνιση,

όπου οι άντρες της οικογένειας

ακούν αποχαυνωμένοι

σαν μικρά παιδιά;

Leonide Andreieff, Το Κόκκινο Γέλιο

Απόσπασμα πρώτον

… Τρέλλα και φρίκη!

Αισθάνθηκα τούτο για πρώτη φορά, όταν κάναμε πορεία για το Ν… Είχαμε δέκα ώρες που εβαδίζαμε αδιάκοπα, χωρίς να σταθούμε, χωρίς να επιβραδύνωμε την πορεία μας, χωρίς να συλλέξωμε τους νεκρούς μας, αφήνοντας αυτούς στον εχθρό που μας παρακολουθούσε συμπαγείς όγκους και σε διάστημα τριών τεσσάρων ωρών έσβηνε με τα πόδια του τα ίχνη μας. Δεν ξέρω τον αριθμό των βαθμών: 40, 50 ή περισσότερο.

Ξέρω μόνον ότι ήταν αδιάκοπη, απελπιστικά μονότονη, βαρειά. Ο ήλιος ήταν υπερμεγέθης, φλογερός, τρομερός, σαν να καίωνταν κι αυτή σ’ ολίγο απ’ την αλύπητη φωτιά του. Η κόρη, μικρή και συμμαζεμένη, μικρή σαν κόκκος παπαρούνας, του κάκου ζητούσε το σκότος κάτω απ’ τον ίσκιο των χαμηλωμένων βλεφάρων. Ο ήλιος περνούσε το λεπτό περικάλυμμα και εισωρμούσε στον κουρασμένο εγκέφαλο. Αλλά παρ’ όλα ταύτα ήμασταν καλά έτσι και, επί πολύ, πολλές ώρες ίσως εβάδιζα με κλειστά τα μάτια, ακούοντας το πλήθος να κινήται, ακούοντας τον κρότον των ποδών ανθρώπων και ζώων, το τρίξιμο των σιδερένιων τροχών, … τη βαρειά και ασθμαίνουσα αναπνοή και τον κρότο των ξηρών χειλιών.

Αλλά δεν άκουα ομιλίες. Όλοι εσιωπούσαν, σαν να ήσαν στρατός βουβών, που προχωρούσε κι όταν κανένας έπεφτε, έπεφτε σιωπηλά, οι άλλοι εσκόνταφταν επάνω στο σώμα του, εσηκώνονταν σιωπηλά και χωρίς να στραφούν οπίσω, επροχωρούσαν, ωσάν όλοι οι βουβοί αυτοί άνθρωποι να ήσαν ταυτοχρόνως κουφοί και τυφλοί. Εσκόνταφτα επίσης κι έπεφτα και τότε άνοιγα τα μάτια άθελα κι εκείνο που έβλεπα μου φαίνονταν σαν άγριο φάντασμα, φρικτή φρενητίασις της γης σε παραφροσύνη…

Ο παραζεσταμένος αέρας εφλόγιζε σε σημείο να λυώση κανείς, οι πέτρες εφλόγιζαν επίσης σιωπηλά κι οι απόμακρες γραμμές των ανδρών, σ’ ένα κλώσμα του δρόμου, τα κανόνια και τα’ άλογα εξεχώριζαν από τη γη κι χωρίς τον παραμικρό θόρυβο εταλαντεύοταν σαν μια μάζα γλοιώδης, σαν να ήτα στρατός σκιών αϋλών κι όχι ανδρών ζωντανών που εβάδιζε. Ο ήλιος παμμεγέθης, κοντά, τρομερός, είχεν ανάψει επάνω σε κάθε σωλήνα όπλου, σε κάθε μεταλλική πλάκα, χιλιάδες μικρών ήλιων, εκθαμβωτικών, κι απ’ όλα τα μέρη, από τις πλευρές, από κάτω εισωρμούσαν στα μάτια, καυτεροί, ακονισμένοι σαν λόγχες φοβερές. Κι η ζέστη αποξηραντική, καυστική, έμπαινε ως αυτό το βάθος του σώματος, στα …

…κάποτε ότι το που κινούταν επάνω στους ώμους δεν ήταν κεφαλή, αλλά μια σφαίρα παράξενη, αλλοιώτικη, βαρειά κι ελαφριά, ξένη και τρομερή.

Και τότε, και τότε έξαφνα θυμήθηκα το σπίτι μου, ξαναείδα μια γωνιά της κάμαρής μου, ένα κομμάτι χαρτί γαλάζιο, μια γαράφα νερό κατασκονισμένη, άθικτη πάνω στο τραπέζι μου – στο τραπέζι μου που το ένα πόδι κοντότερο απ’ τα τρία άλλα, ήταν στηριγμένο επάνω σ’ ένα κομμάτι διπλωμένο χαρτί. Και στην παράπλευρη κάμαρη, χωρίς να τους βλέπω, φαίνονται νάνε η γυναίκα μου και το παιδί μου. Αν μπορούσα θα φώναζα, τόσο αυτή η θέα η απλή και οικεία – αυτό το κομμάτι του γαλάζιου χαρτιού, αυτή η γαράφα η σκονισμένη κι άθικτη – ήταν παράξενη.

Ξέρω ότι σταμάτησα, σηκώνοντας τα χέρια, αλλ’ επειδή κάποιος μ’ έσπρωξε από πίσω, ξανάρχισα το γρήγορο βάδισμα μου, τρέχοντας Κύριος οίδε πού, χωρίς να αισθανθώ ούτε την κούρασι ούτε τη ζέστη. Κι εβάδιζα επί πολύ έτσι ανάμεσα στις ατέλειωτες σιωπηλές γραμμές, δίπλα σους κόκκινους λαιμούς, τους φλογισμένους από την ήλιο, εγγίζοντας σχεδόν τις καυστικές λόγχες τις αδύνατα χαμηλωμένες, όταν έξαφνα μια ιδέα μ’ έκανε να σταματήσω. Διερωτώμουνα πού πήγαινα τόσο γρήγορα. Χωρίς να επιβραδύνω το βήμα, εστράφηκα παράπλευρα και διήνοιξα δρόμο προς τον ελεύθερο χώρο, διέσχισα μια χαράδρα κι εκάθισα σε μια πέτρα, ωσάν η σκληρή και καυστική αυτή πέτρα να ήταν ο σκοπός όλων μου των προσπαθειών.

Και τότε αισθάνθηκα «τούτο» για πρώτη φορά. Είδα ότι οι άνδρες αυτοί που εβάδιζαν σιωπηλοί κάτω από τις φλογερές ακτίνες του ήλιου, μισοπεθαμένοι από την κούρασι και τη ζέστη, που εταλαντεύονταν κι έπεφταν, ήσαν τρελλοί. Αγνοούν πού πηγαίνουν, αγνοούν την αιτία για την οποία ευρίσκονται κάτω απ’ αυτόν τον ήλιο, δεν ξέρουν τίποτε. Δεν έχουν κεφαλή επάνω στους ώμους, αλλά σφαίρες παράξενες και τρομερές. Να ένας που όπως κι εγώ γλυστρά γρήγορα ανάμεσα στις γραμμές, να ένας άλλος, ένας τρίτος. Να μια κεφαλή αλόγου με τρελά μάτια, με σαγόνια διάπλατα ανοιχτά, που προμαντεύουν μια παράξενη κραυγή, σηκώνεται και πέφτει. Το πλήθος συνωθείται σ’ αυτό το μέρος, ακούονται φωνές στριγγές, και υπόκωφες, ένας ξερός πυροβολισμός, έπειτα η σιωπηλή κι ατέλειωτη κίνησις ξαναρχίζει.

(Ακολουθεί)

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Εστία», Νο1, Πάτρα, 25 Μαρτίου 1923, σελ. 6, στη σειρά «Ξένη Φιλολογία». Δεν έχουμε το επόμενο τεύχος οπότε και τη συνέχεια του κειμένου. Διατηρείται η ορθογραφία και το συντακτικό, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.