Antonio Porchia, Στίχοι

Οι αλυσίδες που δε θέλω να σπάσω δεν είναι αλυσίδες·
θα γίνονταν όμως, αν τις έσπαζα.
Αν ο άνθρωπος είχε φτερά, θα κατέβαινε κι άλλο.
Χίλιοι ήλιοι μακρινοί δε διώχνουνε τη νύχτα.
Τα μάτια μου είναι βάραθρα, γιατί ήταν πρίν γεφύρια.
Η λάσπη, μόλις χωριστεί από τη λάσπη, δεν είναι πια λάσπη.
Καμιά φορά, τη νύχτα, ανάβω ένα φως για να μη βλέπω.
Τα χέρια σου τώρα πια, σχεδόν χωρίς χώμα. Σε λίγο δε θα φαίνονται τα χέρια σου.

*Από το βιβλίο “Αντόνιο Πόρτσια, Επιλογή από τις “Voces” (Φωνές)”. Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1992. Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς.

Jorge Luis Borges, Δύο ποιήματα

Τα πράγματα

Το μπαστούνι, μια αρμαθιά κλειδιά, κάτι κέρματα,
η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες
σημειώσεις που δε θα ξαναδιαβαστούν
τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,
η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του
η ξεραμένη βιολέτα, ενθύμιο κάποιες βραδιάς
αξέχαστης ασφαλώς αλλά κιόλας ξεχασμένης,
στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας
ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,
ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,
τυφλά, και απολύτως βουβά!
Θα επιζήσουν περ’ από τη λήθη μας·
δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει.

*

Εγκώμιο της σκιάς

Τα γερατειά (όπως τ’ αποκαλούν οι άλλοι)
μπορεί και να ’ναι ο καιρός της ευτυχίας μας.
Το ζώο έχει πια πεθάνει ή πεθαίνει όπου να ’ναι.
Απομένει μονάχα ο άνθρωπος κι η ψυχή του.
Ζω ανάμεσα σε θαμπές και διάφανες μορφές
που ακόμα δεν έχουν γίνει απόλυτο σκοτάδι.
Το Μπουένος Άιρες
που παλιά μοιραζόταν σε φτωχογειτονιές
προς τη μεριά του απέραντου κάμπου,
έγινε πάλι το νεκροταφείο Ρεκολέτα, η πλατεία Ρετίρο,
τα δρομάκια της παλιάς πόλης
και τα ετοιμόρροπα παλιά σπίτια
μια περιοχή που ακόμα λέμε Νότο.
Πάντοτε στη ζωή μου όλα ήρθαν άφθονα·
ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης έβγαλε τα μάτια του για να σκέφτεται·
ο χρόνος ήταν ο δικός μου ο Δημόκριτος.
Αυτό το μισοσκόταδο σέρνεται αργά αργά και δεν πληγώνει·
κυλάει πάνω σε μια ήρεμη πλαγιά
και μοιάζει σα να είναι η αιωνιότητα.
Οι φίλοι μου δεν έχουν μορφή
οι γυναίκες είναι όπως ήταν εδώ και πολλά χρόνια,
μπερδεύεται η μια γωνιά του δρόμου με την άλλη,
δεν έχουν γράμματα οι σελίδες των βιβλίων.
Όλα αυτά θα ’πρεπε να με τρομάζουν
όμως αφήνουν μια γεύση γλυκιά, μια επιστροφή.
Από τα τόσα κείμενα που έχουν γραφτεί πάνω στη γη
λίγα μονάχα έχω διαβάσει
κι αυτά τα ίδια συνεχίζω να διαβάζω με τη μνήμη,
να τα διαβάζω και να τα μεταπλάθω.
Απ’ το Νοτιά, τη Δύση, την Ανατολή και το Βοριά,
συγκλίνουν οι δρόμοι που μ’ οδήγησαν
στο μυστικό μου κέντρο.
Οι δρόμοι αυτοί ήταν αντίλαλοι και βήματα,
γυναίκες, άντρες, αγωνίες, αναβιώσεις,
μέρες και νύχτες,
λήθαργοι κι όνειρα,
η καθεμιά στιγμή του χτες,
του κάθε χτες του κόσμου,
το κραταιό σπαθί του δανού και η σελήνη του πέρση,
τα έργα των νεκρών,
ο έρωτας που βρήκε ανταπόκριση, τα λόγια,
ο Έμερσον και το χιόνι, τόσα και τόσα…
Τώρα μπορώ να τα ξεχάσω. Φτάνω στο στόχο μου,
στην άλγεβρά μου, στην κλείδα
και στον καθρέφτη μου.
Σύντομα θα ξέρω ποιος είμαι.

*Από τη συλλογή “Το εγκώμιο της σκιάς”, Εκδόσεις Ύψιλον, 1985. Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.

Λι Μπάι, ποιήματα

Φεγγαρόφωτο, τα πίνω μόνος

Μια κούπα κρασί, κάτω από τ΄ ανθισμένα δέντρα
κανένας φίλος εδώ γύρω. Τα πίνω μόνος.
Υψώνω την κούπα μου, ζητώντας από το φεγγάρι
να γίνουμε τρεις μαζί με τη σκιά μου.
Αλίμονο, το φεγγάρι δεν έχει ιδέα από ποτό
κι η σκιά το μόνο που ξέρει είναι να σέρνεται στο πλάι μου.
Κι όμως με φίλο το φεγγάρι και σκλαβάκι τη σκιά μου
θα τα καταφέρω μια χαρά ως το τέλος της Άνοιξης.
Τραγουδώ και το φεγγάρι σιγοντάρει με τις αχτίνες του
χορεύω κι η σκιά μου τρεκλίζει από κοντά.
Κι όταν μας περνάει το μεθύσι, μοιραζόμαστε χαρές.
Τώρα πάλι μεθυσμένοι, ο καθένας παίρνει το δρόμο του
μακάρι να κρατούσε κι άλλο αυτή η συντροφιά
μακάρι να βρεθούμε στο τέλος όλοι μαζί
εκεί ψηλά, στο Θολό Ποτάμι, το Γαλαξία.

*

Αποχαιρετώντας τον Μενγκ Χάο Γιαν, φεύγοντας για το Γιανγκ Τσου

Παλιέ μου φίλε,
μ΄ αφήνεις στο μπαλκόνι με τα κίτρινα γεράνια,
παίρνοντας το δρόμο για το Γιανγκ Τσου,
το μήνα που ανθίζουν τα λουλούδια και μας τυλίγει η ομίχλη.
Ένας ίσκιος, ένα βήμα που χάθηκε στον αιθέρα τον γαλανό.
Τώρα πια βλέπω μόνο το ποτάμι- ανεβαίνει στον ουρανό.

*

Κοιτώντας τα όρη «Η Πύλη του Ουρανού»

Ο ποταμός Τσου διασχίζει την Πύλη του Ουρανού.
Το πράσινο νερό φτάνει ως εδώ από την Ανατολή —
μετά όλα δίνη και στρόβιλος.
Σε κάθε όχθη, λόφοι στα γαλάζια θωρούν ο ένας τον άλλο.
Ένα τόσο δα πραγματάκι,
ένα μοναχικό πανί έρχεται από τη μεριά του ήλιου.

*

Στο λόφο Τζιντίνγκ Σαν, μόνος

Ένα κοπάδι πουλιά, ψηλά στον ουρανό.
Ένα μοναχικό σύννεφο πλανιέται τεμπέλικα.
Κοιταζόμαστε, εγώ κι εσύ, και δεν βαριόμαστε
και μπροστά μου, είσαι εσύ και μόνον εσύ, Τζιντίνγκ Σαν.

*

Περνώντας τη νύχτα σ΄ ένα ναό στο βουνό

Εκατό πόδια ψηλό είναι το τείχος.
Από δω μπορεί κανείς να φτάσεις τ΄ άστρα
και να τα ξεριζώσει – μα δεν τολμώ παρά να μιλώ ψιθυριστά
απ΄ το φόβο μήπως και ταράξω τους ανθρώπους τ΄ ουρανού.

*

Ανοιξιάτικο βράδυ στο Λουογιάνγκ, τραγούδι του φλάουτου

Από πιο σπίτι άραγε να φτάνει μυστικά ως εδώ
τραγούδι από σμαραγδένιο φλάουτο;
Το παρασέρνει τ΄ ανοιξιάτικο αγέρι που τυλίγει την πόλη.
Το νυχτερινό τραγούδι μου φέρνει στο νου τη ρημαγμένη ιτιά.
Ποιος άλλωστε δεν θα θυμόταν τώρα το σπίτι του;

*

Τραγούδι

Όλο το δάσος
η ομίχλη το τύλιξε απ’ άκρη σ’ άκρη.
Το βουνό κρύσταλλο στο βάθος του τοπίου
μόλις που φαίνεται
στο χρώμα της μελαγχολίας στέκει, ένα μοβ.

*”Λι Μπάι Ποιήματα”, εκδόσεις Σμίλη, Απόδοση: Γιώργος Βέης.

Αλέξης Τραϊανός, Βecause

Francis Bacon, «Head VI» (1949)

Δόντια των λέξεων
Δαγκάνοντας κρύον αέρα
BECAUSE
Το χάος μετριέται μόνο με χάος
Φέρετρο φέρετρο
Που πετάς γύρω μου γύρω μου
Μερόνυχτα τώρα
Ανάμεσα Τετέλεσται και Πριν
Μεσάνυχτα πάντα
Όλο δεξιά και καταστροφή
Ποίηση πάλι
Μ’ ένα νυστέρι που σκάβω
Ανάμεσα Σάββατο
Και φωτεινή επιγραφή

BECAUSE
Τ’ απόστημα τούτου του κόσμου
ολοένα χοντραίνει
BECAUSE
Μισώ τα μισητά αντικείμενα
Όπως αυτό το χαλασμένο κρέας
Την καρδιά
Και τον τρόμο μέσα μου
Που του παίζω τόσο άσκημα παιχνίδια
Να τον τρομάζω

Όμως ζαλίζομαι
Στο δέκατό μου όραμα ανεβασμένoς
Καθώς η αυτόματη πωλήτρια του σεξ
Μου μιλά γι’ ανθρώπους
Τσάντες γεμάτες σάρκες
Και λέξεις που δε χρειάζομαι
Γι’ αυτό ανεβαίνω στο άλλο μου όραμα
Όμως το σώμα μου
Είναι τυλιγμένο ακόμα με ρολόγια
Για να θυμάται χαμόγελα
Που γλιστρούσανε πάνω σε τζάμια
Και πώς γελούσανε τα τζάμια

Μόνο που τώρα στο μυαλό τους
Τελευταία ανάμνηση πετρέλαιο κι αλουμίνιο
Οδοντόκρεμα ξυπνητήρια καφές ανία

Πράγματα που ξυπνάνε και ξεκινάνε
Από ’να καρμπόν
Μαζί τους και το πρωί

Πράγματι κομμάτια κάρβουνο μόνο
Ξεκάρφωτα

Μια μαύρη κάλτσα να την κουνά ο άνεμος
Μακραίνει μακραίνει
Βγάζοντας από μέσα της
Νύχια και κόκαλα
Βρύσες σκορπιούς
Χιλιόμετρα του λύκου μες στο στόμα μου
Που τρόμαξα
Έβγαλα τα λεφτά μου
Κι ένα κατοστάρικο μόνο βρήκα
Που ’γραφε πάνω του
Άλλο πια δεν μπορώ
Αφήστε με να φύγω

BECAUSE
Αυτός είν’ ένας κόσμος
Όπου και τα πράγματα ακόμα
Δεν μπορούν να παραμένουν σιωπηλά

BECAUSE
Αυτός ο κόσμος τρελάθηκε

BECAUSE
Μες στο δωμάτιό μου τώρα μπαίνουν
Ο Άλαν με το κοράκι του
Ο Κώστας με τις κάργιες του
Ο Άλεν με το λιοντάρι του
Είναι μια βρώμικη νύχτα καπιταλιστική
Κι είναι ένας βρωμόκαιρος
Όπου και να κοιτάξεις
Παντού

Καθόμαστε όλοι μαζί
Και παίζουμε ρωσική ρουλέτα  

*Από τη συλλογή «Το σύνδρομο του Ελπήνορα», Eκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 1984. Περιλαμβάνεται και στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Αλέξη Τραϊανού «Φύλακας ερειπίων». Επιμέλεια: Αλέξης Ζήρας, Στέφανος Μπεκατώρος. Εκδ. Πλέθρον, 1991.

Θωμάς Γκόρπας, Ανακάλυψη άνθους

Léon Bakst (1866–1924), Portrait of a Young Girl (1897)

Κορίτσι λαϊκής πολυκατοικίας
μεγάλωσες κι ομόρφυνες ανάμεσα σε δυο λεκάνες
στη μια τρίχες και σαπουνάδες
από ξυρίσματα ποδιών δεκαπεντάχρονων κοριτσιών
στην άλλη τα νερά της νύχτας.
Άνθος που φύτρωσες εκεί που δε φυτρώνουν άνθη
αλλ’ απροσδόκητα φασόλια
σ’ έκοψα και σε ρίχνω πάνω σε παρέλαση εργατικής
πρωτομαγιάς.
Άνθος δωματίου με τέσσερα κρεβάτια που
δεν επιτρέπει βήματα δεν επιτρέπει όνειρα
δεν επιτρέπει να περάσει μέσα ο ήλιος να περάσουν τραγούδια.
Κορίτσι μου έχεις μια μαμά που αδιαφορεί για σένα
έναν μπαμπά που σ’ ερωτεύεται
μιαν αδερφή που σε μισεί μόνο και μόνο για την ομορφιά σου.
Κορίτσι μου τη «ζώνη» που φοράς
πρώτο παράσημο μικρής πουκαμισούς
μην τη θυμάσαι
δεν το μπορεί να σου κερδίσει την ελπίδα.
Πρόσεξε το χαμόγελό μου το χαμόγελο εκείνων
που έμαθαν το τραγούδι της οργής και της αγάπης.

*Από τη συλλογή «Σπασμένος καιρός», 1957.

Νάνος Βαλαωρίτης, Η κεφαλή μιας λέξης Μέδουσας

(… Γυναίκα: Λέξη Πανάκεια Σύμπαντος – για να τη δούμε…)
Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις – κλειδιά, που ανοίγουν ερμάρια ντουλάπια συρτάρια σεντούκια κουτιά γραφεία κονσόλες βιβλιοθήκες σαπουνοθήκες μπαούλα τσάντες βαλίτσες ψυχές προοπτικές – που ανοίγουν ανοίγματα στους τοίχους – που ανοίγουν διάπλατα πόρτες παράθυρα και τα πόδια των γυναικών – που ανοίγουν κλειστά μυαλά και γραμματοκιβώτια – που ανοίγουν διαθήκες υποθέσεις μητρώα χρηματοκιβώτια (με οξυγόνο) και κρεβατοκάμαρες όπου κοιμάται κάποια ύπαρξη περιπόθητη με αντικλείδια – χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις που απειλούν παλάτια – κουτιά με κονσέρβες της μνήμης παλιά φανταστικά καλύβια των παραμυθιών και των διηγήσεων – λέξεις που ανοίγουν σπηλιές, σωλήνες οντάδες, μυστήρια και πρατήρια – που ανοίγουν παρακαταθήκες αιώνων κι οπωροπωλεία –τάφους και κρυψώνες – λέξεις που με το διπλό και το τρίδιπλο τους νόημα καταπλήσσουν απελπίζουν μπερδεύουν, μαγεύουν και προκαλούν την αγανάκτηση στους ανίδεους και την απέραντη ευτυχία σε όσους γνωρίζουν – λέξεις μάνταλα μαντέμια και ματσούκια, λέξεις γρανάζια – λέξεις γρανάζια, λέξεις ψηφιδωτά, λέξεις ανεμόσκαλες λέξεις χαρταετοί, λέξεις διαλέξεις, λέξεις γυναικείες λέξεις φαντάσματα – λέξεις μεζέδες μπαξέδες μενεξέδες και αμανέδες λέξεις ορτύκια λέξεις ορμητήρια – και παροράματα- λέξεις σταυρόλεξα. Μόνο τέτοιες λέξεις και όχι άλλες να χρησιμοποιείτε – λέξεις κεριά λέξεις φανάρια και φαρμάκια – λέξεις κρεβάτια λέξεις κολόνες λέξεις μπαμπάκια από χαρτόνι λέξεις μπαλόνια λέξεις κυδώνια λέξεις σαγόνια λέξεις σαλόνια λέξεις παγόνια λέξεις χρόνια λέξεις στόμια, λέξεις, λέξεις και λέξεις χελιδόνια!.. Σπασμένος καθρέφτης εφτά χρόνια γρουσουζιά – λέξεις γυναίκες, η γυναίκα γνώση, η γυναίκα κλάδος – η γυναίκα κάδος και των απόκρυφων επιστημών η γυναίκα προμετωπίδα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου ανεύρετου, η γυναίκα σάλπισμα για να πέσουν τα τείχη – της ακοής – όπου τρώνε όπου μασουλάνε τα λόγια τους σαν τα φύλλα των περιβολιών οι παράτολμοι απομυζητές της ανίας οι απαίσιοι καταζητούμενοι των ορέων και των εσπλανάδων – οι χαρτοπαίχτες οι άνεργοι – του δάσους οι ύποπτοι που τριγυρίζουν κι οσφραίνονται γύρω από μια απλή συνουσία το αίμα της καρδιάς τους και που μαλάζοντάς το όπως ο χαμαιλέων τ’ ανασηκώνουν μέσα στα χόρτα για να λάμψει πάνω στην τελευταία αχτίδα του ήλιου – η κεφαλή μιας λέξης ΜΕΔΟΥΣΑΣ – ΓΙΑ ΝΑ ΤΗ ΔΟΥΜΕ

*Από τη συλλογή “Μερικές γυναίκες”, Εκδόσεις Θεμέλιο 1982.

Λευτέρης Πούλιος, Θεέ

Είμαι γυμνός από το ρούχο της ευσπλαχνίας σου
άνθρωπε ανώτερε
τροφοδότη τούτων των στίχων
φονιά και πεταλούδα
είσαι συ
είναι
κι η μουσική της γήινης θλίψης·
δυο θεοί που αναβρύζουν απ’ τις βρύσες της ανυπαρξίας τους.
Κηπουρέ, αστροδέτη, μαστάρι της θύελλας,
ανθρώπινο αιματοκύλισμα. Αυτό είναι το δώρο σου,
συναγμένη γύρω των πραγμάτων όλων.
Κάνε με ένα παιδί
κάνε με παρακαλώ ένα αμέριμνο πλάσμα
κάνε με έστω στουπί του ήλιου σου
δώσ’ μου λέξεις ευνοϊκές. Δαίμονα χρυσομάλλη,
άντρα και κέρατο θείων πορνών
ανυπόφορο ψέμα που τα χείλη μου τρέμισες
στο αιδοίο της καλοσύνης σου
μίλα λοιπόν
χύσε οργασμούς ανθρώπινης ευαισθησίας στη μήτρα της
ποίησης.
Γλυπτό που ταξιδεύεις τ’ ομοίωμά μου στο πλαστικό σου
σύμπαν, το χέρι υψώνω στην ικεσία,
ουρλιάζω παράφορος και κτηνώδης,
σε παίρνω στο τηλέφωνο σου ανοίγω την καρδιά μου
καίγομαι πηδώντας έξω απ’ το κρέας,
κρατώντας λουλούδια και τη λάβα και ζώντας
στην εμπειρία της θλίψης
για να πληρώσω το γεγονός του δεσμού μου
με τούτον τον κόσμο και τον άλλον κατά πάσα πιθανότητα.
Και είμαι κουλός δεν πιάνουν τα χέρια μου αλήθειες.
Στριφογυρνώ μέσα στο δέρμα σαν έμβρυο σε γέρικη μήτρα,
κόμποι και βόλοι που συμπιέζονται αλληλοσυγκρούονται
και εκρήγνυνται στο μαγικό σκοτάδι
μεμβρανώδη πόδια που φωνάζουν μέσα απ’ τα μάτια
μέσα στο κέντρο
ηλεκτρόνια και ενέργειες και σχετικότητες.
Εσύ είσαι ένα κόκαλο που το πετάνε στο σκύλο
Εγώ ένας βλάκας στο Γαλαξία που λέγεται “θλιβερό φωτάκι”
με πεταλίδα, φύκι, ζητιάνο έχω συγγένεια, ψάρι και κάτουρα.
Στημένη η σημαία της νίκης στη γνωριμία της δυστυχίας μου.
Βράχε-φωτιά ή κεραυνέ ή Αγελάδα ή Δία ή Βράχμα
ή Αλλάχ κάνε τούτο το ποίημα να ουρλιάξει
σαν κυκλώνας ντυμένο το άπειρο δέος της διαφθοράς μου.
Είμαι στο έλεός σου· φλόγα που καλπάζει από μια γενιά
στην άλλη νιώθοντας βαριεστημάρα.
Ω λύτρωση που ο νους μου δε σε χωράει.
Ω μαργαρίτα-αποσύνθεση
Η γη λοιπόν είναι το νόμισμα που μ’αυτό
θα ξοφλήσεις το χρέος σου;
Απόλλων Φοίβε διακονιάρη έλα και γέμισε
με το ίδιο σου το πρόσωπο
αυτή τη ζωή μου. Να βγει η ψυχή μου σαν συντριβάνι
έξω από τον τάφο της ύπαρξης παίζοντας τους καημούς του
έρωτα
που ‘ναι εξατμίσεις της μηχανής σου.
Μη με σκοτώνεις σιγά σιγά τη μέρα της αποκαθήλωσης
στο απέραντο γέλιο των πυρηνικών βομβών
απανωτά χτύπησε το κουβούκλιο της κοσμογονίας
με των ματιών μου τις πέτρες. Σχημάτισε με τ’ άντερά μου
τον καιόμενο φοίνικα σ’ ένα πελώριο κουτόσπιρτο.
Ασύλληπτο χάδι ανάμεσα απ’ τα διαυγή βλέμματα
των ωραίων θηλυκών αστεριών.
Κατακλυσμέ ανθρωπίνων μελών
πνίξε με για πάντα.
Σκίσε την πόλη με το πέος του πολέμου, σύντριψε
τους ανθρώπους, τα τρένα που έρπουν, τα ιπτάμενα που
φτερουγίζουν κομματιάζοντας τη νάιλον μέρα
σε χιλιάδες κουρέλια μυστηριώδους εξέλιξης.
Ρούφηξε τις γραμμές του ορίζοντα
Βάλε το χρόνο στον τάφο του
κάνε με πέτρα με το κουκούτσι της.
Η κάθε μέρα τελειώνει σαν χαλίκι που γίνεται αέρας
κι ακουμπάει και λάμπει πάνω στη μεγάλη βασιλική νεκρο-
φόρα
την Κυρία Γη.

*Από το βιβλίο ”Ποίηση 2”, Εκδόσεις Κέδρος.

Edgar Lee Masters, Δύο ποιήματα

Α. ΝΤ. ΜΠΛΟΥΝΤ

Αν εσείς στο χωριό νομίζετε πως έκανα καλά,
Όταν έκλεισα τα σαλούουν και σταμάτησα τη χαρτοπαιξία,
Και σωφρόνισα το γερο-Ντέιζυ Φρέιζερ μπροστά στο δικαστή Άρνετ,
Στις τόσες σταυροφορίες να περάσω από καθαρτήριο τους αμαρτωλούς·
Γιατί αφήνετε τη θυγατέρα της καπελούς Ντόρας,
Και τον ανάξιο γιο του Βενιαμί Παντιέ
Να κάνουν τον τάφο μου τη νύχτα ανόσιό τους μαξιλάρι;

*

ΑΝΝΑ ΡΟΥΤΛΕΤΖ

Έξω από μένα την τιποτένια και άγνωστη
Οι δονισμοί της αθάνατης μουσικής·
“Χωρίς κακία για κανένα, με αγάπη για όλους”.
Έξω από μένα η συγγνώμη από εκατομμύρια σ’ εκατομμύρια,
Και το αγαθοεργό πρόσωπο ενός έθνους
Που λάμπει από δικαιοσύνη κι αλήθεια.
Είμαι η Άννα Ρούτλετζ αυτή που κοιμάται κάτω από τούτα τ’ αγριόχορτα,
Αγαπημένη στη ζωή του Αβραάμ Λίνκολν,
Παντρεμένη μαζί του, όχι με γάμο,
Μα με το χωρισμό.
Λουλούδιζε αδιάκοπα, ω Δημοκρατία,
Από την τέφρα του στήθους μου!

*Μετάφραση: Ιάσων Δεπούντης.

**Από τον τόμο “Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα – Επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις”, Εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2021. Πρόλογος-Επιλογή: Μαρία Λαϊνά (1947-2023). Επιμέλεια: Πέτρος Γκολίτσης.

N.N. Trakakis, Ars Moriendi 

Αλήθεια, μες στην ήττα πως αλλάζουν όλα.
Τίτος Πατρίκιος, «Απολογισμός»

As the earth gives way
and I plummet through
there’s something I need to tell you:
When you died
I stormed the church, rattling the icons
I got drunk at your funeral
I made a scene at the cemetery
when I tumbled into the grave
insisting you wake up
the freshly dug hole overflowing already
and I waist-deep in water
standing in the stillness for hours
thinking whether my thoughts still work
startled how the filthy pool
had begun to reflect the stars
under dog skies
swimming in a sea of sonic silence
everywhere howls
from newspapery faces
now I see it all
everywhere storm
lightning scattered space
strens flashing
divers in rescue vests searching for survivors…
Thinking backwards
I wish I could push the replay button
long removed from the remote.
The wind collapses through the window
and everything is happening at once.
The letterbox full of regrets.
Mother cried all the way home
and I ashamed that I stayed inside so long spurning outstretched arms.
Again I see:
always enough rope
supplied by hope.

*From “After life”

Nathan Trantaal, Δύο ποιήματα

Μυθοπλασία και αποξένωση

Μετά το απαρχάιντ μας είπαν
πως έπρεπε να συγχωρήσουμε
αν θέλαμε να αποδείξουμε
ότι είμαστε αληθινοί χριστιανοί
Κι εμείς επειδή θέλαμε να είμαστε
αληθινοί χριστιανοί
συγχωρέσαμε
Μας είπαν
πως ο Χριστός πρεσβεύει την ειρήνη
κι ότι αν αγαπάς τον Χριστό
πρέπει να παραδώσεις τα όπλα σου
Κι εμείς επειδή αγαπούσαμε τον Χριστό
παραδώσαμε τις πέτρες μας
Άπαντες επέστρεψαν σπίτι
εκείνοι στα σπίτια τους δίπλα στη θάλασσα
κι εμείς στις καλύβες μας
δίπλα στους λάκκους με το μολυσμένο νερό
εκεί όπου το δηλητήριο της συγχώρεσης
μας αρρώσταινε.

*

Ντελφτ

Οι πέτρες στον δρόμο
κάθονται σαν παιδάκια στο πεζοδρόμιο
κι όλη την ώρα σου ζητάνε ψιλά.
Ο άνεμος έρχεται και φεύγει
σαν άντρας που δεν νοιάζεται για τα παιδιά του,
άνεμος που κοιτάζει μονάχα την πάρτη του.
Το στόμα τ’ ουρανού βρομάει κρασί.
Ο ήλιος δουλεύει εννιά με πέντε,
γιατί αυτό ξέρει να κάνει.
Δεν του πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό
ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο.
Τα δέντρα χασομερούν όλη μέρα πάνω στους μαντρότοιχους,
χαζεύουν τους ανθρώπους που πηγαίνουν στις δουλειές τους.
Η άμμος έχει βρόμικα πόδια και μακριά νύχια,
όμως γυρίζει από πόρτα σε πόρτα
και την αράζει στα σπίτια όλων μας.
Οι άνθρωποι είναι αποτσίγαρα
χωμένα σε σπιρτόκουτα.

*Από τη συλλογή “Γράφω τ’ όνομά μου στη στάχτη”, Εκδόσεις Τεφλόν, Αθήνα, Απρίλιος 2024. Μετάφραση: Peter Constantine.