Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια Μηχανή (εκδ. Καστανιώτη)

Η “Γαλάζια Μηχανή” είναι το μοναδικό βιβλίο με ποίηση και σκέψεις του Γιώργου Φιλιππίδη που εκδόθηκε τρία χρόνια μετά το θάνατό του. Ο Γιώργος Φιλιππίδης γεννήθηκε στο 1977 στην Αθήνα και είχε περάσει στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών όπου και φοιτούσε. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά “Ιδεότροπο” και “Αντί”. Τον Ιούλιο του 1997, μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, αφαίρεσε τη ζωή του με έναν τρόπο που τον ανύψωσε στα μάτια αρκετών ως κάποιον «ένθεο ερωτικό επαναστάτη».

Γράφει, ανάμεσα στα άλλα, η ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου: “Τα ποιήματά του, γραμμένα δύο χρόνια πριν πεθάνει, έγιναν βιβλίο το 2000 με τον τίτλο ‘Γαλάζια Μηχανή”. Τα ποιήματά του αυτά (αν και δεν ξέρουμε πόσα είχε πράγματι γράψει) μαρτυρούν μια πολύ ώριμη για την ηλικία αμφισβήτηση του κόσμου, του κράτους, του ανθρώπου, σε παγκόσμιο βεληνεκές, ενώ παράλληλα είναι διάστικτα από το πάθος του έρωτα και την ποίηση κλειστού δωματίου. Η κραυγή του, που σου τρυπά τα σωθικά, είναι τόσο η φωνή της αντίστασης στον πόνο και στο ζόφο, όσο και η παραίτηση που χαρακτηρίζει κάποιον που έχει ήδη ονοματίσει τα πράγματα γύρω του. Το όνομα που χάρισε στα πράγματα μπορεί και να συγγένευε με λέξεις όπως «φαρσοκωμωδία», «τραγέλαφος», «ρώσικη ρουλέτα του θανάτου».

Continue reading →

Νίκος Α. Νομικός, Μια σκιτσογραφία στην απεραντοσύνη των ευκαλύπτων

Μνημόνευση
στην Kath Walker
την ποιήτρια
των Αβοριγίνων

Μέσα απ’ τα αμίλητα χείλη
του ιερού σου βράχου
αντιποδικοί ψίθυροι έρχονται
σαν συρσίματα σαύρας
απ’ τις ερημιές της Γιαριγκίλας
γεμάτες μοιρολόγια σκονισμένα
με καυτούς ανέμους, και σύμβολα ιερά
της Νουνακάλλας, με πετσί τριμμένο
κι άνυδρο στην μαύρη άσκηση
του πιο σκληρού μύθου, χαρακωμένου
σε πέτρες βαμμένες πυρ ερυθρό
του κίτρινου ήλιου, δείχνουν ασάλευτες
κι αιματοβαμμένες την φυλή σου
με άσματα απόμακρα, που όπως και να τ’ ακούς
λεν’ την αλήθεια του καημού τους.
Μέσα και σ’ αυτή τη νύχτα, ακούγεται καθαρά
η φωναχτή οπτασία της μορφής σου
έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλο
να μην υπάρχει εχθρός, αφού είν’ ένα χώμα
τούτη η γη, και η ζωή κυλάει αδελφή μου
στους ευκαλύπτους με τα παράξενα μουρμουρητά
και τις χιλιάδες μίλια τα πουλιά της
που φτάνουν ασταμάτητα μέσα στα όνειρά σου.

Κωνσταντίνος Καβάφης, Τρώες

Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων•
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε• κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας• κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται•
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει•
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

*Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984.
**Αναδημοσίευση από το http://www.kavafis.gr/poems/list.asp?cat=1

Άννα Νιαράκη, Εναλλακτικές χρήσεις της ποίησης

στην εσωστρέφεια των ρολογιών
στο ένα δύο τρία
στο νεκρό σασπένς της προπαίδειας
σε όλα όσα παραμένουν σταθερά
κι αμετάβλητα
σε όλες τις γελοίες παραδοχές
στα προκάτ των ρόλων
στις οδηγίες χρήσεως
στη μεταμέλεια
στην πρωινή λογική επαναφορά
στο έλα μωρέ δεν έγινε και τίποτα
στο ωχ αδερφέ
στο αφόρητο κλισέ μιας γόβας στιλέτο
στις εξωραϊσμένες αναμνήσεις
στα αναπόδεικτα αξιώματα
στις εγνωσμένους κύρους αποφορές συμπάθειας
στις παρατεταμένες προσπάθειες
αποφυγής του έρωτα
στα τόσα ίσως

εκεί θα βάλω φωτιά
με ένα σωρό τσαλακωμένα χαρτιά
από ανεπίδοτα
για προσάναμμα

*Αναδημοσίευση από το http://antipoihsh.wordpress.com

Ο Αντόνιο Ματσάδο για το Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα


Το φονικό έγινε στη Γρανάδα

I

Το φονικό

Τον είδαν, προχωρώντας ανάμεσα στα τουφέκια,
από ένα δρόμο μακρύ,
να βγαίνει στο κρύο χωράφι,
της έναστρης, ακόμη, αυγής.
Σκότωσαν το Φεδερίκο
με το γλυκοχάραμα.
Το απόσπασμα των φονιάδων
δεν τόλμησε να τον κοιτάξει καταπρόσωπο.
Όλοι κλείσαν τα μάτια τους·
προσεύχονταν: μήτε ο Θεός σε γλιτώνει!
Ο Φεδερίκο σωριάστηκε νεκρός.
-αίμα στο μέτωπο και μολύβι στα σπλάχνα-
… όταν έγινε το φονικό στη Γρανάδα
ξέρετε- καημένη Γρανάδα! -στη Γρανάδα του…

ΙΙ

Ο ποιητής και ο θάνατος

Τον είδαν να προχωρεί μόνο μ’ Εκείνον
χωρίς να σκιάζεται απ’ το δρεπάνι του.
Κιόλας ο ήλιος από πύργο σε πύργο· τα σφυριά
πάνω στ’ αμόνι -αμόνια κι αμόνια μες στα σιδεράδικα.
Μιλούσε ο Φεδερίκο,
και χαριεντίζονταν με το θάνατο. Εκείνος πρόσεχε.
“Σύντροφε, επειδή χτες μέσα στο στίχο μου
ακούστηκε ο χτύπος της ξερής σου παλάμης,
κι έδωσες την παγωνιά στο τραγούδι μου, και την κόψη
του ασημένιου σου δρεπανιού στην τραγωδία μου,
θα σου τραγουδήσω τη σάρκα που δεν έχεις,
τα μάτια που σου λείπουν,
τα μαλλιά σου που τα ‘παιζε ο άνεμος,
τα κόκκινα χείλη που σ’ τα φίλησαν…
Σήμερα όπως χτες, γύφτε μου, θάνατε,
τι όμορφα να ήμασταν μαζί,
σ’ αυτούς τους αγέρηδες της Γρανάδας, της Γρανάδας μου”.

ΙΙΙ

Τον είδαν να προχωρεί…

Φτιάξετε, φίλοι,
από πέτρα και όνειρο, στην Αλάμπρα,
ένα τύμβο για τον ποιητή,
πάνω από μια βρύση που θρηνεί το νερό,
κι αδιάκοπα λέει:
το φονικό έγινε στη Γρανάδα, στη Γρανάδα του!

*Μετάφραση: Κλείτος Κύρου
**Αναδημοσίευση από το http://poem-for-you.blogspot.com.au/2007/08/23.html

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ωραίο νησί, που από το πιο ομορφότερο λουλούδι,
από τ’ αβρότερα το πλέον αβρόν όνομα πήρες,
τι θύμησες και μέσα από τι ώρες φωτοβόλες
στ΄αντίκρυσμα της ομορφιάς σου απάντεχα ξυπνάνε,
και τι σκηνές ευδαιμονίας βαθιάς πο΄χει σβηστεί,
και πόσες σκέψεις πόσωνε που θάφτηκαν ελπίδων,
και πόσες οπτασίες μιας κόρης οπού πια δε ζει,
που πάει, δε ζει πια στα χλωρά σου πάνω τα λιβάδια.
“Δε ζεί πια”. Αλλοι μου, η μαγική φαρμακερή αυτή λέξη
τ’ αλλάζει όλα: Οι χάρες σου για μένα σβήσαν πια,
κ΄ η θύμησή σου πάει πια …”Καταραμένη χώρα”.
Θα ΄ναι για μένα εδώ και μπρός ο ανθόσπαρτος γιαλός σου,
ω υακίνθινο νησί, ω πορφυρένιο Τζάντε,
“Ιζόλα ντ ΄Ορο, Φίορο του Λεβάντε”.

*Ποιήματα 1831-1849 (Εκδόσεις “Σελίδες” 1991).

Δημήτρης Τρωαδίτης, Γκρέμισμα (χαϊκού)

Σβήνει ο κόσμος
στη δύση των ματιών σου
το λιγοστό φως

θάμπωμα βαθύ
ξεπεσμένη μαγεία
των ονείρων σου

η ύπαρξή σου
σε ανοιχτή χοάνη
κρημνίζεται

Έρμα Βασιλείου, «Παλίρροια», «Εν μέσω ξωτικών και ερώτων», «Ο έρωτας όμως», «Απόσταγμα δάκρυ» και «Ιδού η γυνή μην αφήσεις»


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

* Το κείμενο αυτό (που έχει υποστεί ελάχιστες διορθώσεις) είναι η ομιλία παρουσίασης των ανωτέρω ποιητικών συλλογών της Ερμας Βασιλείου που έκανα σε σχετική εκδήλωση στην αίθουσα εκδηλώσεων του Oakleigh Grammar, στη Μελβούρνη, την Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012.

Γράφει ο Ισπανός ποιητής Αντόνιο Ματσάδο, σε ένα από τα γνωστά –ίσως το πιο γνωστό- ποίημά του: “Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος / το δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας”. Κι αυτό πράγματι συμβαίνει με την ιδιαίτερα ερωτική ποίηση της Έρμας Βασιλείου. Η ερωτική της ποίηση, όπως μας δίνεται απλόχερα στις ποιητικές αυτές συλλογές που παρουσιάζονται εδώ σήμερα, είναι σαν ένας δρόμος που αρχικά δεν υπάρχει, που ούτε καν αχνοφαίνεται στην πάχνη της ζήσης μας, που φαντάζει ανεξερεύνητος και αναμένει το διαβάτη ή τους διαβάτες που θα τον ανοίξουν προχωρώντας. Στην περίπτωσή μας, η ποίηση αυτή της Έρμας Βασιλείου είναι σαν ένα τέτοιο δρόμο που δεν υπήρχε πριν μας τη δώσει η ίδια και πριν αρχίσουμε να τη διαβάζουμε, εισερχόμενοι ανεπαίσθητα στα εσώτερά της.

Αυτό συνέβη και με μένα, καθώς διαβάζοντας αυτές τις μικρές ποιητικές της συλλογές που μου εμπιστεύθηκε η ίδια, βρέθηκα κι εγώ στη θέση του διαβάτη του Ματσάδο, αφού διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας όλο και άνοιγε μπροστά μου ένας πρωτόγνωρος, ανεξερεύνητος μέχρι τα τώρα δρόμος, ένας δρόμος άλλοτε ίσιος και άλλοτε με διασταυρώσεις, δρομάκια, παρόδους, λακκούβες και ανισόπεδες διαβάσεις. Εντρυφώντας, λοιπόν, στις πλοκές των ποιημάτων της Έρμας Βασιλείου, κατάλαβα ότι ο δρόμος αυτός είναι ο ίδιος της ο έρωτας που μας αποκαλύπτεται με τα ποιήματα αυτά, συλλογές που θα μπορούσαν να είναι ένα και μόνο βιβλίο, αποτελώντας, κατά τη γνώμη μου, τους κρίκους μιας μακράς αλυσίδας, μια αδιάσπαστη ενότητα.

Στα ποιήματα αυτά η ποιήτρια ιστορεί και προτείνει, αγωνίζεται και αγωνιά, δονεί και δονείται, αγαπά και πάλι αγαπά, ερωτεύεται αναζητώντας και αναζητά ερωτευόμενη.

Δεν είναι ο έρωτας ο κατ’ ανάγκη σωματικός ή αγοραίος. Είναι πρωτίστως ο έρωτας της καθημερινότητας των διαπροσωπικών σχέσεων στις χίλιες τόσες υποστάσεις τους, όπως ορίζονται από τις ανάγκες της κάθε μέρας, είναι ο έρωτας των μεγάλων ή μικρών προσδοκιών, είναι ο έρωτας του καθημερινού κάματου, διανοητικού ή χειρωνακτικού δεν έχει σημασία.

Continue reading →

Χλόη Κουτσουμπέλη, Φάσεις φεγγαριού

Είμαι κι εγώ μια νύχτα.
Χωρίς χρώμα, χωρίς όνομα,
χωρίς απελπισία, χωρίς έκσταση,
χωρίς μυρωδιά, χωρίς ταυτότητα,
χύνομαι και χάνομαι,
κανείς δεν με αιχμαλωτίζει,
και δεν ανήκω κανενός
μα ούτε και στον εαυτό μου.
Μόνο που και που,
όταν στα δύο με ξεσκίζει η αυγή,
κλαίω μεθυσμένη
σε μια γωνιά του δρόμου.

*Από την ποιητική συλλογή “Η Νύχτα είναι μια φάλαινα”.
**Αναδημοσίευση από το http://ta-parakeimena.blogspot.com

Μάρκος Μέσκος, Τρία ποιήματα


Δήθεν αιωνιότητα

Μοναδική του ηδονή το σήμερα•
με το φως του ήλιου και θάλασσα βαθιά γαλάζια
χελιδόνια που δίνουν την τροφή στον αέρα
τιτιβίζοντας ευχαριστημένα σήμερα•

με το νέο δάσος και το χορτάρι και τα ζωντανά
μέρα νύχτα και με φεγγερή σελήνη πολεμούν
οι αλλόφρονες ενάντιοι στους άλλους πλανήτες
για το χρήμα το ματαιόδοξο το θανατηφόρο σήμερα•

εφτά του Αυγούστου ημέρα Τρίτη, στον τροχό του Χρόνου
το έτος 2007 μετά Χριστόν — κι εσύ μόριο φευγαλέας
σκόνης• ένα τίποτε.

Ενδοχώρα

Γκρίζο πρωινό σκελετωμένα δέντρα ορίζοντες τυφλοί•
για ‘κει που πας κανείς δεν σε προσμένει• φώτα χλωμά
ο πεινασμένος κι άλαλος κοκκινολαίμης μόνο
βουβός ο δρόμος κρύο πολύ
πάχνη στο αναποδογυρισμένο χώμα•
–άξιος είμαι πάρε με!

Σήματα

V

Πεινασμένος ο λόγος που καρτερεί σιωπηλά
λέξεις που σημαίνουν λέξεις που δεν σπιθοβολούν
λέξεις που εγείρονται να μιλήσουν πάλι βιαστικά
μην τάχα δεν προλάβουν…

*Από τη συλλογή “Τα Λύτρα”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.