Τη νύχτα

Όλοι οι πόνοι έχουν
τους ίδιους ρυθμούς
ιδίως τη νύχτα.

Όλα τα ουρλιαχτά έχουν
τα ίδια ντεσιμπέλ
ιδίως τη νύχτα.

Όλες οι πληγές έχουν
το ίδιο χρώμα
ιδίως τη νύχτα.

Όλοι οι άνθρωποι έχουν
τις ίδιες φιγούρες
ιδίως τη νύχτα.

Όλες οι αγάπες έχουν
την ίδια θερμότητα
ιδίως τη νύχτα.

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Νίκος Α. Νομικός, Τρία ποιήματα

Πικροδάφνες

Χθες τα μεσάνυχτα με ξύπνησε αγριεμένη η μεγάλη
μου μέγαιρα, για να μου παραδώσει στα χέρια μου
τα καλύτερα της δώρα, ένα χρυσό δισκοπότηρο,
απ’ αυτό που δίνουν στους φτωχούς για την έξοδο,
μια μεγάλη πυρκαγιά κάποιου πικρού Αυγούστου,
γι’ αδελφικό ενθύμιο κι ένα ζευγάρι αρβύλες ολοκαίνουριες,
απ’ το εργοστάσιο της κατανάλωσης,
τις χρειάζεσαι, μου είπε,
για τις μεγάλες ανηφόρες.
1997

Πελαγίσια όραση

Μεγάλος φανερώθηκε ο λόγος σου
σ’ αυτή την κουρασμένη οδοιπορία.

Πώς να ξεχάσω και τις τέσσερις κατά σειρά
απανωτές εμπειρίες που χαράκωσαν βαθιά
την ψυχή με τα από μέσα μάτια.

Αν είναι πεσμένος, όπως λες, είν’ επικίνδυνο
μόνο τα σύννεφα του χρόνου τρέχουν
στα μάτια του σίφουνας.

Αν είσαι ξύπνιος, μετανιώνεις την ώρα
που σηκώθηκες όρθιος και ξεδιακρίνεις
ένα προς ένα τα απάνθρωπα σκοτάδια.
2010

Ορφικά μυστήρια

Περασμένων αιώνων
μνημονεμένες εποχές
στις ανοξείδωτες ακτίνες
του πνεύματος.
Φαντασία αχνοδιάφανα πλασμένη
προγόνων μας ιερά μυστήρια
μιας ξένης φευγαλέας μουσικής
οι απόηχοι.
Αιώνια ανανεωμένη θάλασσα
το νου πλημμυρίζοντας η άμπωτις
σ’ ανεξερεύνητες βιωμένες πηγές
τα ορφικά μυστήρια
λησμονημένα στ1 απέραντο
διάστημα του χρόνου,
Σέρνοντας παντοτινό χορό
πιασμένα σφιχτά,
στις αδελφές μας,
τις πνευματικές ερμηνείες.
1981

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό «Ο Λόγος» (Νο 24, 2011) που εκδίδεται στη Μελβούρνη από το Σύνδεσμο Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων Αυστραλίας.

Μίλτος Σαχτούρης, Κοιτάμε με τα δόντια

Δε φταίει το φεγγάρι για την πίκρα μας
καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα μέσα στο φωσφόρο
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
καθώς και μεις στριφογυρνάμε στο σκοτάδι μας
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά μας
δε φταίει το φεγγάρι για τους λεμονανθούς
δε φταίει το φεγγάρι για τα χελιδόνια
δε φταίει το φεγγάρι για την Άνοιξη και τους σταυρούς
δε φταίει αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια

* Από τη συλλογή “Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη” (1964)

Γιώργος Αλισάνογλου, Αντικατοπτρισμοί

Υπάρχει ακόμα μια γη…
Κάπου αλλού, ίσως πολύ μακριά
Όπου και εκεί εξίσου, υπάρχει θάλασσα
ποτάμια και βουνά
Μια γη, όπου ο ήλιος φέρνει το ξημέρωμα
και το φεγγάρι αλυχτάει στην εκκωφαντική
σιωπή της νύχτας
Υπάρχει ακόμα μια γη…
Όπου ίσως εκεί τα μάτια δεν μένουν γυμνά
Και οι σκέψεις δεν είναι απλώς
μια πληροφορία μεταξύ άλλων…
Μια γη, όπου η αβεβαιότητα,
δεν είναι προϋπόθεση ύπαρξης
και οι ποιητές, κοιμούνται ήσυχοι
μέσα στο μπλε των ποιημάτων τους.
Υπάρχει μία γη, όπου τα όνειρα
δεν είναι εγκλωβισμένα στη σκιά του ύπνου
Και οι άνθρωποι πάντα στέκονται στην ίδια θέση
Σαν απολιθωμένα ταξίδια, γυρεύοντας
μια καλύτερη γη…!

*Από τη συλλογή Άηχες κραυγές (2001)

Antonin Artaud, Από τη συλλογή Le Pèse-nerfs[1] (1925)

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής —

Αισθάνθηκα τότε και πραγματικά ότι ανακόπτετε την ατμόσφαιρα γύρω μου, ότι παριστάνετε το κενό ώστε να μου επιτρέψετε να προχωρήσω, ώστε να δοθεί ένας χώρος σε κάτι εντός μου που υπήρχε δυνάμει μόνο ακόμα, σε μια ολάκερη εικονική βλάστηση, και που όφειλε να γεννηθεί, χάρη στην επιθυμία που ο χώρος που της δινόταν της γεννούσε.

Πολλές φορές βρέθηκα σ’ αυτήν την κατάσταση του απίθανου παράλογου, ώστε να δοκιμάσω να γεννήσω εντός μου τη σκέψη. Δεν υπάρχουμε πολλοί σ’ αυτήν την εποχή που θελήσαμε να κακοποιήσουμε τα πράγματα, να δημιουργήσουμε εντός μας διαστήματα ελεύθερα για τη ζωή, διαστήματα που δεν ήταν και δεν φαίνονταν να έπρεπε να βρουν τη θέση τους στο χώρο.

Κι όμως πολλές φορές εξεπλάγην από τούτη την ισχυρογνωμοσύνη του πνεύματος να επιθυμεί να στοχάζεται σε διαστάσεις και σε διαστήματα, και να συγκεντρώνεται σε καταστάσεις αυθαίρετες πραγμάτων ώστε να στοχάζεται, να στοχάζεται με θραύσματα, με κρυσταλλοειδή, έτσι ώστε κάθε τρόπος του όντος να παραμένει στερεοποιημένος σε μιαν έναρξη, έτσι ώστε η σκέψη να μην είναι σε άμεση και αδιάκοπη επικοινωνία με τα πράγματα, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή η εμμονή, αυτή η συγκέντρωση, ετούτο το ψύχος, αυτό το είδος της μνημειοποίησης της ψυχής να παράγεται κατά κάποιον τρόπο ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΚΕΨΗ. Πρόκειται προφανώς για την απαραίτητη προϋπόθεση της δημιουργίας. Αλλά εξεπλάγην ακόμα περισσότερο από αυτήν την ακαταπόνητη, μετεωρική ψευδαίσθηση, που φυσά εντός μας αυτές τις καθορισμένες, περιγεγραμμένες, στοχασμένες αρχιτεκτονικές, αυτά τ’ αποκρυσταλλωμένα θραύσματα ψυχής, σαν να μην ήταν αυτά παρά μια μεγάλη σελίδα, εύπλαστη και σε όσμωση με το υπόλοιπο της πραγματικότητας. Και η υπερπραγματικότητα[2] είναι σαν μία πύκνωση, σαν μία ξαφνική συγκέντρωση σε ένα και μόνο σημείο της όσμωσης αυτής, ένα είδος ανταποδομένης επικοινωνίας. Αδυνατώντας να διακρίνω έναν περιορισμό του ελέγχου, βλέπω αντίθετα έναν ακόμη στενότερο έλεγχο, έναν έλεγχο όμως που αντί να δρα, δυσπιστεί, έναν έλεγχο που εμποδίζει τα συναπαντήματα της καθημερινής πραγματικότητας και επιτρέπει τα πλέον εκλεπτυσμένα και τα πλέον σπάνια συναπαντήματα, συναπαντήματα τόσο εξαίρετα λεπτεπίλεπτα ίσαμε τη χορδή, που παίρνει φωτιά και που ποτέ δεν σπα. Οραματίζομαι μια κατεργασμένη ψυχή που ν’ αναδίνει το θειάφι και το φώσφορο από τούτα τα συναπαντήματα ως την αποκλειστικά αποδεκτή επικράτεια της πραγματικότητας. Είναι όμως κι εγώ δεν ξέρω ποια ακατονόμαστη, άγνωστη διαύγεια που μου δίνει τον τόνο και την κραυγή και τα κάνει ν’ αντηχούν μέσα μου. Τα αισθάνομαι σε μια συγκεκριμένη ολότητα αδιάλυτη, θέλω να πω στην αίσθηση εκείνη που καμιά αμφιβολία δεν δύναται να δαγκώσει. Κι εγώ σε σχέση μ’ αυτά τα διεγερτικά συναπαντήματα, βρίσκομαι σε μια κατάσταση ελάσσονος δόνησης· θα ήθελα για μια στιγμή να φανταστείτε ένα μη-είναι ακινητοποιημένο, μία μάζα πνεύματος να δραπετεύει για κάπου, να γίνεται εικονικότητα.

***

Continue reading →

Πεύκος Ορεινός, Στην εργατιά

Για σου εργατιά με τα γερά και τ’ ατσαλένια χέρια.
Mε τα κορμιά τ’ αδάμαστα, την άδολη καρδιά.
Θάθελα το τραγούδι μου για σέναν’ ώς τ’ αστέρια
να υψώνονταν κι ακόμα πιο ψηλά.

Για σου εργατιά! Δε ζήτησες ποτές σου εσύ να ζήσης.
Mε την ψευτιά και την κλεψιά και μήτε να γλεντήσης.
Mε ξένους κόπους και ιδρώτες ζυμώνεις το ψωμί σου
με τον ιδρό που χύνεται ποτάμι απ’ το κορμί σου.

Kηφήνες άνεργοι τρυγούν των κόπων σου το μέλι
και σαν αβδέλες λαίμαργες το αίμα σου ρουφούν.
μα ήρθε ο καιρός να εκδικηθής των φαύλων την αγέλη
καιρός την δύναμή σου να αισθανθούν!

Για σου εργατιά! Περήφανη μπρος στους κηφήνες στάσου
και τη βαριά σου σήκωσε και σφίξε τη γροθιά
και χτύπα, χτύπ’ αλύπητα και σπάσε τα δεσμά σου
την ευτυχία στα χέρια σου κρατείς, ως εργατιά.

ΠEYKOΣ OPEINOΣ

Ένα μικρό φως

Όσα δάση από ψεγάδια
κι αν περάσω
ένας θα είναι ο σκοπός μου,
ένα μικρό φως
τόσο μικρό
και παντοδύναμο
όσο ένα κομμάτι αγάπης.
Γιατί η αγάπη
κι η ευαισθησία
δεν υπόκεινται
σ’ εμπορικούς νόμους.

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Peggy Kornegger, Red Emma / Κόκκινη Έμμα

black and red
you are a flag
flying
black and
red
emma
red emma
you stand out
like
blood
like earth
like black roses
in winter
years of winter
that go on
and on
turning to gray slush
turning to dull brown mud
while you stay
red
emma
red and black
flying
radiant
at the top
of your vision

Κόκκινη Έμμα

μαύρο και κόκκινο
είσαι μια σημαία
ανεμίζοντας
μαύρη και
κόκκινη
Έμμα
κόκκινη Έμμα
στέκεσαι
σαν
αίμα
σαν χώμα
σαν μαύρα ρόδα στο καταχείμωνο
χρόνια με χειμώνα
που περνούν
και περνούν
αλλάζοντας σε γκρι λασπόνερα
αλλάζοντας σε μουντή καφέ λάσπη
ενώ παραμένεις
κόκκινη
Έμμα
κόκκινη και μαύρη
ανεμίζοντας ακτινοβόλα
στην κορυφή
του οράματός σου.

(Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης)

* Η Peggy Kornegger είναι Αμερικανίδα φεμινίστρια και κοινωνική αγωνίστρια, συγγραφέας και ποιήτρια. Υπήρξε συνεργάτρια του περιοδικού “The Second Wave”.

Γιάννης Γιαννουλέας, Νυχτερινό μανιφέστο

Οι ακλόνητες συνεπαγωγές μου
με οδήγησαν στην έρημο.
Δεν έχω πια φωνή!
Στην προσωπική μου όαση
εξόριστος
εκτελώ βηματισμούς
διατεταγμένους
αντιστέκομαι στη βία
του δεσμοφύλακα
καίω τα στρώματα
σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας
κάνω απεργία πείνας
μέχρις εσχάτων
κάθιδρος εν τέλει
συλλογίζομαι:
Άλλος ένας
τρελός του χωριού
υπήρξα τελικά,
παράξενος
μονόχνωτος
ακατανόητος
στους περαστικούς νοικοκυρέους
πάντα βιαστικούς
να επιβιβαστούν
στο τρένο
με προορισμό την πόλη
Αυτοκαταστροφή.
Ξέρω ωστόσο
—αν αυτό σας είναι παρήγορο—
πολλές δεκαετίες αργότερα
και πάλι θα κραυγάζουν
ο ένας στον άλλο
με μιαν οργή δικαιωμένη
απ’ την ιστορία
«Ποτέ ξανά!».

*Από την ποιητική συλλογή “Απροσδόκητος κήπος”, Αθήνα 2005

**Το πήρα από το http://lathrometanastis.wordpress.com

Αργύρης Χιόνης, Ο άνεμος

Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που σου χαϊδεύει τα μαλλιά
που μπαίνει στ’ ανοιχτό πουκάμισό σου
και τρίβεται ερωτικά στο στήθος σου

Εκεί που δεν το περιμένεις βγάζει δόντια
εκεί που δεν το περιμένεις χώνεται στις σάρκες σου
και σε αδειάζει από τα μέσα
και σε αδειάζει τόσο που δεν απομένει
ούτε καν μεδούλι στα οστά σου
που δεν σ’ αφήνει ούτε ψίχουλο ψυχής
που γίνεσαι κοχύλι άδειο ηχείο
κουκούλι του κενού

Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που πλέκει
τα δάχτυλά του μες στα δάχτυλά σου
και με υποσχέσεις για ταξίδια και φτερά σε νανουρίζει
ο θάνατος είναι η μόνη χώρα που γνωρίζει

Στήλωσε στέρεα τα πόδια σου στη γη
και τίναξέ τον από πάνω σου τον άνεμο.