Ε. Ε. Cummings, Νέα ποιήματα

Να είσαι με την αγάπη (λίγο)
πιο προσεχτικός
Παρα με κάθε τι
φύλα την ίσως μόνο

ένα τίποτα πιο λίγο
(απλώς πιο πέρα από το πόσο πολύ)
κοντά από
το Τίποτα, να θυμάσαι την αγάπη με συχνή

αγωνία (να φαντάζεσαι
το Ελάχιστο της ποτέ με πλείστη
μνήμη) δόσε ολότελα σε κάθε
Αιώνια την ελευθερία του

(Τόλμα μέχρι ενα λουλουδι,
καταλαβαίνοντας δίχως μέτρο το ηλιόφως
Άνοιξε ποιο χιλιοστό γιατί, και
ανακάλυψε το γέλιο)

* Από τα 115 ποιήματα – Εκδόσεις Οδυσσέας, Απρίλης 1984

Λευτεριά!

Σε είπανε άνοιξη
και ξάπλωσα στο γρασίδι σου.
Σε είπανε ήλιο
και θαμπώθηκα απ’ τις αχτίδες σου.
Σε είπανε πεντάμορφη
και σ’ αγκάλιασα απ’ τη μέση.
Κάποιος σε φίλησε στο μάγουλο.
Κι εγώ πρόφερα τ’ όνομά σου.
Λευτεριά!

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Έμιλι Ντίκινσον , Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.

Μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Το Ροδακιό
* Από το http://philologoiquestioning.blogspot.com

Μελλισάνθη, Στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται…

Ξεκινᾶμε ἀνάλαφροι καθὼς ἡ γύρη
ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στὸ χῶμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιὰ
γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ
κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ
Μᾶς βρίσκουν τ᾿ ἀτέλειωτα καλοκαίρια
τὰ μεγάλα κάματα.
Οἱ ἄνεμοι, τὰ νερὰ
παίρνουν τὰ φύλλα μας. Ἀργότερα
πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες
Μὰ πάντα ἀντιστεκόμαστε,
ὀρθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε μὲ νέο φύλλωμα
Ὡσότου, φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος
-κανεὶς δὲ ξέρει πότε κι ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ-
μᾶς ρίχνει κάτω
μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα.
Γιὰ λίγο ἀκόμα μὲς στὴ φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
-νὰ πεῖ μία τρίλια του στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται-
ἕνα πουλί.

Απομεινάρια μιας ζωής

Στα συρματοπλέγματα φυλακίζονται οι μέρες.
Στις ατσάλινες αλυσίδες σπάζουν τα χέρια.
Στα μεταλλικά γρανάζια στενεύουν οι ώρες.
Στις ξέχειλες τσιμινιέρες οι φλέβες γίνονται φωτιά.
Στους γρανίτινους άξονες πολτοποιούνται τα όνειρα.
Στις αναιμικές νεφέλες μιας νύχτας δίχως ελπίδες
πνίγονται τ’ απομεινάρια μιας ζωής
κυνηγημένης από στροβίλους διάχυτου πόνου
και προθεσμίες θανάτων.

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Κλείτος Κύρου, Οι Ερινύες ή το τέλος των αγίων ημερών

Ύστερα από την εποχή των ερώτων έρχεται κάποτε
Η συγκομιδή ακούς από μακριά των όπλων την κλαγγή
Και τα ξεφωνητά να σιγοσβήνουν να σε κυκλώνουνε
Δολοπλοκίες ο θάνατος να μπαινοβγαίνει ασταμάτητα
Διαπότισε τα πάντα η προδοσία αφρισμένοι ποταμοί
Κατρακυλούν όπου και να γυρίσει το μάτι σου βλέπεις
Οχιές στον ουρανό η νύχτα καταφθάνει φορτωμένη
Ενέδρες να αιχμαλωτίσει τις λέξεις σου που πήδησαν
Μέσα στο άσπρο φως σε στιγμές ευφροσύνης μια οσμή
Φθοράς πλανάται παντού για ποιον να μιλήσεις
Τι σημασία να καταγράφεις τώρα μια καρδιά
Η ζωή δεν αλλάζει με στίχους καθώς το πιστεύαμε
Κι αυτοί θα σε προδώσουν ακόμη θα ‘ρθει μια μέρα
Που μπορεί ν’ απαρνηθείς την ποίηση να δώσεις ένα τέλος
Στην κακοδαιμονία να ξαναγίνεις ένας άνθρωπος
Σωστός να βγαίνουν τέρατα απ’ το στόμα σου να μην
Ακούγεται η φωνή σου καν η άλλοτε ωραία φωνή σου
Γύρω σα μαστίγια άλλα αστέρια γυρίζουν
Σε παράλληλους κύκλους σού προσφέρουν μια διέξοδο
Θα υπάρχει ένας τρόπος να μπεις στην τροχιά τους

* Από τη συλλογή Κλειδάριθμοι (1963)
** Πάρθηκε από το http://www.translatum.gr

Ανδρέας Παγουλάτος, Γαλήνιος…

…Ερωτας δεν υπάρχει,
υπάρχει ακόμα κάτι που σκοτώνει σαν έρωτας.
O χρόνος σε μια ζωή τελειώνει και τα λόγια,
που την ανέβαζαν, θολώνουν και χάνονται
σαν πεθαμένα φεγγάρια και βόρειο σέλας…

Eίναι κανίβαλος ο έρωτας που σε σπρώχνει
κάποτε να φας τον άλλο, ωμό να τον γευτείς;
Στον παροξυσμό του όλα γίνονται δυνατά, οι πιο απίθανες ιδέες, όπου τα
δόντια, τα νύχια, τα χέρια σαν αρπάγια,
η δύναμη της σπονδυλικής στήλης πρωτοστατούν.

Mια πολύπλοκη τακτική τελετουργικού φόνου,
που περνάει στις αισθήσεις των ανίδεων -κι είμαστε όλοι μας,
γιατί το να γνωρίζεις είναι δυσβάστακτο-
για ερωτική έξαρση και εκστατική χαλάρωση των αρμών.
Aυτοί, όμως, δουλεύουν στα σκοτεινά:
ετοιμάζουν τις κινήσεις μιας ύπουλης πάλης,
που υποτάζει ολότελα τον άλλο.

Έρμαιό σου ο άλλος. Kι ύστερα η αφή, η γεύση πιο έντονες,
η μυρουδιά του αίματος που κυλάει υπόγεια. Στιγμές, στιγμές, ολόκληρο
το κορμί μετατρέπεται σε ηδονικό, φονικό όπλο….

* Ανδρέας Παγουλάτος (1949-23.3.2010) R.I.P. Από τη συλλογή “Όργια και εμπόδια” – 1996

Μίλτος Σαχτούρης, Ο Δαίμονας

Το μυαλό μου κουρασμένο
Πώς έπεσα
και τσακίστηκα

Τώρα με δεκανίκια
χρυσά τρίγωνα, χρυσά τετράγωνα
γύρω κρεμνάω

Τώρα οι άσπροι φίλοι μου
μαύρο φάντασμα
Τώρα οι μαύροι φίλοι μου
άσπρο φάντασμα

Κι εκείνη που χάθηκε με τ’ασημένιο καρφί στον ποταμό
Δεν ξέρω ποιός
ο ήλιος ή το χιόνι
Δεν ξέρω ποιά
τα χελιδόνια ή τα σπουργίτια

Μετράω, ολοένα μετράω
Η μητέρα μου ολοένα κλαίει
Μετράει η μητέρα μου
ολοένα μετράει

Νύχτα που στριφογυρίζουν οι εικόνες

Νύχτα που στριφογυρίζουν οι εικόνες.
Καρτερικές γενιές θέλουν ν’ αποτελειώσουν
το ποτήρι που άφησαν στη μέση.
Θαλασσινό κύμα τ’ ανάστημά τους.
Σφιγμένες γροθιές έτοιμες
των ξεπουλητάδων να πατήσουν το ψέμα.
Ενάντια στο σκοτάδι που μυρίζει.
Μορφές μαύρες, αγριεμένες.

Δεν γνωρίζονται μεταξύ τους.
Η ενότητα στο τραγούδι.

Και τα ματωμένα πουκάμισα
παντιέρες στα οδοφράγματα.

Τραπεζάκια σε φοιτητικά δωμάτια
βάρεσαν εγκατάλειψη.

Πεθαίνουν το ξημέρωμα με το τρίξιμο των σφυριών.
Τυλιγμένα κουφάρια σε τρύπια πανωφόρια.

Κι οι γραφές κόκκινες σε μαύρο φόντο.

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Η ποίηση είναι τα «ίσως», τα «πιθανόν», τα «ενδεχομένως»

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Ο 73χρονος Μάρκος Μέσκος, μία από τις σημαντικότερες φωνές της δεύτερης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, είναι δυσκολοθώρητος. Θα έχουμε την ευκαιρία να τον δούμε και να τον ακούσουμε απόψε στις 7, στην αίθουσα MC2 του Μεγάρου Μουσικής, στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων «Η ελληνική ποίηση σήμερα».

Η πρώτη μεγάλη εμφάνισή του συμπίπτει με τα πενήντα χρόνια από την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής «Πριν από το θάνατο». Η είσοδος είναι ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας, μία ώρα πριν από την κανονική έναρξη της διάλεξης. Τον συναντήσαμε σε αθηναϊκή καφετέρια της οδού Ασκληπιού.

«Ενας ορισμός της ποίησής μου: ο απελπισμένος έρωτας της ουτοπίας», λέει ο Μάρκος Μέσκος

– Η ποίηση έχει ομορφιά, κι αν ναι, περιγράφεται με λόγια;

«Την ομορφιά της ποίησης την υπολογίζω ως ένα αποκούμπι, που ενδεχομένως βοηθάει την αυτογνωσία μας και την ύπαρξη της οντότητάς μας. Η ποίηση είναι μία προσφορά που δεν εισπράττεται ποτέ, γι’ αυτό χρησιμοποιώ συχνά τα επιρρήματα “ίσως”, “πιθανόν” και “ενδεχομένως”. Οι βεβαιότητες είναι ελάχιστες στο χώρο της ποίησης. Να θυμηθούμε και τον Ρίλκε, ο οποίος υποστήριξε ότι η ποίηση είναι “η ομορφιά του τρομερού”, όχι του τρομακτικού, αλλά της τρομερής δύναμης».

Continue reading →