Αντιστάσου…

Αντιστάσου στο καθημερινό
ασφυκτικό που στοιβάζεται
στις μνήμες και τα αισθήματα,
στις στιγμές και τις εικόνες.
Η ζωή δεν είναι μόνο
η διεκδίκηση του πάθους,
είναι κι η καταστροφική ηδονή
που μας διαπερνά,
ο εχθρικός χειμώνας
που ο ένας διαβάζει στη σκέψη του άλλου,
το μίσος των βλεμμάτων,
το αφηρημένο και πικρό
το άβουλο μίγμα σαρκασμού
και τα αβάσταχτα καρυκευμένα βάσανα
που το αίμα φορτώνει στις φλέβες.
Μνημόνευσε την αναρχική
λογική της φύσης,
βρες δρόμους που τέμνονται,
γεφύρωσε τα χάσματα,
διέρρηξε τις Κερκόπορτες των ονείρων
φώτισε τα σκοτάδια τους,
διατάραξε τον ακανθώδη ύπνο
των πλαστικών ηρώων σου,
πάρε βαθιά ανάσα
κι αναδύσου στο φως.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Ψάπφα, Ψαπφώ, Σαπφώ…

“ΕΈρος δ’ ετίναξέ μοι φρένας,
ως άνεμος κατ΄ορος δρύσιν εμπέτων…”
(“Ο Έρωτας μου πήρε το μυαλό
σαν άνεμος που πέφτει
πάνω στη δρυ του βουνού…”)

“α δε μ’ ίδρως κακχέεται,
τρόμος δε παίσαν άγρει,
χλωτερα δε ποιας έμμι,
τεθνάκην δ’ ολίγω πιδεύην φαίνομαι”
(“με λούζει κρύος ιδρώτας
και τρέμω ολόκληρη
και γίνομαι πιο πράσινη από χόρτο
και μου φαίνεται πως λίγο θέλω ακόμη να πεθάνω”)

Σφίγγα αινιγματική η Σαπφώ γεννήθηκε στα 630 π.Χ. στην Ερεσσό της Λέσβου. Οι Αρχαίοι Έλληνες έλεγαν για την Σαπφώ ότι ήταν ένα αίνιγμα και ένα θαύμα, η Δέκατη Μούσα, ισάξια του Ομήρου.

“Εννέα τας Μούσας φάσιν τίνες
ως ολιγώρως,
Ηνίδε και Σαπφώ Λεσβόθεν η δεκάτη”
[Πλάτων]

Continue reading →

Άννα Ιωαννίδου, Πρώτη πτήση

Ονειρεύτηκες ταξίδια στους δρόμους τ’ουρανού.
Ένα αεροπλάνο το πρώτο σου παιχνίδι.
Σου είπαν να μείνεις στη γη. Μα εσύ δεν φοβήθηκες.
Απογειώθηκες. Έχασες την αίσθηση του χώρου.
Έγινες ένα με τον αστερισμό του Νότου.

Πρωτόγνωρη η πρώτη πτήση.
Στόχος ζωής
να κατακτήσεις τους αιθέρες.
Ασίγαστος ο πόθος σου.
Ακαταμάχητο το κάλεσμα του ουρανού,
πρόκληση η αύρα του ήλιου.
Ο αετός σου δάνεισε τα φτερά του
κι εσύ ξεκίνησες για νέες εμπειρίες.

Ονειρεύτηκες ταξίδια στους δρόμους τ’ουρανού.
Χαμογέλασες, δεν συμβιβάστηκες.
Με την ορμή της νιότης στα σύννεφα χάθηκες.
Έσμιξες με τα χρώματα της ανατολής και της δύσης,
δυνάμωσες την ένταση
κι υψώθηκες στον γαλάζιο ορίζοντα.

Πρωτόγνωρη η πρώτη πτήση.
Ελεύθερο πνεύμα, ανήσυχη ψυχή
ρούχο σου ο άνεμος,
πυξίδα σου η ηλιαχτίδα.
Διέσχισες τις καταιγίδες,
αγνάντεψες λόφους και θάλασσες,
άγγιξες τα αστέρια…

Ονειρεύτηκες ταξίδια στους δρόμους τ’ουρανού.
Σου είπαν να μείνεις στη γη.
Μα εσύ δεν φοβήθηκες.
Με τον αέρα του νικητή ξεπέρασες τα όριά σου.
Έτοιμος πια για το άπειρο του σύμπαντος.

Αργύρης Χιόνης, Χέρια

Οι άνθρωποι το πιο συχνά

δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους

Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους

Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες

Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους

και τα ξεχνούνε

Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα

Ένα σωρό ποιήματα άγραφα”.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η κιβωτός

«Θέλω» της είπε «να φτιάξω μία κιβωτό.
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου.
Τα παχύδερμα απογεύματα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών σου
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου
τους σκορπιούς της απουσίας σου».
Αυτή χαμογελούσε τρυφερά, όπως νανουρίζουμε τον πόνο.
«Αχ εσείς οι ποιητές», αναστέναξε βαθιά,
με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο».
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι,
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα.
Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό,
στο ολόγυμνό της σώμα.

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό “Παρέμβαση”.

Αntigone Kefala, Song / Τραγούδι

I long to find you
in the uncertain silence
of my evenings
when darkness comes
and when the streets
are desolately empty
when nothing speaks
only my need of you.

Τραγούδι

Θέλω πολύ να σε βρω
στην αβέβαιη σιωπή
στα απόβραδά μου,
όταν έρχεται το σκοτάδι
και όταν οι δρόμοι
είναι άδειοι, ερειπωμένοι
όταν τίποτα δεν μιλά
μόνο η ανάγκη μου για σένα.

* Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Γιάννης Αγγελάκας, Κάποιος θεός

Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας

Ο χαμένος καιρός δε χάνεται
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Κάποιος θεός τις συμμαζεύει
Ζητά πίστη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε

Τα δάκρυα σαν εξατμίζονται δε χάνονται
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Κάποιος θεός τη συγκεντρώνει
Ζητά δύναμη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε

Τα όνειρα που εγκαταλείψαμε
Τα λόγια που δεν είπαμε
Τα απραγματοποίητα θαύματα
Οι γιορτές που αναβλήθηκαν
Οι αστερισμοί που αγνοήθηκαν
Τα ταξίδια που ακυρώθηκαν
Δεν χάθηκαν

Κάποιος θεός τα φροντίζει

*Από τη συλλογή “Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι (1995)

Octavio Paz, Ύμνος εν μέσω ερειπίων

όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…                
Γόνγορα

Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,
πίδακας θερμός στο κέντρο κάποιου
αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!
Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε       
τη στιγμιαία αλήθεια.
Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,
γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:
η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·
μια χούφτα γίδια είν’ ένα κοπάδι πέτρες·
ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται       
καταπάνω στη θάλασσα.
Θεός το παν!
Άγαλμα σπασμένο,
κίονες φαγωμένοι από το φως
ερείπια ζώντα σ’ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!

Continue reading →

Ηλίας Πετρόπουλος, Σαν ποίημα (απόσπασμα)

Αν με εξώθησες, προχτές, να σου μιλήσω περί Ερωτος
είναι γιατί είσαι ερωτευμένη
κι αν απέφυγα να απαντήσω είναι γιατί όταν μιλάς
για τη θάλασσα και για τη ζωή και για το θάνατο
και για άλλα πράγματα και θάματα
και ιδίως για τον αδάμαστο Ερωτα,
πρέπει, πρώτα, να σκέφτεσαι πολύ και,
μετά, να μετράς τα λόγια σου.

H κόκκινη σημαία

Ω κόκκινη σημαία μας
χρώμα αγάπης και ζωής
πόσες φορές εσκέπασες
τους μάρτυρές μας καταγής.

Ψηλά κρατάτε σύντροφοι
το λάβαρο το ερυθρό
κι αν πέσω θύμα προδοτών
μ’ αυτό σκεπάστε με νεκρό.

Mας ενθυμίζει σύντροφοι
αγώνες και κατατρεγμούς
και κάθε μέρα που περνά
νέες ελπίδες μας γενούν.

Ψηλά κρατάτε σύντροφοι
το λάβαρο το ερυθρό
κι αν πέσω θύμα προδοτών
μ’ αυτό σκεπάστε με νεκρό.