Πιπίνα Ιωσηφίδου-Έλλη, Η Διαφορά του Νου και της Ψυχής στο “Ο Ορέστης”, ποίημα από την “Τέταρτη Διάσταση” του Γιάννη Ρίτσου

Απόσπασμα από τις ανέκδοτες Κριτικές Mελέτες

Στο “Ο Ορέστης”, η αυθόρμητη διατύπωση των συλλογισμών του Ρίτσου, ως κύριων χαρακτηριστικών, στοχεύουν σε μορφή ορισμού, στο πλάσιμο του δικού του μύθου, με αφορμή την ανανέωση του αρχέτυπου.

Ο Ορέστης επιστρέφει στις Μυκήνες, συνοδευόμενος από τον φίλο του Πυλάδη. Το ερώτημα: ‘‘γιατί ήρθαμε, γιατί πολεμήσαμε, γιατί και πού επιστρέφουμε;’’ βασανίζει. Σκοπός του Ορέστη είναι η εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα του. Οδηγείται από τη Μοίρα του και το θέλημα των Θεών προς αυτή την κατεύθυνση. Εκτός από το πεπρωμένο και τη μοίρα που ορίζονται από ανώτερες δυνάμεις, ο ποιητής τονίζει τη διαφορά του Νου και της Ψυχής, το θυμοειδές από το συναίσθημα, τα κίνητρα πίσω από το καθήκον ή την απόρριψή του.

Ο φόβος προηγείται της δικαιοσύνης και η ‘‘εκδίκηση’’ φαίνεται γελοία, επιμένει ο άτυχος Ορέστης, που έχει επίγνωση τι θέλει ο ίδιος και τι επιβάλλεται εκ των πραγμάτων. Η δολοφονία της ενόχου μητέρας του, Κλυταιμνήστρας, για τον θάνατο του πατέρα του, του προκαλεί αφόρητο πόνο. Αγαπούσε τη μητέρα του για όλα όσα εκπροσωπούσε γι’ αυτόν: τον γέννησε και τον ανάθρεψε, ‘‘επιμένει να ετοιμάζει υδρομέλι και τροφές για πεθαμένους’’, λέει και επικαλείται το αλάθητο των νεκρών, κι αναρωτιέται γιατί η ίδια δεν φοβάται την τιμωρία για τις πράξεις της. ‘‘Τη θαύμαζα πάντα και την τρόμαζα’’, ομολογεί δυστυχισμένος. Διαισθάνεται ότι παρόμοια όπως εκείνος, η αδερφή του Ηλέκτρα, τρέφει αγάπη και μίσος για την τελευταία εκπρόσωπο του Μητριαρχικού Συστήματος, τη μητέρα τους Κλυταιμνήστρα.

Η Ηλέκτρα ‘‘δοσμένη στην άρνηση της ομορφιάς και της χαράς / ασκητική, αποκρουστική στη σωφροσύνη της μόνη κι ασύνδετη’’, οδηγεί τον Ορέστη στο να σκέπτεται: ’‘Ίσως αυτό δεν της συγχώρεσε ποτέ η αδερφή μου / την αιώνιά της νεότητα’’, εννοώντας πάντα τη μητέρα τους. Θεωρεί ότι η Ηλέκτρα ίσως να φοβάται την εκδίκησή του, γιατί αν λείψει η μητέρα τους δεν θα έχει κανέναν πλέον, για να ψέγει. Η αδερφή του παρόμοια όπως εκείνος δεν θέλει την εκδίκηση. Θέλει να φύγει μακριά από τη μιασμένη γη των Μυκηνών και να έρθει στην Αττική.

*Απόσπασμα από πιο μεγάλο κείμενο. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 56, 2010, του περιοδικού “Αντίποδες” του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου.

**Η Πιπίνα-Δέσποινα Ιωσηφίδου-Elles γεννήθηκε στα Γιάννινα. Σπούδασε στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, Ιωαννίνων και στο Γυμνάσιο Θηλέων και μετέπειτα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το 1968 παντρεύτηκε τον Γιώργο Elles (Ελευθεριάδη) και τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου φτάνει στο Σίδνεϊ. Σπούδασε Νεοελληνική Λογοτεχνία) στα Πανεπιστήμια Νέας Αγγλίας και Σίδνεϊ. Το διάστημα 1991-2010 δημοσίευσε έρευνα, ποίηση, διήγημα, λογοτεχνική κριτική, παιδικό θέατρο, παιδικό σε διάφορα έντυπα σε Αυστραλία και Ελλάδα. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο SBS και το Community Radio και σε Βιβλιοθήκες στην Αυστραλία και την Ελλάδα. Έχει εκδώσει 26 βιβλία (με όλα τα είδη του λόγου), στην Ελληνική (τέσσερα στην Αγγλική). Έχει βραβευτεί αρκετές φορές (θέατρο 3, ποίηση 3, γενικά 2). Στο διάστημα 1970-2010 συμμετείχε σε ατομικές και συλλογικές Εκθέσεις Ζωγραφικής.

Ιχνηλατώ την πορεία μου

Ιχνηλατώ την πορεία μου
κι η ζωή μου
βρίσκεται στις παλάμες σου,
αναδεικνύοντας την υπέρτατη θυσία
όχι μέσα από ψυχρές ηδονές
μα στη μεγάλη αγάπη,
που τη διάλεξα όμορφη,
πέρα από κάθε όνειρο,
όταν σε βρήκα σε εποχές
και πορείες αρχέγονες,
σε αινίγματα ημερών
και σε κραυγές άναρχες,
όπως το φως που αγαπά τα δέντρα
και το χώμα που χρειάζεται έναν σπόρο ευαισθησίας.
Μπορεί η ελευθερία ν’ ανήκε στα όνειρα,
μα ήρθε η ώρα να την κάνουμε αληθινή.
Έλα να εναντιωθούμε στους κύκλους
των επιλογών που λιγοστεύουν,
στην τραγική ομοιότητα των γεγονότων,
στην πολιορκία της συμβατικότητας των ημερών.
Επειδή η ευγενική μας οργή
είναι και επαναστατική.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Άννα Ιωαννίδου, The train of my life / Το τραίνο της ζωής μου

THE TRAIN OF MY LIFE

My life is a train.
I have boarded
and I still travel.
My destination is the unexpected!
My days roll on broken rails
and the moments look like wagons
which forgot to reach the station …

Μy life is a train.
A frantic trek on broken rails
while I painted my dreams
and made art with the sounds of my life.
A trip beyond the decay of time,
the boredom of safety.
And the painting was completed,
but the colors haven’t dried yet.

The train of my life gallops.
I look out of the window.
The past passes very quickly.
I say goodbye to every “why”,
“maybe” or “how”…
Every “must” was derailed.
Now my desires are my new companions.
My compass is the whistle of the train.

Now an adventure waits for my train.
It ΄s time to travel without luggage
and intermediate stations.
My destination is the unexpected!

ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Ένα τραίνο η ζωή μου.
Επιβιβάστηκα
κι ακόμη ταξιδεύω.
Προορισμός μου το απρόσμενο!
Οι μέρες μου κυλούν σε σπασμένες ράγες
κι οι στιγμές βαγόνια που ξέχασαν
να φτάσουν στον σταθμό …

Ένα τραίνο η ζωή μου.
Ξέφρενο οδοιπορικό στις σπασμένες ράγες
ενώ ζωγράφιζα τα όνειρά μου,
κι έκανα τέχνη με τους ήχους της ζωής μου.
Ένα ταξίδι στην φθορά του χρόνου,
στην πλήξη της ασφάλειας.
Κι ο πίνακας ολοκληρώθηκε,
αλλά τα χρώματα δεν στέγνωσαν ακόμη.

Το τραίνο της ζωής μου καλπάζει.
Κοιτάζω από το παράθυρο.
Το παρελθόν περνά
αστραπιαία.
Αποχαιρετώ το «γιατί»,
το «ίσως» , το «πως»…
Κάθε «πρέπει» εκτροχιάστηκε.
Τώρα συνεπιβάτες μου τα «θέλω»,
πυξίδα μου το σφύριγμα του τραίνου.

Μια περιπέτεια τώρα περιμένει το τραίνο μου.
Είναι ώρα ν’αποδράσω
χωρίς αποσκευές
κι ενδιάμεσους σταθμούς.
Προορισμός μου το απρόσμενο!

*Το ποίημα συμμετείχε στον παγκόσμιο διαγωνισμό ποίησης “SEEKING FOR A POEM” και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό τέχνης “DIOGEN PRO CULTURE MAGAZINE”,τεύχος Φεβρουαρίου 2012,σ.50.

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο Ποιήματα

Φωτιά ονείρων

Οι τρύπιες μαύρες γαλότσες μου χάσκουν
σαν κρατήρας ηφαιστείου.
Πάγωσε η λάβα.
Μούλιασαν τα πόδια
κολλάνε στη λάσπη.

Μεσάνυχτα.
Καταραμένη μπόρα
δε λέει να σταματήσει.
Αστραπές φτιάχνουν χαράδρες στον ουρανό.

Ανημπόρια με πιάνει
ύστατο περόνιασμα.
Φωτιά ονείρων φτιάχνω
εστία να ζεσταθώ.

Κυριαρχία

Τικ τακ το εκκρεμές του Γκουαντανάμο.
Τικ τακ ο μετρονόμος της εξουσίας.
Τικ τακ η συμφωνική των κυβερνήσεων.
Κλεψύδρα απύθμενη.
Τικ τακ οι καρδιές των αιχμαλώτων.

*Από την ποιητική συλλογή “Σπορά”, εκδ. Γ. Πικραμένος, Πάτρα 2007.

“Azuria” (Geelong Writers Inc, No 1, Φεβρουάριος 2012)

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Να ξεφύγουμε λίγο από τον “κλειστό” κόσμο του βιβλίου και να πάμε σε μια λογοτεχνική επιθεώρηση, ένα ακόμα από τα πολλά καλά περιοδικά του είδους που κυκλοφορούν στην Αυστραλία.

Έχουμε εδώ το πρώτο τεύχος της ποιητικο-λογοτεχνικής επιθεώρησης “Azuria”, στο παρθενικό της βήμα στο θαυμαστό κόσμο της αυστραλιανής ποίησης και λογοτεχνίας.

Η όλη εμφάνιση της επιθεώρησης είναι λιτή -71 σελίδες, σε σχήμα βιβλίου, με μια μόνο φωτογραφία στο εξώφυλλο-σύνθεση του John Barton- μα τόσο απέριττη, μια εκλεπτυσμένη λιτότητα που όμως έχει να πει τόσα πολλά…

Το όνομα “Azuria” αποδίδει τη χρωματική έκφραση του κυανοπράσινου της θάλασσας στην πιο ελαφρή της εκδοχή – το αντίθετο από το τιρκουάζ που είναι το πιο σκούρο κυανοπράσινο. Κοντολογίς, το όνομα της επιθεώρησης φανερώνει τον διακαή πόθο των εκδοτών να ανοιχτούν στο αρχιπέλαγος της πολυπολιτισμικής πανσπερμίας που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία αυτής της χώρας και να εντρυφήσουν στις πολυκύμαντες πτυχές της.

Οι εκδότες του “Azuria”, ο οργανισμός Geelong Writers Inc (Ομάδα Συγγραφέων του Geelong) βλέπουν την εν λόγω επιθεώρηση τόσο ως ένα από τα βήματα προς την ολοκλήρωσή τους ως συμπαγούς και δομημένης λογοτεχνικής ομάδας όσο και ως μια συνεπή συνεισφορά στην πολυγλωσσική ποίηση και λογοτεχνία της περιοχής τους αλλά και της Αυστραλίας γενικότερα.

Στην κατεύθυνση αυτή, η επιθεώρηση θα εκδίδεται δύο φορές το χρόνο και θα δημοσιεύονται σε αυτήν τα πιο αξιόλογα ποιητικά και λογοτεχνικά έργα τόσο σε τοπική όσο και σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα.

Στο πρώτο, παρθενικό, όπως είπαμε, τεύχος, εγκαινιάζεται αυτή η τακτική με τη δημοσίευση δοκιμίων, ποίησης και ποιητικής πρόζας, σύντομων ιστοριών και κριτικών.

Ανάμεσα στα άλλα, στο παρόν τεύχος δημοσιεύονται ποιήματα των Ντίνας Γερολύμου και Δημήτρη Τρωαδίτη και στις δύο γλώσσες, ελληνικά και αγγλικά, ποιήματα των Sophia Shen (Αυστραλοκινέζας ποιήτριας που διαμένει στο Geelong) και Ouyang Yu (Κινέζου δίγλωσσου ποιητή που τα τελευταία 22 χρόνια μένει και δημιουργεί στη Μελβούρνη) στα κινεζικά και αγγλικά καθώς και της λιθουανικής καταγωγής ποιήτριας και πανεπιστημιακού Irena Praitis, δίνοντας έτσι το πολυγλωσσικό, πολυπολιτισμικό πνεύμα που χαρακτηρίζει την εκδοτική ομάδα. Άλλωστε, η “ψυχή” του όλου εγχειρήματος και του Geelong Writers, Dr Edward Reilly, έχει αποφανθεί ότι η αυστραλιανή λογοτεχνία του σήμερα εκφράζεται με τόσες πολλές γλώσσες εκτός της αγγλικής, που πρέπει να δοθούν δημόσια και προωθηθούν όλες.

Δημοσιεύονται ακόμα έργα των Emily Dawson, Richard Kakol, Marsha Berry, Eunice Buchanan, Oliveiro Celso, Kerry Shawn, Ross Jackson, Jan Foster, Sandra Jobling, Lily Mae Martin και άλλων.

Ο οργανισμός Geelong Writers έλκει την καταγωγή του από μια ομάδα ποιητών, που στη δεκαετία του 1970 με την επωνυμία Geelong Street Poets τύπωνε ποιήματα των μελών της σε μερικά αντίτυπα και τα μοίραζε στις γωνίες της πόλης και μπυραρίες. Η ομάδα οργάνωσε πλήθος ποιητικών αναγνώσεων και άλλα δρώμενα σε καφενεία, παμπ, αίθουσες εκκλησιών, θεατρικές εγκαταστάσεις και αλλού και συνεργάστηκε με κύκλους του Πανεπιστήμιου Deakin, ποιητές και συγγραφείς από την περιοχή και τη Μελβούρνη.

Το τεύχος κοστίζει $20 και για να το προμηθευτείτε απευθυνθείτε στο Geelong Writers, P.O. BOX 1306, Geelong, VIC 3220 και/ή την ιστοσελίδα http://www.geelongwriters.com

*Δημοσιεύεται και στο σημερινό (Σάββατο, 10 Μάρτη 2012) «Νέο Κόσμο».

Νικηφόρος Βρεττάκος, Επιστροφή

Με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου
βρήκα το πατρικό μου σπίτι να κοιτάζει,
μες απ’ τις φυλλωσιές, σαν άλλοτε, τη δύση.

Γοργά το τζάκι η μάνα μου τρέχει ν’ ανάψει.
Κ’ ενώ απ’ την πόρτα βλέπω τις γλυκές του λάμψεις,
με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου,

Δε μπαίνω μέσα.
Απέξω κάθομαι και κλαίω…

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Αυτή η αγάπη ξεπερνά τα όρια

Θέλω να χαμογελάσω στους κυματισμούς των πάγων,
αναζητώντας τα σημάδια μιας πορείας,
γιατί βαρέθηκα να παίζω με σύμβολα.
Ν’ αναδυθώ στο βάθος μιας ματιάς θέλω
χωρίς τα κομμάτια μου να τα σκορπούν οι άνεμοι.
Αρνούμαι οι αισθήσεις κι οι ηδονές μου
να μοιάζουν μεσάζοντες στημένων σκηνικών,
γιατί δεν μπορώ τρομαγμένος να κλείνω τα φώτα,
να βυθίζομαι σε ομίχλες που καθρεφτίζουν
θαμπές κι εξαϋλωμένες μορφές.
Αρνούμαι να μένω μετέωρος σε πέτρες σκυθρωπών σπιτιών
και σε κλώνους κοιμισμένων δέντρων,
θύμα μιας ψευδαίσθησης
με ρήγματα στον εσωτερικό της κόσμο,
με ανεξέλεγκτες ψυχώσεις να προβάλλουν,
με νύχτες γεμάτες ένταση και απορία,
με τα τρένα της μοναξιάς να πλησιάζουν αργά
στις ράγες των φώτων που δεν μπορώ να στηριχτώ.
Τρέμω όταν όλα τα οικοδομήματα καταρρέουν
μέσα σε χείμαρρους μεταλλικών κρότων,
όταν η αέρινη ισορροπία των σωμάτων ανατρέπεται
μέσα σε ανελέητα σφυροκοπήματα ρυθμών
κι ιλιγγιωδών αποχαλινωμένων φωνητικών.
Φοβάμαι στα στενά περάσματα,
στα άπατα βάθη να ακούω απόκοσμα ελεγεία,
παιχνίδια με καταχωνιασμένα υποσυνείδητα.
Κλαίω παράφορα μπροστά στους νυχτερινούς εφιάλτες,
όταν η ανάσα μου μοιάζει με κλειστή κουρτίνα,
όταν το βλέμμα μου πέφτει στις σκόρπιες σελίδες,
όταν σταματώ σε δρόμους γεμάτους σιωπή.
Πονάω μέσα στα σύνορα
που γίνονται καταφύγια θλιμμένων εποχών,
κάνοντας τα απογεύματα να παγιδεύονται
σε περιπάτους ψυχολογικής ζητιανιάς.
Πονάω όταν οι χρόνοι δραπετεύουν
στα ματωμένα στόματα,
στα κόκκινα γαρύφαλλα,
σε πυξίδες που ορίζουν τα στίγματά μου.
Πάντα λαχταρούσα να σκορπίσω αγάπη
σε δρόμους όπου κανείς δεν περπατά,
να νιώσω την αναπνοή του κόσμου γύρω μου,
σε ρωγμές δακρύων που αλαλάζουν
κι αστραπές που παραδίνονται στο άπειρο.
Να στροβιλιστώ σε απαλούς αγέρηδες,
δίνοντας χρώμα σε βλέφαρα που σκούρυναν απ’ τα χρόνια,
να βρω παρηγοριά στο μέλλον.
Πάντα λαχταρούσα να κάψω τα πάθη μου
για να φωτιστεί η ανθρωπιά,
να κάψω τις αδυναμίες μου
για να δικαιωθεί η ύπαρξη.
Δεν ξέρω αν είμαι διαφορετικός,
αυθεντικός ή αλλόκοτος,
μα δεν πρόκειται να συνθηκολογήσω
με καμιά ανυπαρξία.
Πάντα λαχταρούσα να γευτώ την ένωση
κι αυτή η αγάπη είναι που ξεπερνά τα όρια.

*Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Δήμητρα Καραφύλλη, Τρία ποιήματα

Αναλαμπή

Σε άκρη απόκρυμνη βουνοκορφής
κρέμασα τη φωλιά μου, να φυλαχτώ απ’ το κρύο.
Φωτιά με φύλλα άναψα να ζεσταθώ.
φφφ – φφούου –φφούου – φφούου
Με ξυλιασμένα δάχτυλα και μάτια βουρκωμένα
βββ – ββούου – ββούου – ββούου
ακούω τη βροντή που φέρνει τη βροχή
και την αντάρα.
Κρα – κρα τ’ άγρια πουλιά που τριγυρνούν
δεν με τρομάζουν, γιατί ζω. Ακόμα.
Μόνο, φοβάμαι, η φωτιά μη σβήσει
πριν δω το φως της αστραπής.

Continue reading →

Λόγος, γλώσσα, μουσική και καθαρή ποίηση

TΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΛΑΕΡΤΗ
(Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, τεύχος 193)

Μια μέρα είπε ο Ντεγκά στον Μαλλαρμέ: «το επάγγελμά σας είναι κόλαση, δεν κατορθώνω να κάνω αυτό που θέλω κι όμως είμαι γεμάτος ιδέες». Κι ο Μαλλαρμέ του ανταποκρίθηκε: «Οι στίχοι, αγαπητέ μου Ντεγκά, δεν γίνονται με ιδέες αλλά με λέξεις».(1) Ο Μαλλαρμέ όταν λέει λέξεις, όπως είναι γνωστό, δίνει το βάρος στους ήχους των λέξεων, στη μουσικότητά τους. «Ο Μαλλαρμέ είχε δίκιο» επικροτεί ο Βαλερύ. Και διευκρινίζει: «Ο ποιητής όμως δεν διαθέτει τα τεράστια πλεονεκτήματα του μουσικού. Δεν έχει μπροστά του έτοιμο, για μια περίτεχνη χρήση, ένα σύνολο από μέσα δημιουργημένα επίτηδες για την τέχνη του. Πρέπει να δανειστεί τη γλώσσα –τη δημόσια φωνή, μια συλλογή από όρους και κανόνες, παραδοσιακούς και ά-λογους, οι οποίοι δημιουργήθηκαν και διαμορφώθηκαν περίεργα, και ακούγονται και προφέρονται με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Στην ποίηση δεν υπάρχει ο φυσικός να καθορίσει τις σχέσεις αυτών των στοιχείων, ούτε η διαπασών, ούτε οι μετρονόμοι, ούτε οι δημιουργοί της κλίμακας, ούτε οι θεωρητικοί της αρμονίας. Αντίθετα υπάρχουν οι φωνητικές και σημαντικές διακυμάνσεις του λεξιλογίου. Τίποτα το καθαρό».(2)

Continue reading →