Λεωνίδας Καζάσης, Δυο ποιήματα

Στα κακοτράχαλα, στα σφαλιστά παράθυρα, στα σώματα
τα αθώπευτα υπήρξαν νίκες μου που δεν αντίκρυσα ποτέ;
Λέανδρε, πόσες νύχτες επάνω στις επιστολές μου
αποκοιμήθηκες;
Κι εσύ Αντιγόνη, πόσες φορές ανένηψες,
την καλημέρα μου γυρεύοντας;
Στα μισά του δρόμου έφθασα με τοπία μολυσμένα και
ανθρώπους που δοξάζουν τον χρηματιστή, τον πρωτοσύγκελο, τον φρούραρχο.
Καθήκον ιερό οι αξίες να αναπαραχθούν!
Τα ιδανικά να λάμψουν!
Ηθικόν ακμαιότατον! Επ’ ώμου…άρμ!
Οι αντιρρησίες θα συντρίβονται.
Τα χέρια των δημίων μου θα τα έχουν οπλίσει
ο Σάββας ο φιλόλογος, ο Διονύσης ο μουσουργός, ο Θόδωρος ο μαθηματικός, ο Σπύρος ο γυμναστής, ο Πέτρος ο γιατρός,
ο Κώστας ο μηχανικός, ο κυρ Ανδρέας ο υδραυλικός,
ο Βασίλης ο γεωργός, ο Βύρων ο ηθοποιός,
οι μητέρες οι στοργικές.

*

Η ήβη βρυκολάκιασε,
με σίδερα αιχμηρά τα ρουθούνια της κάρφωσε,
τον αφαλό, τον σβέρκο, τα χείλη της, τα φρύδια!
Μουτζούρες χάραξε στο στέρνο της, στην ωμοπλάτη,
στους μηρούς της,
και περιφέρεται τον έρωτα ξορκίζοντας.
Χαρτιά πιστοποιούν τις σπουδές διαστροφής
στα σπίτια, στις εκκλησίες, στα σχολειά
που την ζωή απαξιώνουν!
Αποφοιτήσαντες ευνούχοι, τα εγκλήματα του παρελθόντος
δοξάζουν!
Δεκαέξι ώρες την ημέρα ανάκριση
για μισό κομμάτι ψωμί βρώμικο.
Η ελπίδα κακοποιημένη ψυχορραγεί στα στρατόπεδα
συγκέντρωσης.
Τα ινδάλματά μου στο απόσπασμα˙
ολιγάρκεια, σκόλη, γυναίκες εύκολες – αγχίνοια!!!
Γυναίκες εύκολες, γυναίκες εύκολες!

Νίκος Κωσταγιόλας, Σύντομος οδηγός για τα δέντρα

Κοιτάς έξω τα δέντρα απ’ το παράθυρο
με βούληση πνευστή πώς καμπυλώνουν
ερχόμενη από πολύ μακριά
όπως κι εσένα άνεμος μια μέρα
δριμύς κι αρπακτικός σα θάνατος
με μια του κόσμου θα σε συντονίσει
καταγωγή σπλαχναία κι ανεκρίζωτη
εκεί που ανακυκλώνονται τα χρόνια
κι ό,τι φθαρτό, ταπεινωμένο αναπτερώνεται
και βρίσκει την επίποθη γαλήνη
στις χώρες που από δύση δεν εννοούν

Στιγμές-στιγμές τα δέντρα ευδοκιμούν
σμίγουν κλαδιά, απλώνονται, θρασεύουν
μια φυσική ταλάντευση στο φως
ή μια δίχως φραγμούς ανάρρηση
με προσδοκία που τηρούν μοναδική
το πότε τ’ ουρανού θα διαπεράσουνε
τον θόλο τον ειδάλλως απαράκαμπτο
την άλλη των ονείρων επικοίζοντας
πλευρά με τον αδιάλλειπτό τους μόχθο
ή διηγούνται μνήμες των πουλιών
αυτές που τους τραγούδησαν και τις θυμούνται
μα και των τρωκτικών που κάποτε τα οικήσανε
ή ροκανίσανε βουλημικά
τα δένδρινά τους σπλάχνα εκεί λαξεύοντας
ζωή δικιά τους, μετερίζια·
δίχως νά ’χουνε
ποτέ προαίρεση κακή τα συγχωρούν
τις ιστορίες τους προσεταιρίζονται
κι απ’ το καλούπι αυτό τα ξαναπλάθουν
–τον κάθε φωνακλά κοκκινολαίμη
τον κάθε χασομέρη σκίουρο—
απ’ την αρχή τα ξαναπλάθουν σαν εκλείψουνε
οι πάντα πρόσκαιροι προκάτοχοί τους
τον κύκλο της ζωής και διακονούν
– μιαν αναχώρηση που μοιάζει επιστροφή

Άλλες φορές πάλι τα δέντρα συμμαζεύονται
γλιστρούν μαζί σε συστοιχίες και δεν τα νοιάζει
ποιο είναι ν’ απλώσει κλώνους πιο πολλούς
ποιου θα πυκνώσει πιο πολύ το φύλλωμα
ποιο θα ντυθεί καλύτερα την πάχνη·
κλίνουν ανέφελα τη γη, τον ουρανό
κι ετούτη η πλησμονή αρκεί για όλα.
Τους φανερώνει ο άνεμος από νωρίς
—η άχνα του στα φύλλα τους, το θρόισμα—
του τέλους τους την ακριβή στιγμή
κι έτσι όταν έρθει εκείνη δεν ξαφνιάζονται·
προγραμματίζουν τη ζωή τους βάσει αυτής
με μια ευφυΐα αμήχανη κι αρύθμιστη
κόντρα στην απομάγευση του κόσμου
μια οικονομία φύσης μεριμνώντας
τόσα λουλούδια, τόσο ψήλωμα
ποτέ πλεονεκτώντας.
Χαίρονται
που από τον θάνατό τους είν’ ανίκανα
να δούνε παραπέρα, μόνο ξέρουνε
—μάλλον, καλύτερα, μπορούν να φανταστούν—
το νόημα του όλου που κραταιώνουνε
την τάξη τη σεπτή, τ’ όλο μυστήριο
κι η αποστολή αυτή που τα συνέχει
—αυτός ο μαραθώνιος με τ’ Άπειρο
καρπό-καρπό την χθόνια πρόνοια θρέφοντας—
τα φτάνει από μόνη της στον Θεό

Κοιτάς έξω τα δέντρα απ’ το παράθυρο
με βούληση πνευστή πώς καμπυλώνουν
ερχόμενη απ’ τα πολύ παλιά
το ένα επάνω στ’ άλλο σκύβοντας
και πώς πασχίζουν να την ακυρώσουν
—το μέσα τους ρολόι που ’χει στιφτεί
και πια δεν αφουγκράζεται τη μέρα—
σπέρνουν βαθύτερα την κοπιασμένη ρίζα
και του κορμού το κύκλιο καταπίστευμα
στο χρόνο θησαυρίζουν.
Αντιστέκονται
μ’ έναν ρυθμό ατόφιο, ολοδικό τους
με πείσμα στο σκοτάδιασμα του κόσμου.
Δίχως να ξέρουνε σκοπό ή προορισμό
μ’ υπομονή αταλάντευτη πορεύονται
σαρκάζοντας τα έργα των ανθρώπων
τις τόσο κωμικές τους μικρομέριμνες:
τον έρωτα που εύκολα υπόσχεται
μα κι εύκολα ξεχνάει όταν κρυώσει.

Δεν ξέρεις αν θαυμάζεις ή φθονείς
αυτήν τους την απλότητα μα σαν
ν’ αντιλαμβάνεσαι τη σημασία της
το ύψος της αρίφνητης σοφίας
της πείρας τής από χιλιάδες χρόνια
σα φέρνει ο νους σου αλλότριες εποχές
βαθιά μέσα στο πλήρωμα του χρόνου
μια μέρα που θ’ αναδυθούν ξανά
—όταν εσύ κι εγώ δε θα υπάρχουμε—
ο σχίνος, η σημύδα, η φλαμουριά
μια στάλα απ’ το σμαράγδι τους να στάξουνε
κι ευρύχωρη να υφάνουν εξαρχής
την έκρυθμη ανάσα αυτού του κόσμου.

Ποτέ τους δε νικούν, γιατί υπήρξαμε
σ ’αντίξοες συνθήκεςγιατίυπήρξαμε

*Από τη συλλογή ”Ακούγοντας δάση”, εκδόσεις Βίργκω, 2024.

Αντωνία Μποτονάκη, Τρία ποιήματα

ΠΡΟΣΦΟΡΟ

Η μητέρα είχε ανορεξία νευρική. Από παιδί.
Μεγάλωσε σε πλήρη ένδεια.
Το φαγητό ήτανε σπάνιο αγαθό.
Θαρρώ, το μίσησε από περηφάνια.

Στη μητέρα άρεσαν πολύ τα πανηγύρια στα χωριά.
Γι’ αυτό ο πατέρας την πήγαινε συχνά.
Άφθονοι οι άρτοι, τα πιλάφια, τα καλτσούνια,
τυριά και μαρουβάς.

Όταν γυρνούσαν, κάθιζε στ’ άδειο τραπέζι της κουζίνας
να μας αφηγηθεί• τι ακριβώς είχε γευτεί
ο κάθε ομοτράπεζός της.
Δεν είχε βάλει στο στόμα της μπουκιά.

Ύστερα, έκοβε με το χέρι της ένα κομμάτι χθεσινό ψωμί.

Έτσι έμαθα πώς γράφεται η ποίηση

*

ΕΡΗΜΗΝ

Μα τι θα ήτανε το σύννεφο
το φύλλο
το μεγάλο φορτηγό πλοίο
που περνάει τα μεσάνυχτα το Ντρέικ
τι θα ‘ταν ο Θεός;
Είμαι εγώ που
δίνω σχήμα και χρώμα και φορτίο στα σύννεφα Και είμαι εγώ που
κάνω τα φύλλα βαθυ κόκκινα να πέφτουν
κι η θάλασσα
μετρά, μόνο επειδή εγώ το μέτρο αναγνωρίζω
Κι αλίμονο
αν ερήμην μου έπλεαν τα φορτηγά τις νύχτες
στα τρομερά περάσματα

*

ΕΝΤΡΟΠIΑ

Η φορά του βέλους του χρόνου θα δείχνει πάντοτε την αύξηση, την πύκνωση, την εντροπία, την έκφραση του μέτρου της αταξίας.
Χτες βράδυ, καθώς φύτευα
εξ επαφής μια σφαίρα στο κακό μου το κεφάλι
που αυτό έφταιγε για όλα
εκεί που δείχνει ο δείκτης, στο θυμήσου το
λες και μπορούσα να ξεχάσω.
Όχι πια σιωπή, μα παύση.
Πώς ζει ένα πεσμένο φύλλο; Έτσι.
Κι όλοι ξέρουμε πως δε θα δούμε ποτέ
ένα πεσμένο φύλλο να υψώνεται.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, εκδ. Θράκα.

Fermando Pessoa, Ποιήματα του ετερώνυμου Αλμπέρο Καέιρο

ΧIII

Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.

Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.

[…]

XΧΧ

Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.
Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

ΧΧΧVI

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

XL

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

*Από το βιβλίο “Fermando Pessoa, Ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa, 2007. Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης.

Ντίνα Καφίρη, Δύο ποιήματα

Η όψη της υποκρισίας

Ισχυρίζεσαι αλήθειες αβάσιμες.
Γεγονότα αποκυήματα της φαντασίας αναμφίβολα,
Εναγκαλίζεσαι επινοήματα ως αν αληθινά,
Περιφρονείς λεπτομέρειες που αποδεικνύουν,
Λογοκρίνεις προς διαστρέβλωση της ιστορίας.
Μιας κι η αλήθεια σε κάνει προδότη, μάρτυρα, θύμα.

Όπερ σημαίνει, ψεύδεσαι για να υπάρχεις.

Καφέ “Κοραής”, Αθήνα, 29 Σεπτεμβρίου 2007

*

Μια άλλη μέρα

Ένα πουκάμισο μεταξωτό τσαλακωμένο
κείται στο πάτωμα του καθιστικού
δίπλα σε μια στοίβα Athens News.
Είναι κείνη η ώρα μετά τη δουλειά
που η γάτα γουργουρίζει.
Τα νέα στη ΝΕΤ σε λίγο ξεκινούν.
Ξεκουμπώνει μια καλοραμμένη φούστα,
για να ανέβει σύντομα τα σκαλιά,
να ανοίξει την πόρτα του μπάνιου·
μα μέχρι τότε, τη σκιά της
παρακολουθούν πίσω από την κουρτίνα.

Αθήνα, 24 Ιανουρίου 2008

*Από τη συλλογή “Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα, σε μια πράξη”, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2024. Μετάφραση: Νέλλη Μπουραντάνη.

Συνέντευξη του Ηλία Μέλιου για τη λογοτεχνική γενιά του ’80 και άλλα τινά…

ΣΤΗ ΜΑΝΙΑ ΜΕΖΙΤΗ*

Μνήμη

η μνήμη – αυτή η σπουδαία διαδρομή προς την εκεχειρία
έξω από ψιθύρους χαράς και καημούς μια ανταύγεια είναι
απόκρυφου θανάτου κόκκινη σκοτεινή κι αμφίβολη όμοια
με την άρρυθμη ανάσα μας στη δίψα των χειλιών

Ο Κώστας Βούλγαρης στο δοκίμιό του Η δικιά μας Ελένη-Ψηφίδες και πρόσωπα της σύγχρονης ποίησης (2022) προτείνει την αισθητική και όχι τη χρονική ταξινόμηση του ποιητικού χρόνου υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε να έχουν χειραφετηθεί οι αναγνώστες από την ημερομηνία της γέννησης και του θανάτου τους. Πόσο χρήσιμος είναι ο ορισμός της χρονικότητας στο ποιητικό γίγνεσθαι;

Θα έλεγα πως προτείνει την αισθητική ταξινόμηση του ποιητικού χρόνου διότι, εάν μείνεις στην αισθητική του παραγόμενου υλικού, αυτονομείται αυτό ως μορφή και αποφεύγεται έτσι ο συγκεκριμένος στενός προσανατολισμός στον χρόνο της παραγωγής και των παραγωγών, ο οποίος μετασχηματίζεται σε κοινό τόπο, εγκλωβίζεται στη συγκεκριμένη συγκυρία, πότε και πού και ποια/ποιος. Ο χρόνος γίνεται στενόχωρος και επιμερίζεται, ενώ η αισθητική αιώνια παραμένει ουσιοκρατία! Και οι δυο τρόποι προσέγγισης της ποίησης ισχύουν, αφού δεν είναι δυνατόν να συγκριθούν ανόμοια πράγματα, όπως ένα άλογο και ένα πορτοκάλι, όπως έλεγε ο Σκαρίμπας. Ο χρόνος αιώνιος είναι και γι’ αυτό τον κατακερματίζουμε για να υπάρξει (και για να υπάρξουμε, αφού δεν είμαστε, ακόμη, αιώνιοι). Η αισθητική μορφή, ενώ δια-χρονικά κυριαρχεί, δεν έχει ανάγκη τον κομματιασμένο χρόνο αναφοράς, είναι αυτή που μετατρέπει τον δημιουργό σε αθάνατο. Η χρονική προσέγγιση τον έχει, διότι στον πεπερασμένο, δυστυχώς, βίο ο αναγνώστης μοιάζει να κυριαρχεί ψευδώς ως απέθαντος. Από την πρώτη στιγμή της γέννησης μας χάνουμε. Διαβάζουμε τις μορφές στη διάρκεια του χρόνου. Τι άλλο να κάνουμε!

Υφίσταται ποιητική γενιά του ’80, και αν ναι, πώς το τεκμηριώνεις;

Υπάρχει σήμερα ενεργή και δρώσα η ποιητική γενιά του ’90 ή ακόμη και του ’70; Τι σχέση έχουν οι ποιήτριες και οι ποιητές του ’70, που προσδιορίστηκαν τότε ως ποιητές της Αμφισβήτησης και η σημερινή τους γραφή με την τότε δραστηριότητα και παραγωγή τους; Αυτή η καταγραφή ποιητικών γενιών ανά δέκα έτη πού χρησιμεύει; Στον διαχωρισμό που υπάρχει, θέλοντας και μη, μεταξύ του δημιουργού και του δημιουργήματος έχει σημασία η χρονικά προσδιορισμένη γενιά, που δεν είναι απαραίτητα και ομαδοποιημένη αισθητική στάση και αντίστοιχη σχολή. Να μπορεί ο φιλόλογος, ο κριτικογράφος, ο αναγνώστης να έχει μιαν εποπτεία του υλικού της μελέτης του. Μια που και το ποίημα, όπως κάθε δημιούργημα, αυτονομείται από τον δημιουργό του, θα ήταν πολύ δύσκολο ή και αδύνατον κάποιος να μπορεί να ασχοληθεί με όλη την έκταση της ελληνικής ποίησης και με όλες τις ποιήτριες και τους ποιητές, ή με όλες τις διάφορες αισθητικές συσσωματώσεις. Οπότε αναλόγως της ιδιοσυγκρασίας, του γούστου, της επαγγελματικής επιλογής, της τύχης, της εξωποιητικής εκλογής και επιβολής, “πέφτει” επάνω σε μια “γενιά” και επιτελεί το παραπάνω καθήκον του! Στοιχεία πραγματολογικά, έτος γέννησης, τόπος, μόρφωση, ενηλικίωση, σπουδές και εργασία, συμπεριφορές, άλλες ασχολίες, παίζουν τον ειδικό τους ρόλο στην προσπάθεια να κατανοήσει κάποιος το πρόσωπο και την ομάδα, τη ρητή ή την άρρητη, που συντάσσεται σε ποιητική γενιά. Απ’ τη μια οι ποιήτριες και οι ποιητές της γενιάς του ’80, έτσι όπως και αυτή έχει ορισθεί πλέον στην ιστορία της λογοτεχνίας, γράφουν συνειδητά ή ασυνείδητα σαφώς με διαφορετικό τρόπο από αυτούς της γενιάς π.χ. του 1880. Απ’ την άλλη όμως, εάν ενδιαφέρει το αυτεξούσιο και αυθύπαρκτο ποίημα, αυτό καθαυτό, ξέχωρα από τον παραγωγό του, δεν έχει σημασία πότε γράφτηκε και από ποιον. Ένα από τα ποιήματα του Καβάφη ή του Καρυωτάκη έχει να μας πει σήμερα περισσότερα από μια στοίβα ποιήματα σύγχρονων συλλογών. Είναι και ο Όμηρος ποιητής, είμαι κι εγώ το ίδιο; Η κάθε ποιήτρια και ο κάθε ποιητής, κάθε γενιάς, κουβαλά στο κεφάλι και στην ψυχή του, που κι αυτή μόνο στο κεφάλι μας είναι, την εποχή στην οποία έζησε όταν πρωτοδημοσίευσε. Έχει ουσιαστική σημασία αυτό για να συνεννοούμαστε. Πάντα θα υπάρχει η ποιητική γενιά που αφορά τις ποιήτριες και τους ποιητές και πάντα θα υπάρχει το ποίημα πέραν από αυτήν. Ευτυχώς!

Οι ποιητές που έγραψαν και δημοσίευσαν κατά τη δεκαετία του ’80 κόμισαν κάτι νέο στην ποίηση, είτε αισθητικά είτε ως προς το περιεχόμενο;

Οι ποιητές του ’80 γράφουν και πρωτοεμφανίζονται σε ενδιαφέροντες καιρούς και εποχές, κατά τη διάρκεια του τέλους της Δικτατορίας του 1967, της ανολοκλήρωτης Μεταπολίτευσης του 1974, του “σοσιαλισμού” της Πασοκαρίας του 1981 και εντεύθεν, της πτώσης του κρατικογραφειοκρατικού καπιταλισμού της σοβιετικής Ρωσίας και της λοιπής ανατολικής Ευρώπης το 1989, της γενικευμένης παγκοσμίως κυριαρχίας του ιδιωτικογραφειοκρατικού καπιταλισμού, του νεκροφιλευθερισμού. Αντιστάσεις υπήρχαν και υπάρχουν. Και αυτό δεν σχετίζεται με την ποίηση. Η ποίηση δεν αλλάζει προς το καλύτερο τον Κόσμο. Οι ποιητές μπορούν να το κάνουν συλλογικά ως πολίτες μαζί με τους άλλους πολίτες. Οι ποιήτριες και οι ποιητές του ’80 μαζεύονται στο δωμάτιό τους, που δεν ήταν και δεν είναι ποτέ γυάλινος πύργος, και “μαζεύονται” και αισθητικά και όσον αφορά το περιεχόμενο. Τους όρισαν ως γενιά προσδιορίζοντας το όραμά τους ως ιδιωτικό. Ο κατ’ εξοχήν άλλος είναι ο ναρκισσιστής εαυτός μας! Πώς μπορεί ένα όραμα να μην αφορά όλη την κοινωνία; Σχήμα αντιφατικό και οξύμωρο για την ποιητική δραστηριότητα που ναι μεν πραγματοποιείται ιδιωτικώς, αλλά έχει δημόσια σημασία και νόημα και γι’ αυτόν που γράφει και γι’ αυτόν που διαβάζει. Και μόνη η ύπαρξη ενός αναγνώστη συνθέτει όραμα κοινωνικό. Όμως η κοινωνία νομίζει πως μηδενίζει τα οράματά της, ο καταναλωτικός πνιγμός ορίζει την ιδιώτευση ως το πιθανό όραμα. Τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, ψυχοτεχνικά άλυτα προβλήματα δεν κρύβονται στην άμμο, ο ταξικός πόλεμος είναι διαρκής και δεν ησυχάζει, μας λέει ένας φτωχός βορειοαμερικανικός δισεκατομμυριούχος, ο Γουόρεν Μπάφετ. Μόνο, μας λέει πάλι, ευτυχώς είναι η τάξη του που κερδίζει, η τάξη των πλουσίων! Το παραμύθι του βίου έχει πάντα στην άκρη το θηρίο να περιμένει. Τα ποιητικά θέματα παραμένουν ίδια βεβαίως: ύπαρξη, χρόνος, αγάπη, θάνατος. Ακόμη και σε εποχές και σε γενιές ηρωικές πάντα ίδια ήταν τα θέματα. Απλώς, κάποτε και αυτά τα θέματα είχαν φορές και περίβλημα στενά πολιτικό, ηρωικό, αντιστασιακό, παρ’ όλη την τελική κυριαρχία της ήττας. Επικρατεί και σε αυτούς, αλλά νομίζω και σε όλη την ποίηση που γράφεται πλέον, το σχετικό σχήμα «Σεφέρης-Λειβαδίτης-Χριστιανόπουλος-Γώγου», χωρίς σε αυτό να ευθύνονται οι αναγραφόμενοι στο σχήμα ποιητές. Η ποίηση μοιάζει αφηγηματική, λυρική και περιστασιακή, τις περισσότερες φορές, παρηκμασμένων χαμηλών τόνων. Και είναι φυσικό αφού όλος ο ελλαδικός οικονομικός και κοινωνικός σχηματισμός ευρίσκεται χρόνια τώρα σε πτώση και διαρκή παρακμή, σε μια αργόσυρτη μετάβαση που δεν μαντεύει κανείς πού θα πάει. Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν την κυριαρχία της ποιητικής πτώσης. Όσες και όσοι βαδίζουν στους δρόμους του Καβάφη, του Καρυωτάκη, του Σκαρίμπα, του Εγγονόπουλου, του Εμπειρίκου, του Κατσαρού, του Σαχτούρη, του Παπαδίτσα, του Κακναβάτου, του Γκόρπα, της Αραβαντινού, του Καρούζου, του Τραϊανού, του Πούλιου, και στο περιεχόμενο και αισθητικά, παλεύουν να μένουν ανοικτοί αυτοί δρόμοι.

Το αποτύπωμα της γενιάς του ’70 παραμένει έντονο ακόμη και σήμερα. Κατά πόσον πιστεύεις ότι επισκίασε ή πατρονάρισε όσους έγραψαν κατά τη δεκαετία του ’80;

Δεν νομίζω πως σε αυτούς τους καιρούς, εκτός της ποιητικής συντεχνίας, παραμένουν τα αποτυπώματα ποιητικών γενιών. Ούτε και της λεγόμενης του ’30, πόσω μάλλον του ’70. Η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών είναι αλλού. Μιλάμε βεβαίως για το έντονο αποτύπωμα της γενιάς του ’70, αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι αναφερόμαστε σε κάποιους ολίγους ποιητές αυτής της ομάδας Ποιος γνωρίζει τον Νίκο Τρίκολα; Γιατί δεν τον γνωρίζει; Κι άλλους και όχι μόνον αυτόν. Διότι δεν ευρίσκεται στον ποιητικό “κανόνα” της λεγόμενης γενιάς του ’70. Η λεγόμενη γενιά του ’80 λένε κάποιοι πως προσδιορίστηκε ως συνέχεια και παρακολούθημα αυτής του ’70, κάτι σαν γκαράζ και αποθήκη, παρακολουθήματα διαμερίσματος! Υπήρξαν και υπάρχουν απ’ τη μια πάτρωνες, νταβατζήδες (νταβά στην τουρκική, μεταξύ των άλλων, είναι η νομική υπόθεση), αλλά κι απ’ την άλλη πλευρά υπήρξαν πρόθυμοι, και ραγιάδες και ρουφιάνοι και γενίτσαροι. Σχετίζεται περισσότερο με το lifestyle των ποιητών και όχι με την ποιητική. Ο παλαιότερος ποιητής δεν είναι αθάνατος, πρέπει να θέλει να υπάρχουν οι νεότεροι, που… δυστυχώς θα ζήσουν και μετά από αυτόν. Ορισμένοι ό,τι δεν χειραγωγούν (πνευματικά και υλικά), το απορρίπτουν, το σαμποτάρουν. Θυμάμαι έναν “μεγάλο” της πρωτοπορίας ποιητή και την αχαρακτήριστη, το λιγότερο, χυδαία “πνευματική” στάση του σε νεότερους και μάλλον συνεχιστές σε αυτό που και αυτός ως νέος βρέθηκε να κάνει. Πώς θα υπάρξει έτσι συνέχεια; Αυτή, η συνέχεια της ελεύθερης δημιουργικής δραστηριότητας κάθε είδους και ύφους, και ιδίως η συλλογική, που είναι και το μοναδικό ποίημα. Το χαίρεσαι αυτό όταν συμβαίνει, καθώς οι προηγούμενοι στέκουν δίπλα στους ερχόμενους και διατηρούν ενωμένη την αλυσίδα της έκφρασης και της συλλογικής δημιουργικής ενασχόλησης.

Ο Βαγγέλης Κάσσος, σε άρθρο του στην Καθημερινή το 1994, υποστήριξε ότι οι ποιητές της γενιάς του είναι «αποστερημένοι από τον ρόλο του ποιητή-πολίτη». Κατά τη γνώμη σου ίσχυε κάτι τέτοιο; Το πολιτικό τοπίο της χώρας εκείνη την περίοδο «καθοδήγησε» κατά κάποιο τρόπο τη γραφή τους;

Σε τελευταία ανάλυση, όλα είναι πολιτική, με την έννοια όχι του πολιτικαντισμού, αλλά ζήτημα της συνολικής θέσμισης της κοινωνίας που αφορά συνολικά όλες και όλους του πολίτες και όλες τις πλευρές της ζωής τους. Κι εδώ επανέρχεται το θέμα εάν η κάθε ποιητική γενιά έχει προσδιορισμό χρονικό ή αισθητικό. Συνήθως γράφονται ξεχωριστά ποιήματα που αισθητικά είναι δυνατόν να ξεπερνούν τον ορισμένο χρόνο κατά τον οποίο γράφτηκαν. Σπανίως ξεφεύγεις από τον τόπο και τον χρόνο, τον στοχασμό, τα αισθήματα και τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις πράξεις της γενεαλογικής σου περιόδου, που υφίσταται δίχως να σε ρωτάει. Σε γενικές γραμμές η εποχή του ’80 σημαίνει κυριαρχία της Πασοκαρίας σε μια προβληματική (όπως οι δεκάδες τότε επιχειρήσεις που διαχειρίστηκε το κράτος) κοινωνία. Παρ’ όλα τα μεγάλα λόγια, επικρατούσε γενικευμένος ευτελισμός στο πνεύμα της εποχής για να κυριαρχήσει εν τέλει ο ολοκληρωτικός καταναλωτισμός. Το προηγούμενο πολιτικό σύστημα, παρ’ όλη τη Μεταπολίτευση, δηλαδή την πτώση της χούντας, χείριστο ήταν και χωρίς… κατανάλωση και με μπόλικο εμφυλιοπολεμικό ξύλο! Και οι ποιήτριες και οι ποιητές πολίτες είναι κατ’ αρχάς ή καλύτερα, θα έπρεπε να είναι. Μετά μπορεί να είναι και ποιήτριες και ποιητές! Ποιος αποστέρησε π.χ. στον μανάβη-πολίτη τον ρόλο του; Γιατί να ξεχωρίζουν οι ποιητές; Επειδή οι ποιητές είναι στο ποιητάδικο; Γιατί να στερούνται μόνο αυτές και αυτοί πολιτικούς ρόλους; Δεν πρόκειται να σωθούμε από τους ποιητές αν δεν σώσουμε αναμεταξύ μας τους εαυτούς μας, άσχετα από την ποίηση και τη μαναβική. Τουλάχιστον, η μαναβική… τρώγεται! Σε εποχές όπου πολιτικά δεν φαίνεται να έχει και μεγάλη σημασία ο κοινοβουλευτισμός και η λειτουργία του, εννοείται πως δεν μιλάμε για πραγματική δημοκρατία, πολιτεία των πολιτών δηλαδή, σε εποχές κρίσης του κοινοβουλευτισμού, αυτός βλέπω πως δεν έχει ανάγκη για ενεργούς πολίτες, μια χαρά είναι και οι υπήκοοι κολίγοι, με ευθύνη, βεβαίως, των πολιτών και των κολίγων. Βγάζουν τον σκασμό, παράγουν εμπορεύματα και θέαμα και τα καταναλώνουν, εάν τους φτάνει ο μισθός, τα επιδόματα ή τα τραπεζικά δάνεια (που νομίζουν πως θα πληρώσουν ή όχι στο μέλλον που δεν θα υπάρξει). Η χώρα ως προτεκτοράτο ιδρύθηκε και οι ιθύνουσες κυρίαρχες πολιτικές ομάδες, που συμπεριφέρονται ως υπάλληλοι ξένων προστατών και των εγχωρίων ολιγαρχών, συνεχίζουν, και τότε όπως και τώρα, να παίζουν με τα κουβαδάκια τους στην αμμουδιά μέχρι να σκάσει, να πούμε έτσι, ο πρώτος πύραυλος στο Κλεινόν Άστυ, πάει να πει, στη βρωμόπολη των Αθηνών.

Πιστεύεις ότι οι γυναίκες ποιήτριες υποτιμήθηκαν κατά τη δεκαετία του ’80;

Οι άντρες ποιητές δεν υποτιμήθηκαν; Τις περισσότερες φορές οι γυναίκες πάντα βρίσκουν πιο ποιητικούς χώρους και πράξεις για να εκφραστούν, πέραν από τα στιχάκια. Κάτι ξέρουν. Συνεχώς, στα έντυπα όπου συμμετείχα, “ψάχναμε” να τις βρούμε. Δεν είναι η ποίηση ιδιαιτέρως υποτιμημένη; Από το ’80 και μετά σημασία έχει αυτή η διαρκής κατανάλωση του κερατά υλικών αγαθών και των ολίγων πνευματικών και αυτών ως υλικών. Η ποίηση δεν παίζει και κανένα ιδιαίτερο λόγο στα πράγματα. Κι αυτό παρ’ όλη την αυξημένη παραγωγή συλλογών, παρ’ όλη την αύξηση του αριθμού ποιητριών και ποιητών, παρ’ όλες τις τόσες και τόσες παρουσιάσεις, εκδηλώσεις, κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις, βραβεία, λογοτεχνικά σωματεία πρώτης και δευτέρας βαθμίδος, συνέδρια και φεστιβάλ, ντόπια και διεθνή, όπου πλέον δεν έχει σημασία παρά το συμβάν, το event που λέμε στα ελληνικά, το σημαίνον και όχι τόσο το σημαινόμενο, το περιεχόμενο του ποιητικού βιβλίου. Δεν καταλαβαίνεις πως φταίνε και αυτές και αυτοί που γράφουν για την υποτίμηση ανδρών και γυναικών και ποιημάτων; Πάντως στον ονομαστικό κατάλογο με τις ποιήτριες και τους ποιητές του ’80 που παρουσιάζεται στο περιοδικό Νέο Επίπεδο (άνοιξη-καλοκαίρι 1997) σε αφιέρωμα για τη λεγόμενη γενιά του ’80, οι ποιήτριες είναι 35 και οι ποιητές 111, δηλ. ποσοστό 24% γυναικών. Λίγες οι γυναίκες ποιήτριες. Πιστεύω σε νεότερες γενιές να έχουν αλλάξει τα ποσοστά.

Σε ένα ποίημά σου, από την ανέκδοτη συλλογή Αφηρημένος εξπρεσσιονισμός ο ρεαλισμός (2020-2022) γράφεις: «ανακύκληση αχρήστου υλικού και φορμαλισμός ακραίος». Ο στίχος αφορά τη σύγχρονη ποίηση;

Ο στίχος αφορά τη σύγχρονη ζωή, όλες τις πλευρές της ζωής, και την ποίηση. Και σχετίζεται με τον άχρηστο τετελειωμένο χρόνο που κάθε στιγμή αποτελεί παρελθόν. Κι έτσι το συντελεσμένο παρελθόν σε φέρνει πιο κοντά στην ανυπαρξία, στη ρουτίνα. Στις τωρινές ψηφιακές κοινωνίες δεν υπάρχει μέλλον, το σκληρό καθ’ άπασαν στη Γη ταξικό καθεστώς ανοικτά πολεμά για να παραμένουμε στο παρόν, ως αγοραστές εμπορευμάτων και θεάματος, που το παρουσιάζουν σαν άκρατο ξεχειλωμένο σήμερα, που είναι όμως πάντα παρελθόν. Ένας ελάχιστος αριθμός από ολιγάρχες, παγκοσμίως, πολεμάνε (και στην κυριολεξία πολλές φορές, το βλέπουμε αυτό τώρα στην Ουκρανία και στη Γάζα) να υποδείξουν πως δεν υπάρχει καμιά εναλλακτική λύση, παρά μόνο το φτωχό ξεκώλωμά τους στα κέρδη και η δική μας πλούσια αφραγκία! Πάντα υπάρχουν νέες και ενδιαφέρουσες εναλλακτικές λύσεις και κοινωνικές και χρονικές!

Έχεις υπάρξει εκδότης του έντυπου λογοτεχνικού περιοδικού «Δυτικές Ινδίες», καθώς και μέλος της συντακτικής ομάδας των φανζίν «Σε τόνους μινόρε» και «Δην», και του περιοδικού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας της Αθήνας «Κλήδονας», τα οποία δεν κυκλοφορούν πλέον. Στη σημερινή ψηφιακή εποχή, τι θεωρείς ότι προσφέρουν τα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά;

Τα έντυπα περιοδικά προσφέρουν τη μυρουδιά της μνήμης πλέον και της συνήθειας! Όπως το έντυπο βιβλίο. Όμως ακόμη και ένα έντυπο περιοδικό και βιβλίο υφίσταται κατ’ αρχάς ως ψηφιακό τοιούτο. Μετά πάει στο τυπογραφείο. Υπάρχουν ένα σωρό αξιόλογα και μη ηλεκτρονικά περιοδικά. Τον ίδιο ρόλο που έπαιζαν τα χάρτινα τον ίδιο ρόλο παίζουν και τα ψηφιακά περιοδικά. Το χάρτινο έχει και μια ενεργή εκπαιδευτική σημασία και ρόλο για τους νεότερους που πιθανόν να έχουν διαρρήξει τους δεσμούς τους με το χαρτί. Γνωρίζοντας τους παρελθόντες κόσμους μας, γνωρίζεις και τον σημερινό κόσμο όπου ζεις και σκέφτεσαι. Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο ψηφιακός, πολιτισμός είναι όλες οι δημιουργίες των ανθρώπων κατά τον ρουν της Ιστορίας. Πετάς το χαρτί, πετάς κι ένα κομμάτι της ιστορίας σου.

Κατά τη γνώμη σου, πρέπει να εργάζεται ο ποιητής σε άλλο αντικείμενο εκτός από τη λογοτεχνία; Η εργασία σε εντελώς διαφορετικούς τομείς ζημιώνει ή ωφελεί την τέχνη του;

Κατά πλειοψηφία,γυναίκες και άντρες ηθοποιοί, γλύπτες, ζωγράφοι, χορευτές, σκηνοθέτες, θεατρικοί συγγραφείς, πεζογράφοι, κριτικοί, μουσικοί, κ.ά. δημιουργοί συνήθως δεν βιοπορίζονται εργαζόμενοι στο αντικείμενο που επιθυμούν. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ποιητές. Δεν πιστεύω πως όλους αυτούς τους παραπάνω πρακτικά τους χρειάζονται οι κοινωνίες μας. Θα έπρεπε, όλοι μαζί, διότι δεν υπάρχει κατά μόνας σωτηρία, να χτίσουμε άλλες κοινωνίες όπου ο καθένας να ασχολείται σε αυτό που τον γεμίζει, τον κάνει δημιουργικό, και δεν αναφέρομαι προφανώς μόνο στους καλλιτέχνες. Να αλλάξουμε τον κόσμο, να αλλάξουμε τη ζωή μας, να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Άμα έχεις διάθεση και όρεξη, εσωτερική δύναμη και φλόγα, μπορείς να καταφέρεις να δημιουργήσεις παντού και πάντα τα πάντα και να μην ευτελίζεις τη δημιουργία σου. Δύσκολο βεβαίως, απίθανο άλλοτε, πολλές φορές αδύνατον όταν δεν έχεις ΧΡ-ΧΡ, δηλ. χρόνο και χρήμα.

Τελευταία διάβασα μια άποψη που εξέφρασαν κάποιοι δημοσιογράφοι-κριτικοί βιβλίου, που εργάζονται στην τηλεόραση και στον έντυπο τύπο, σχετικά με την ποιητική παραγωγή και την ποιητική γραφή στη χώρα. Η άποψη πρεσβεύει πως αυτό που συμβαίνει σήμερα με την πληρωμή των εκδοτών για την έκδοση των ποιητικών βιβλίων δεν έχει προηγούμενο και πως αυτό που επιτυγχάνεται εντέλει είναι να θολώνει το τοπίο ως προς το τι έχει ποιητική αξία και τι όχι, αλλά και να δημιουργείται ένα παράλληλο σύμπαν, το σύμπαν των ποιητών, μια εσωστρεφής στην ουσία συνθήκη όπου καταναλώνονται μεταξύ τους. Ποια είναι η γνώμη σου;

Μακάρι να γράφανε ένα εκατομμύριο γυναίκες και άντρες, νέοι, γέροι και παιδιά. Να βγαίνανε ένα εκατομμύριο βιβλία! Πνευματικώς, «καλύτερα στο τυπογραφείο παρά στο ψυχιατρείο», είχε πει ο Βασίλης Βασιλικός! Υλικώς θα βοηθούσε περισσότερο τον κύκλο της εκδοτικής οικονομίας, σε όλα τα στάδια της παραγωγής του βιβλίου και τους εργαζόμενους σε αυτόν. Δεν έχουν και πολύ ποιητική αξία οι συλλογές που εκδίδονται, ενώ έχει υψηλή πνευματική αξία η σειριακή παραγωγή τούβλων μυθιστορημάτων αισθηματικοαυτοβιογραφικού τύπου, με μεγάλα στοιχεία και μεγάλο διάστιχο για να κοστίζουν ακριβότερα; Ή έχει εξαιρετική αξία η σύγχρονη χαμηλή ζωγραφική παραγωγή όπως εμφανίζεται σε κυριακάτικη “βαρέος κύρους” εφημερίδα ή οι βραστές κι άλλοτε ψητές μπούρδες στο σύγχρονο θέατρο, στο τραγούδι, στην κριτική, στη δημοσιογραφία; Η κάθε μια από αυτές τις ενασχολήσεις παράγει κάθε είδους αξίας εμπορεύματα και θεάματα, κακά, μέτρια, καλά, εξαίρετα και κάποτε και αριστουργήματα. Στη σημερινή εποχή της ρευστής παρακμής επιπλέουν ίσως περισσότερα έργα ελάσσονος σημασίας διότι φαίνεται να ενδιαφέρει το event μόνο. Αλλά όποιος θέλει να βρει, βρίσκει. Η πληρωμή των εκδοτών δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Απλώς στα χρόνια μας αυξήθηκε ο αριθμός αυτών που γράφουν, αυτών που θεωρούν τον εαυτόν τους ποιήτρια και ποιητή, αυτών που νομίζουν πως είναι υποψήφιοι για το Νόμπελ, ενώ ως γνωστόν, ένας και γνωστός ήδη στα ποιητικά πέριξ θα το πάρει! Αυξήθηκε και ο αριθμός των αναγκαίων επιχειρήσεων εκδοτικών διεκπεραιώσεων. Διαβάστε την αλληλογραφία (από την κοντινή… δεκαετία του ’50) του Θ. Δ. Φραγκόπουλου με τον Ρόδη Ρούφο κι εκεί θα δείτε πως ο Φραγκόπουλος έψαχνε εκδοτικό οίκο, και καλά έκανε, που θα του πάρει λιγότερα για το υπό έκδοσιν βιβλίο του. Θα ενοχλείτο κανείς εάν είχαμε αύξηση του αριθμού των γλυπτών στη χώρα; Η υπερβολή ενοχλεί και ο φόβος μήπως κάποιος από τις ψευδοελίτ της λογοτεχνίας χάσει τον καναπέ του. Kι εδώ είναι ζήτημα lifestyle. Υπερβολή και κατάχρηση είναι και αυτή η επιχειρηματική άνθηση περί τη διδασκαλία της δημιουργικής γραφής. Τα κριτήρια είναι χρηματοοικονομικά και όχι τόσο δημιουργικά. Όλα διδάσκονται, αλλά υπάρχει και κάτι που θα έπρεπε να διδάσκεται πως δεν είναι όλα προς διδασκαλία. Μακάρι στο “σύμπαν των ποιητών” να καταναλώνονται αναμεταξύ τους οι ποιήτριες και οι ποιητές, να διάβαζε ο ένας τον άλλον, βρε αδελφή και βρε αδελφέ. Ας μη φοβούνται οι σύγχρονοι μείζονες ποιητές και ποιήτριες από τους ελάσσονες τοιούτους. Ας τολμήσουν να βρουν δρόμους και τρόπους εις τρόπον ώστε η μεγαλοσύνη του ποιήματος να βρίσκει στο δόξα πατρί περισσότερες αναγνώστριες και αναγνώστες, αγοράστριες και αγοραστές!

Σ’ ευχαριστώ πολύ για τις απαντήσεις.

Σ’ ευχαριστώ κι εγώ με τη σειρά μου για τη συζήτηση αυτή, Μάνια. Ευχαριστώ, επίσης, για τη φιλοξενία το Culture Book και εύχομαι καλή δύναμη στις εργασίες του.

##Ο Ηλίας Μέλιος γεννήθηκε στην Καλαμάτα τον Οκτώβριο του 1959. Σπούδασε στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΑΣΟΕΕ). Κατά καιρούς και κατά ατομικό ή και συλλογικό τρόπο, έχει ασχοληθεί ή και ασχολείται με την ποίηση, το πεζό, το δοκίμιο, την κριτική, την επιφυλλιδογραφία, το σχέδιο, το κολλάζ, τη mail-art, τη δημιουργία μικροβιβλίων τέχνης, τη μουσική, τη διαδικτυακή ραδιοφωνική παραγωγή, την επιμέλεια και την έκδοση βιβλίων και περιοδικών. Συμμετείχε στην έκδοση των φανζίν «Σε τόνους μινόρε» (1992) και «Δην» (1994-1999) και του υπερρεαλιστικού περιοδικού «Κλήδονας» (2006-2018). Υπήρξε εκδότης του περιοδικού λόγου «Δυτικές Ινδίες» (2000-2003). Συμμετείχε στις δραστηριότητες του Ελληνικού Κύκλου Χαϊκού και της Υπερρεαλιστικής Ομάδας της Αθήνας. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Μπαρόκ παροιμίες (1988), Παραδείγματα 1987 (1989), Πώς να ξεχάσεις την Κωνσταντινούπολη; (1991), Χεράτ (1998), Πνοές Ερώτων (2003), Αλ-αγωνία (2007), 9 Κολλάζ-1 Μήνυμα-8 Φράσεις (2011) και Φωνές γράφουν ’στορίες (2023). Επίσης, τις συλλογές συγκεκριμένης (concrete) ποίησης: Σχήμα Όγδοο (2005), Αριθμητικοί Λόγοι (2005), Ilknenbbgadev (2005) και Παραστατικά Στοιχεία (2007).

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε εδώ: https://culturebook.gr/afieromata/afieroma-se-ellines-kai-ellinides-logotechnes-tis-genias-tou-80/afieroma-se-ellines-kai-ellinides-logotechnes-tis-genias-tou-80-synentefxi-tou-ilia-meliou-gia-tin-logotechniki-genia-tou-80-kai-alla-tina-sti-mania-meziti/?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR1AASoPTl1YNHztZg1rILfqt9R6hX6CWPuOFX_-MXFDDYo20f3R1LHMGcY_aem_AaR_yZ1W8KV_9PLxiLCJTipxHcTDIoJprhL1SYP3i-CjhkUz65IJLZKaJKS4yvRTmg6W6Sas28WQIzpMF33FpCO5

Μάρκος Τραϊτοράκης, Τέσσερα ποιήματα

Πρωτοετής

Ήτανε ήσυχο το βράδυ
ακολουθούσαμε καράβια στο λιμάνι
μόνο τα περιγράμματα φαινόντουσαν
κι ακούγονταν οι άνθρωποι στ’ απέναντι στενά
τ’ αμάξια κι οι περαστικοί.

*

Περαστικός

Προχωράει μόνος είναι εγγονός αντάρτη
μεγάλωσε στο εξωτερικό
κρατάει στο χέρι μισή πληροφορία.

Και χτες το ίδιο προχωρούσε. Μόνος.

*

Λαζαρέτο Κέρκυρας

Τουρισμός και φωτογραφία ανά σεκόντ
και μεγάλα κρουαζιερόπλοια δίπλα στους τάφους των συντρόφων
τους προσπερνάν και προσπαθούν
να τους πνίξουν τα κύματα
κι αυτοί είναι βράχοι σ’απέραντη θάλασσα.

Κολυμπώντας θα τους φτάσουμε.
Κι η θάλασσα θα γίνει σταγόνα.
Κι αυτοί οι αλάξευτοι βράχοι
μνημείο σε γεμάτες πλατείες.

*

Καλοκαίρι σε νησιά (yolo)

Ένα αγοράκι σε μια παραλία σήμερα
μπορεί να ήταν και κοριτσάκι
προέλευση Συρία, καλοκαίρι.

Ένα παιδί σε μια παραλία σήμερα
προέλευση Συρία, καλοκαίρι.

Ξεβρασμένο ένα παιδί
σκοτωμένο ένα παιδί
δολοφονημένο ένα παιδί.

Δε το ‘πνιξε το κύμα. Ταυτοποιήθηκε.

*Από τη συλλογή “Τριάντα στιγμιότυπα”, ΑΩ Εκδόσεις.

Ιωάννα Σκλαβενίτη, Δύο ποιήματα

Τάγματα Θανάτου

Ούτε θύελλες
ούτε θόρυβοι
δεν φυτρώνουν πια στην οδό Μέρλιν 6,
μόνο σιωπή.
Ο κόσμος αλλάζει .
Άδεια πορτοφόλια
δαγκώνουν το στήθος των τωρινών αφορισμών
και τα οστά των ψαριών
πεθαίνουν από ασφυξία
στην κεντρική παράσταση της Κυριακής.
Νυχτερινά τρένα
σκορπίζουν μια χούφτα πέταλα στην άβυσσο.
Τα στόματα φιμώνονται.
Στην κόκκινη πλατεία της Μόσχας,
οι τσάροι
πίσω από φανταχτερά σκηνικά
λέγοντας ψέματα στις μητέρες τους
χτυπώντας τα καπέλα τους
σε κόκκινα φανάρια
στις ρωγμές ή την λάσπη
σε εκείνο το καράβι
που σταματά τον χρόνο
πάνω σ’ ένα πνιγμένο παιδί
πίσω από τα αιματοβαμμένα πεζοδρόμια
από νύχτα σε νύχτα
τα χνάρια τους στο χιόνι
στεγνώνουν τον ήλιο.
Ας πενθήσουν οι κόλακες.
Ας βυθιστεί στο βλέμμα μας η Άνοιξη.
Ένας πόλεμος
ο γύρος του θανάτου
χορός που σφαδάζει
τα παιδικά απογεύματα.

*

Κλεψιές στο ημίφως

Σε αυτό τον τόπο
τον σπαρμένο με τάφους
η νύχτα τρίζει.
Σαν σφαίρες θα αναδυθούν πουλιά
μέσα από τους αφρισμένους στίχους
να σημαδεύουν
ότι μας αιχμαλωτίζει
σε τροχιές που απουσιάζουμε.
Ας θυμηθούμε,
ποιος μας μαστίγωσε το στόμα
γκρεμίζοντας του κήπου μας τον φράχτη.
Ας θυμηθούμε,
πως φθάσαμε να αγαπάμε όλοι μας την ίδια σκουριά.

*Από τη συλλογή “Η τελευταία νύχτα της Πομπηίας”, Εκδόσεις Κύμα, 2024.

Χρίστος Λάσκαρης (1931-2008), Έξι ποιήματα

ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Ανοίγω το παράθυρο και βλέπω
αντί για σένα
το φωταγωγό

το σιωπηλό
μουγγό φωταγωγό,
π’ αυτοκτονούν τα όνειρα

καθώς
το αμυδρό σου φως
τα παρασύρει σ’ ένα πέταγμα

που τα σκοτώνει.

*Από τη συλλογή «Ο ευτυχισμένος καιρός επέρασε», εκδ. Γαβριηλίδης 1979.

*

ΔΕ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙ

Δε γράφονται τα ποιήματα σ’ ένα χαρτί·
ξεθάβονται
με μια αξίνα τα μεσάνυχτα

αφήνοντας
κι από ’να λάκκο.

*Από τη συλλογή «Να εμποδίζεις τις σκιές», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1982.

*

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΟΥΣ

Χλομή,
μέσα στην καπαρντίνα της,
ανάμεσα σε δυο χωροφυλάκους.

Το βλέμμα της μακρινό.

Παρ’ όλες
τις κάμερες που διαθέτανε,
δεν μπόρεσαν να το αιχμαλωτίσουν.

*Από τη συλλογή «Να τελειώνουμε», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1986.

*

ΚΑΘΟΜΑΙ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

Κάθομαι στη βεράντα κι αγναντεύω
σιωπηλός.
Ανόρεχτη που ’ναι η ματιά μου.

Απ’ τις ταράτσες
κεραίες με κοιτάζουνε βουβές·
τέντες πληκτικά κατεβασμένες,
σαν την ψυχή μου.

*Από τη συλλογή «Σύντομο βιογραφικό», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1991.

*

ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Άλλη μια άνοιξη που πρέπει να αντέξεις

καθώς στο πάρκο
τριγυρίζεις ολομόναχος

σκοντάφτοντας σε παγκάκια
με ερωτευμένους.

*Από τη συλλογή «Τέλος προγράμματος», εκδ. Μπιλιέτο, Αθήνα 1997.

*

ΣΒΗΣΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ

Η ζωή,
η ποίηση,
αυτή η καρδιά,
κάποιες κρίσεις μελαγχολίας
που κατά καιρούς σε βασάνισαν,
ο τρόμος του κενού −

όλα,
μα όλα ατόνησαν

σαν τη φωτιά
που δεν έχει τι άλλο να κάψει.

*Από τη συλλογή «Δωμάτιο για έναν», εκδ. Γαβριηλίδης 2001.

Πηγή: «Ποιήματα Χρίστος Λάσκαρης», εκδ. Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2022.

Fadwa Tuqan, Αρκετό για μένα

Αρκετό για μένα στη γη της να πεθάνω
να θαφτώ σ’ αυτήν
να λιώσω να χαθώ στο χώμα της
κι ύστερα σαν λουλούδι να φυτρώσω
μ΄ αυτό ένα παιδί απ΄την πατρίδα μου να παίζει.
Αρκετό για μένα
στην αγκαλιά της χώρας μου να μένω
να ΄μαι κοντά της σαν μια χούφτα σκόνη
ένα ψιλό χορτάρι ένα λουλούδι.

*Απόδοση: George Nas