Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ύμνος της διαλεχτικής

Το άδικο βαδίζει σήμερα με σταθερό βήμα.
Οι καταπιεστές προετοιμάζουν τα επόμενα δέκα χιλιάδες χρόνια.
Η βία διαβεβαιώνει: έτσι όπως είναι η κατάσταση, έτσι θα μείνει.
Καμιά φωνή δεν ακούγεται, πέρα από τη φωνή του εξουσιαστή.
Και στις αγορές φωνάζει η εκμετάλλευση: τώρα μόλις αρχίζω.

Αλλά πολλοί από τους καταπιεζόμενους λένε τώρα:
Αυτό που εμείς θέλουμε δεν θα γίνει ποτέ.

Εσύ που ακόμα ζεις, μην πεις: ποτέ!
Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Έτσι όπως είναι η κατάσταση δεν θα μείνει.
Αν μιλήσουν οι εξουσιαστές θα μιλήσουν οι εξουσιαζόμενοι.
Ποιος τολμά να πει: ποτέ;
Από ποιόν εξαρτάται αν η καταπίεση μένει; Από εμάς.
Από ποιόν εξαρτάται αν θα τσακιστεί; Επίσης από εμάς.
Εκείνος που έπεσε, στέκεται πάλι όρθιος.
Εκείνος που έχασε, παλεύει!
Εκείνος που συνειδητοποίησε τη θέση του, πως τον κρατάς τώρα;

Επειδή οι σημερινοί νικημένοι είναι οι αυριανοί νικητές
Και από το πότε θα γίνει: Σήμερα κιόλας!

* Στη μνήμη του Μπ. Μπρεχτ (πέθανε σαν σήμερα 14 Αυγούστου 1956).

Κρυφές ελπίδες

Κρυφές ελπίδες αναπτερώνονται
στην ηρεμία του πελάγου.
Στο σχήμα της πορείας της ανατολής
ο ήλιος χαμογελάει στα κόκκινα τριαντάφυλλα.
Μια σταγόνα πρωινής δροσιάς
στον εκστατικό ψίθυρο των κυμάτων
που μέθυσαν μπρος στα όνειρα
που ξαστέρωσαν στην ακρογιαλιά.
Ταξίδι σε ήχο πλάγιο,
τραγούδια με απαλούς ήχους,
που μέσα τους θα ήθελα να γεννιόταν
ο πραγματικός εαυτός μου.
Οι ώρες κυλάνε σαν αφρισμένο κύμα
κι εγώ βυθίζομαι στης καρδιάς
τους πυρωμένους κόλπους,
λούζομαι στο ποτάμι του πόθου.
Έτσι γυμνός θα ήθελα να βαδίσω
σε μια πολυφωνική αράδα
κι αδρά με το δάχτυλό μου
να χαράξω τ’ αρχικά του έρωτα.
Αγέρας στο πρόσωπο θα ήθελα να είμαι,
κόκκινο λουλούδι,
ηχητικό ξάφνιασμα,
ιδρωμένο σώμα,
ελάφι γρήγορο στις μεγάλες στιγμές μου.
Έλα να γονατίσουμε μπρος στην άνοιξη.
Να πλάσουμε τις μορφές μας με τα φώτα της αγάπης.
Η ματιά μας να πέσει πάνω στην ανάσα του κόσμου.
Έλα να βαδίσουμε σε μια πολύχρωμη πορεία.
Οι καρδιές μας ν’ αναπνεύσουν με τα ρόδα.
Έλα μ’ ένα κομμάτι απέραντου γαλάζιου
σε μια θερμή στιγμή στο ριζικό του κόσμου.

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Πάμπλο Νερούδα, Aπουσία

Mόλις σε άφησα, κι είσαι μέσα μου, κρυστάλλινη ή τρεμάμενη,
ή ανήσυχη, πληγωμένη από μένα τον ίδιο, ή ξέχειλη από αγάπη,
όπως όταν τα μάτια σου έκλειναν
πάνω από το δώρο της ζωής που αδιάκοπα σου πρόσφερα.
Αγάπη μου, συναντηθήκαμε διψασμένοι
και ήπιαμε όλο το νερό και το αίμα,
συναντηθήκαμε πεινασμένοι και δαγκώσαμε ο ένας τον άλλον
όπως η φωτιά δαγκώνει, αφήνοντάς μας πληγές.
Αλλά περίμενέ με, φύλαξέ μου τη γλύκα σου.
Θα σου δώσω κι ένα τριαντάφυλλο…

Τρεμοπαίζει εκείνο το ξημέρωμα

Στην καρδιά μου τρεμοπαίζει εκείνο το ξημέρωμα.
Τα φεγγάρια δεν έχουν δισταγμούς
κι εγώ θέλω δική μου την αγρύπνια
και την ψυχή μπροστά στα βόλια που ματώνουν.
Με τα μάτια να βρω το φως π’ ασπρίζει
τα σκουριασμένα μάρμαρα…


* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Angela Costi, Oxford Street, Sydney: Aphrodite seeks Adonis

I can hear Persephone and Hera
teasing, laughing, through the squawks
of these polluted birds:
he’s escaped you, doesn’t want you
you won’t find him, he’s not yours
he’s not yours ¾ Vile Viragoes!
They should be showering my path
with rose petal raindrops
or shrills of remorse, after all
Persephone has also lost
her part-time access ¾ Ha Ha!
she’s back to fucking the dead.
Adonis, where are you?
It’s bitter-sweet torment
being a mop, unable to wring myself
dry, heavily soaked in the desire
between my legs,
remembering yours.
Possibly I was demanding
but you faithfully performed
javelin was always
your better sport ¾
ready, aim, firing
every time.
And now I’m soaked in tears
knowing you’ve turned
from my leera’s tickling tune
to sex-starved rooms
belting, bleating electro machines
and men playing Gods
banging their thunder, a lunatic lust
¾ You Need Me
to help you recall
the smell of wild iris
the taste of honey
being suckled from fig.
You could have confided,
guiding your delights in this phase
would be fun, no need for pretence
discarding girdle for g-strings
mesh stockings, leather cock-rings
to be Mardi Gra’s Pied-Piper of Sex
¾ well, straightening the path
just a little.
and yes, I can have others
easy seduction, again and again
‘Come interlink with my Magic Girdle’
leaving a burning trail of lovers
deluded
like me believing magic lies
with hip bone
to keep our escapees.

Τόλης Νικηφόρου, Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας
εισπλέει αθόρυβα
στις γκρίζες γειτονιές του κόσμου
ο μέλλων χρόνος ως πέλμα αιλουροειδούς
 
ελεύθερο
το πάνσοφα αθώο βλέμμα των νηπίων
στον παρελθόντα χρόνο εναποθέτει
τα πορφυρά ενδύματα της εξουσίας
 
από το άλφα ως το ωμέγα
ευθύς τα γράμματα ενώνονται και ενοποιούνται
στο σχήμα του ήλιου ανατέλλουν τα παράθυρα
αρχαίοι λινοτύπες
συνθέτουν τίτλους με λευκά πουκάμισα
και κάτω από τα υψωμένα χέρια
το αύριο έκθαμβοι αναγγέλλουν στους εξώστες
κορίτσια αστραφτερά σαν χελιδόνια
με το άπειρο ολοζώντανο στα μάτια τους
στις στέγες αιωρούνται
και τα ερωτικά προαύλια
φωτιά από σύννεφα απλωμένη στα μαλλιά τους
συστάδες δέντρων διαρρηγνύουν την άσφαλτο
και σιωπηλά αναδύονται στο φως
έφηβοι κωπηλάτες λάμνουν
το πυροτέχνημα κορμί
και στο γαλάζιο εξακτινώνονται
ενώ τριγύρω τα περίπτερα
λικνίζονται στη μουσική
που ηδονικά τις χαραμάδες διαστέλλει
 
παρέκει ούτε μια μοίρα αστέρι μου
λιγότερο ούτε ένα στίχο από τον ουρανό
 
* Από την ομώνυμη συλλογή, 1997

Το φως πνίγεται

Το φως πνίγεται στη σαπίλα και το κρατητήριο.
Άσπροι τοίχοι με χωρίζουν απ’ την όμορφη νύχτα.
Οι σκέψεις καυτός αγέρας
στο θειάφι της απομόνωσης.
Οδοφράγματα στις ψυχές μας.
Μα θα χτυπήσω το πνεύμα της φθαρμένης προστασίας.
Θα ξεσκίσω την προδοσία στον μακρύ μου δρόμο.
Την καταραμένη διαλεκτική του κατεστημένου
θα μετατρέψω σε συντρίμμια.
Ας πλημμυρίσει η πορεία της ζωής μας
μ’ ανέσπερο φως.
Ας πέσουν οι μάσκες απ’ τα παλιά μας προσωπεία.
Ας εκλείψει ο φόβος του ξεσηκωμού.
Ας ωριμάσει μέσα μας μεγάλο το δέντρο
κι έχουμε πολλούς καρπούς να δρέψουμε…

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Η Mασσαλιώτιδα των Εργατών

Eμπρός παιδιά της Λευτεριάς
H δόξα τώρα μας καλεί.
Kάτω ο τύραννος παράς.
Kλαιν τα παιδιά μας για ψωμί (δις)
Λησταί και τύραννοι, λοιπόν,
θάχουν πατρίδα αυτή τη Γη;
Γιατί να χαίρονται αυτοί
των μόχθων μας το προϊόν;

Eπωδός

Eργάται των Eθνών.
Mια γνώμη, μια καρδιά.
Mε δύναμη, με ένωση,
η νίκη είναι για μας.

Mες στο χρυσάφι κολυμβούν.
Aγέρωχοι και αγενείς.
Για εξουσία όλο διψούν.
Θε να πουλούνε και το φως,
θέλουν ακόμα κι ως θεούς
κάθε φτωχός να τους τιμά.
Πλην θε να μάθουν μια φορά,
να τους φοβούνται τους φτωχούς.

Eλευθερία, ποιος ποτέ
άπαξ την όψη σου ιδή
να σ’ αρνηθή μπορεί εσέ.
Δεν σε δαμάζει η φυλακή
Tόσοι αιώνες κι εποχές
περνούσ’ ο κόσμος σε κλαυθμούς.

Σε τούτους, όμως, τους καιρούς
ο κόσμος νοιώθει τις ψευτιές.

Σηκωθείτε παιδιά και χτυπάτε
καταφρόνια και πείνα ας σφίγγει,
το μεγάλο σας δίκιο ζητάτε
και πατήστε του εχθρού το λαρύγγι.

Σαν αδέρφια με αγάπη ενωθείτε
φως καινούργιο να φέξει στη πλάση
για στερνή σας φορά σηκωθείτε
η ορμή μας τα σίδερα ας σπάσει.

Σήκω επάνω το δίκιο σε κράζει
κοίτα γύρω κοράκια κι ακρίδα
η γροθιά κι όχι πια το μαράζι
στέλνει ο ήλιος καινούργια αχτίδα.

* Τη «Mασσαλιώτιδα των εργατών», μετέφρασε στα ελληνικά ο Πατρινός σοσιαλιστής Bασίλης Δουδούμας μετέφρασε από τα αγγλικά.

Απέραντα όνειρα προβάλλουν

Απέραντα όνειρα προβάλλουν
στον περίγυρο του ήλιου.
Ανάσες ζεστές για προσκεφάλι
και μάτια μικρά μ’ αναλαμπές.
Θα ‘ρθει μια μέρα
που οι φλογισμένοι λογισμοί
θ’ ανταριάσουν
και τ’ αστροφώτιστα μήκη
θα σκεπάσουν όλη τη γη.

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Θωμάς Γκόρπας, Ανάμνηση

Στην πατρίδα
εσύ ξεκίναγες τη μέρα, εσύ ξεκίναγες τη νύχτα,
εσύ ξεκίναγες τ’ όνειρο σε ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Τώρα χαθήκαμε μες στη μεγάλη πολιτεία που πίνει το αίμα μου
γιατί είναι μόνο κόκκαλα και θέλει να περπατήσει.
Τώρα χαθήκαμε μες στη μεγάλη πολιτεία που μου σπάει τα βήματα
για να με δοκιμάσει.
Πολύ απλό που χάθηκες, αγάπη μου,
όπως χάθηκαν τόσα καλοκαίρια
με τους καημούς και με τα σχέδια πεθαμένα
στα δύο μου χέρια.
Ήσουν το χέρι που άγγιζε την καρδιά μου δημιουργώντας φως,
πίκρα και μένα, χαμηλή μουσική.
Ήσουν γιασεμί μεθυσμένο μες στο φεγγάρι,
ήσουν το φεγγάρι ξαπλωμένο σε σκοτεινό σοκάκι,
ήσουν σκοτεινό σοκάκι, σφαγμένο μες στην καρδιά μου.
Κι εγώ πουλί να κελαηδεί καθισμένο
στο αριστερό σου στήθος.
Μα τώρα χαθήκαμε ο ένας για τον άλλο, αγάπη μου,
σάμπως ο ένας απ’ τους δυο μας νάναι πεθαμένος.

1957