Ανδρέας Τσιάκος, από τις “Ασκήσεις Αναπνοής”

Τώρα το σώμα μου θα ζητά ψυχή και αίμα όπως ζητούν τα τρένα στους σταθμούς ένα ταξίδι ακόμα, θα ‘ναι αντάρτικο πιστόλι η αγάπη μου, με έξι σφαίρες στην καρδιά και με την έβδομη στην τσέπη, σε μια άκρη θα γυρεύει κάποια να φανεί ή έστω η σκιά της, ασκόπως θα στοχεύει ψηλά στον ουρανό την τράπουλα της Αφροδίτης, αφού όταν δεν με σκέφτεσαι δεν υπάρχω, παρά μονάχα στα βιβλία της λογιστικής θα ψιχαλίζει το δάκρυ μου τις πράξεις που ‘χαν σκοπό να λευτερώσουν την πρόσθεση και την αφαίρεση από τα βαρετά σχολικά τετράδια, μα εσύ λέει θα ‘σαι εξωλογιστικό βιβλίο κρυμμένο στις παλιές ελληνικές ταινίες και διάλογος στο διάλλειμα κάποιας παράστασης σπουδαίας, το πρώτο όνομα στις ορχήστρες των πειραματικών συνόλων, η γεύση που κρυώνει το μυαλό μου και το πρώτο φως που είδα σαν γεννήθηκα και πίστεψε η μάνα μου πως ο καρπός της θα γίνει λουλούδι καλοκαιρινό, μα έφυγε ο πατέρας μου να πιει ένα ακόμα μπουκάλι ποτό αναγνωρίζοντας αμέσως την παρουσία του στον καθρέφτη των ματιών μου, και πέταξε ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια το τελευταίο τσιγάρο του πάνω μου, πριν μπει στο χώμα ή πριν ταξιδεέψει στα σύννεφα – για λίγο είπε κι αυτός ότι φεύγει, και τον πίστεψα – γιατί τις ταινίες τις είχε ξαναδεί και γνώριζε το τέλος.

*

Όχι, δεν γύρευα να βρω μπελάδες, γύρευα απλώς να έρθει η ζωή, να καθίσει στην καρέκλα που κοιμάμαι να δει τα πράγματα όπως τα βλέπω εγώ, να δει παιδιά στην παραλία να γυρίζουν στην μάνα τους μ’ ένα σπασμένο χαρταετό, να δει το χρώμα που έχουν τα φτερά των αγγέλων να δει πως γίνεται η πέτρα φαγητό, να δει που βρίσκεται η αγάπη μου μόνη να της πει πως είμαι μόνος κι εγώ, να κοιτάξει πέρα από τους βράχους τα σημάδια που έγραψε ο τραυματίας εραστής, να γυρίσει το μέτωπο στο μέλλον, να αποδώσει την πείνα στο παρελθόν, να μου δωρίσει μια ματιά σαν στιλέτο τις μέρες να κόβω σαν ψωμί ξερό, να δει πως φλέγεται ο πόνος όταν η νύχτα δεν ξημερώνει ποτέ, να τρομάξει το χέρι που στρίβει το κέρμα που τζογάρει την καθημερινότητα, να δει πως γεύεται ο κόσμος το νοίκι που δεν χρωστάει ποτέ, να δει την άνοιξη να ξεκληρίζει τις καρδιές που επιθυμούν την ανάσταση, κι όταν ακόμα κουραστεί και πνιγεί από ανάσα που δεν ξέρει τι σημαίνει πνοή, να συγχωρέσει όσους σκοράρουν σε άδεια δίχτυα και δεν έχουν δει τη ζωήτους στα μάτια ποτέ, όχι δεν γύρευα να βρω μπελάδες μα είναι μπελάς να γυρεύεις τη ζωή.  
 
*
 
Μας επισκέφτηκε σήμερα το μεσημέρι η θεία η Ελπίδα, την είχαμε ξεχάσει και την βρήκαμε να περιμένει συντροφιά με τον σκύλο στα σκαλοπάτια, με τα γυαλιά μυωπίας στα μάτια να κοιτά τον ασβεστωμένο κήπο μας, τα χάσαμε για κάποια στιγμή, ευθύς όμως αλλάξαμε πρόσωπο, την καλωσορίσαμε και την βάλαμε να καθίσει στο στρογγυλό μας τραπέζι, την ρωτήσαμε αν πεινά, αυτή μας είπε πως είχε φέρει φαγητό για όλους και άνοιξε την παλιά μαύρη τσάντα της, έβγαλε ένα καρβέλι ψωμί και τρία μεγάλα κατακόκκινα αυγά, καθώς τα τοποθετούσε στο τραπέζι, για να σπάσουμε την σιωπή που βάραινε το στομάχι μας, την ρωτήσαμε τι κάνει ο θείος Αναστάσης, ασχολείται με χωράφια μας απάντησε, οι ελιές φέτος θα του βγάλουν το λάδι συνέχισε χαμογελώντας, ζήτησε ύστερα ένα μεγάλο μαχαίρι να τεμαχίσει το ψωμί, το έκοψε σε πέντε μεγάλα κομμάτια και το πρόσφερε σαν κλεμμένο χαρτονόμισμα στο καθένα μας, έπειτα καθάρισε τα αυγά, έμοιαζαν τα τσόφλια σαν κέρματα ματωμένα, μας τα έδωσε, τα πήραμε σκεφτικοί ,τα φάγαμε, μάζεψε την παλιά μαύρη τσάντα της, ώρα να φεύγω είπε, δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω και εμείς απομείναμε με την απορία γιατί την είχαμε για πεθαμένη δέκα χρόνια τώρα.
 
*

Εδώ και κάμποσο καιρό, γράφω και ξαναγράφω ένα γράμμα που ο παραλήπτης είναι η μητέρα των φόβων μου, προσπαθώ με δάκρυα και γέλια να της εξομολογηθώ την καθημερινή μου ζωή και να, ήρθε η ώρα, το πήρα απόφαση, θα της γράψω για τους δρόμους που δεν πέρασα, για κείνη την βροχή που δεν δρόσισε την αυλή των ματιών μου, θα της πω για τα όνειρα που μεγαλώνουν, που μεγαλώνουν και φωτίζουν το ταβάνι μου, για τις σκιές πέρα από τα παράθυρα που ‘ναι στα κάγκελα αραγμένες και παίζουν σκάκι στα πλακάκια, θα της γράψω πως τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που πάω να υπογράψω μια σύμβαση για δουλειά, πόσο αβέβαιος νιώθω από τη στιγμή που έφυγες για το καινούργιο σου λιμάνι, ότι τα σύννεφα πολλές φορές μοιάζουν σαν αληθινά, θα της γράψω ότι σ’ αυτόν τον τόπο που ζω ακόμα κι η θλίψη μου κλαίει, πως τη νύχτα τα ρολόγια σταματούν το τικ τακ και ξεκινούν σαν μπάντα του δρόμου να παίζουν μουσική στο ρυθμό της καρδιάς μου, ναι, επιτέλους πήρα το θάρρος να της γράψω, να της το ταχυδρομήσω αλλά φοβάμαι, πολύ το φοβάμαι πως το γράμμα θα έρθει σε μένα. 


*”Ασκήσεις Αναπνοής”, Εκδόσεις Χαραμάδα, 2011.

Χαράλαμπος Μαγουλάς, Δέκα χαϊκού

Στη λαιμητόμο
το πιο αιχμηρό είναι
η φαντασία.

Σ’ ένα κρεσέντο
ζω σιωπής εκπάγλου
σαν το χρυσάφι.

Ταινία, καλός
αγωγός θεάματος,
σχοινί, σαπούνι.

Η αγάπη μου
είναι πια παλτό — γεύμα
ηδύ του σκόρου.

Ξάπλωσε πρώτος
ο πόνος και ζεσταίνει
τα σκεπάσματα.

Το πένθος είναι
ουσία και φαλλός της
φιλοσοφίας.

«Ποιο το νόημα
να ζητάς το νόημα;»
«Φίδι!», απαντώ.

Παυλόφ: αν μείνω
μόνος στον χρόνο, είμαι
επικίνδυνος.

Ρεύμα νωπό με
σχίζει, γονυπετώ στο
σωσίβιο σοκ.

Πεθαίνω. Βλέπω
ήδη το Άγαλμα της
Ελευθερίας.

*Από τη συλλογή “Ψυχιατρικές σημειώσεις: περίπτωση δ. δ. (60 χαϊκού)”. Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013.

Γρηγόρης Σακαλής, Θέατρο

Hisano Hisashi (1939)

Δεν υπάρχουν πραγματικοί ιδεολόγοι.
Γεμίσαμε τυχοδιώκτες
που παριστάνουν τους ιδεολόγους
πολεμάνε δήθεν το σύστημα
μόνο που είναι μέσα σ΄αυτό
μέχρι το λαιμό.
Βιβλία, τραγούδια, παραστάσεις
ανώδυνες συγκεντρώσεις
και πορείες
αποτελούν το οπλοστάσιο τους
ο κόσμος τους ακολουθεί
τους πιστεύει
όμως αυτοί κάνουν παιχνίδι
για τον εαυτό τους
ζουν στα πλούσια σπίτια τους
ντύνονται με ακριβά ρούχα
κάνουν ταξίδια
και μιλάνε για τον άνεργο
και τον απλό εργάτη.

ένα έτσι, στίχοι

Φωτογραφία: ένα έτσι

κι ο αέρας
έσπειρε τα άλογα
στην όχθη
της λίμνης
αφήνοντάς τους
μόνους ξανά
ανίκανους
να διανύσουν
και το παραμικρό
τους βήμα

Νίκος Σαντορινιός (1897-1923), Δύο ποιήματα

ΑΔΥΝΑΜΙΑ

Περνά τη ζωή του όπως τη θέλησε,
κι όμως αισθάνεται μια λύπη…
Γιατί; δεν είν’ αυτό που γύρεψε,
με τόση θέρμη τόση αγάπη;

Φαίνεται θα του λείπει κάτι
Άδικα τον καιρό του έχασε,
Γιατί να, που δε μπορεί να πη,
-“η πολυπόθητη γαλήνη νάτη!”

Με τ’ άγνωστο σε τράβηξε η πόλη,
σε θάμπωσαν πολύ τα μεγαλεία,
γύρισε στις ακρογιαλιές σου πάλι,
για να ξαναύρης την πρώτη σου ησυχία.

Σκύψε στο γραφτό σου, φύγε σαν τρελός,
και σύρε ναύρης τον κόσμο το δικό σου.

*

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Κοντά σου δε θαρθώ σαν άλλους ‘γω να κλάψω,
Μήτε για να περάσω εφήμερες ευχάριστες στιγμές.
Θαρθώ σαν σ’ εκκλησία ένα κερί ν’ ανάψω,
σβύνοντας τη λαχτάρα μου στις ακροποταμιές.

Κοντά σου δε θαρθώ από φόβο στην αλήθεια,
μήτε γιατί αηδίασα της πόλης τη ζωή.
Ο πόνος δεν εφώλιασε στ’ αντρίκια μου τα στήθεια·
θέλω ν’ ακούσω των δεντρών την άγρια βοή.

Θέλω για κάμποσο καιρό, τον εαυτό που να ξαναύρω,
κι αν ίσως από τη λέπρα των ανθρώπων γιατρευτώ,
θα γύρω ξένοιαστος στην αγκαλιά σου ώ φύση,
και τα αισθήματα του άλλοτε θα ξομολογηθώ.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Γράμματα” της Αλεξάνδρειας, τεύχος 39, 1919. Δεν διατηρήθηκε το πολυτονικό σύστημα.

Γιάννης Δάλλας, Τα μάτια-μαστίγια

Ήρθα κοντά σας από υπόγειες σήραγγες
όχι από κει που μάταια περιμένατε
τηλεγραφόξυλα του νόστου δρόμοι του θηράματος
κι ύστερα από τα γνώριμα διόδια
στη σήμανση της πόλης

Δεν ήρθα απ’ τα παλιά ιδεοδρόμια

Μην τα γυρεύετε με προβολείς με λέιζερ
με ανιχνευτές και κυνηγόσκυλα τα μάτια μου
τα ‘στειλα με άλλη αποστολή και ταξιδεύουν
δεν είν’ αυτά τα δυό πουλιά μέσα στ’ αγιάζι
αυτοί οι φάροι στην ομίχλη δύο πλεύσεων
είναι μαστίγια και μέρα νύχτα σας γυμνώνουν
σας μαστιγώνουν ως τα μύχια του ονείρου σας
βουΐζουν πίσω απ’ τις δημόσιες συνελεύσεις
από την κλίνη ως τους τριγμούς της εξουσίας σας
σας μαστιγώνουν σας γυμνώνουν σας πληγώνουν

Δεν είναι φώτα και φτερά είναι μαστίγια

Κι εσείς παχύδερμα που δεν διαμαρτύρεσθε
μαζοχιστές και δεν τ’ ομολογείτε

Τάκης Σινόπουλος, Το λάθος των μηχανουργών 

Υπάρχει ένα παράθυρο καμωμένο κόσκινο στη φωτογραφία του δρόμου.
Τώρα η σκάλα σε διασχίζει καθέτως απ’ το υπόγειο ως τον αυχένα.
Κάποιος ανεβαίνει μ΄ ένα τρανζίστορ ρυθμικός πολλαπλασιασμός των
ειδήσεων. Στη μικρή οθόνη τα πρόσωπα εναλλάσσονται σταθερά δίχως
πολλούς θορύβους. Η εξουσία όπως πάντοτε φωτίζεται με τετραγωνισμένο
φως. Ιαχές. Το πλήθος.
Στο μεταξύ το πλήθος. Αόρατα μάτια με τρεις διαστάσεις ακτινογραφούν
εισερχομένους εξερχομένους διερχομένους. Τα περίστροφα ακίνητα βαθειά
μέσα τους σαφώς οπλισμένα
Το πλήθος φεύγει έφυγε.
Κι εκεί σε βρήκαν αργότερα με μια ριπή (τρύπες 7-8) στη πλάτη σου ετών
ας πούμε 24 καμμιά ταυτότητα.
Ταξίδι στο μεγάλο διάδρομο καταργημένος χρόνος. Όχι σκοτάδι μήτε
μισοσκόταδο μήτε και φως. Ταξίδι τα χαράματα σ’ ένα γυμνό τοπίο
σκοποβολής. Η βρύση πλένει χέρια και πουκάμισο οι εφημερίδες καταπίνουν
τις φωνές.
Αστυνομίες αμίλητες μέσα σε σκοτεινές αστυνομίες. Πρωθυπουργοί με
σκεπασμένο πρόσωπο. Απάνω οι νόμοι σε σειρές σοφή συναρμογή και
διάταξη με τους συνήθεις αγωγούς σωλήνες σωληνώσεις πολαπλά
κυκλώματα με θύρες διαφυγής. Κυκλοφορία παράπλευρη για τους
αξιοπρεπείς φονιάδες…
Κι εσείς που ωστόσο συνεχίζετε κρατώντας προστατεύοντας στα δόντια
σας την τελευταία σας λέξη.

*Από το “Δοκίμιο ΄73 – ΄74”.

Μαρία Σερβάκη (1930-2015), άτιτλο

Η νυχτερίδα;
Το πηγάδι;
Τα νερά.
Για μια στιγμή τα σχήματα καθηλωμένα.
Κι αλλάζει πάλι σημασία η ερημιά.
Κι η νύχτα μια άλλη νύχτα αυτού του κόσμου… αρχίζοντας ξανά.
Παραμονεύοντας πιο πίσω.

Τα νερά;
Σαν ξάφνου κ’ αυτή η λύπη δεν αντέχει πιο μακριά.
Τέτοια μια ώρα που κοπάζει ο άνεμος
και βγαίνουν πράγματα αλαλιασμένα από τους φράχτες.

Γεώργιος Βρισιμιτζάκης (1910-1947), Επιστήμη

Στη μνήμη του Felix Le Dantec

Εσένα, Επιστήμη λάτρεψα
Και σένα πάντα θα λατρεύω.

Σύ, μου στέγνωσες τα μάτια
Σε μέρες αφάνταστης οδύνης,
Σύ, ευεργέτρια, μου τάνοιξες
Στους κόσμους του φωτός και της χαράς της πλέριας.

Α, να σε γνώριζα προτίτερα
Από τι πόνους ανώφελους θάχα γλυτώση!

Γιατί ο μεγαλείτερος πόνος
Ανώφελα είναι κανείς νάχη πονέση.

Ήταν ο βίος μου, βίος πλανημένου
Μέσα σε δάσος με πυκνά δεντρά
Όπου καμμιά δεν εισχωρούσε ήλιου αχτίνα.

Με φόβιζε ο κρότος
Των δέντρων που σπάζαν και πέφταν ένα ένα…
Τρακ, τρακ – άκουα σιμά μου.
Και σχίζονταν από οίκτο η καρδιά μου
Για τα δέντρα που πέθεναν χωρίς τον ήλιο να γνωρίσουν.

Όταν διέκρινα το γλαυκό φως,
Το αιώνιο κι αιώνιο φως
Της Γνώσης.

Πώς όλα τότε ολόγυρά μου, μου φανήκαν
Ήσυχα, ωραία και ειρηνικά!

Πώς η παγκόσμια πάλη
Μια αρμονία μου εφάνη!

Πώς ένιωσα το άπειρο της έκτασης!
Πώς ένιωσα το άπειρο του χρόνου!
Και το μηδέν του πόνου μου
Πώς μέσα στο άπειρο εχάθη!

Και πώς όλα είναι ορισμένα,
Ορισμένη κάθε σκέψη μου, κάθε κίνησή μου,
Ορισμέν’ η στιγμή που θάθελα να τη διαιωνίσω,
Κι ορισμέν’ η στιγμή που θάθελα να την εκμηδενίσω!

Την ηδονήν να ζω μέσα στο Παν
Την ηδονήν νάμαι το Ένα
Το Ένα που συγκρούεται με το Παν
Μού την δίδαξες, εσύ ώ Επιστήμη!

Αντίκρυσα έτσι με θάρρος περισσότερο
Της φύσης τα φαινόμενα τ’ αποκαρδιωτικά,
Της ιστορίας τα γεγονότα τ΄απογοητευτικά,
Και από τότες στον Ήλιο που δύει
Δεν είδα πια την καρδιά τη ματωμένη
Που στάζει απάνω στη φτωχή μας γη,
Μόν’ είδα τη βροχή από χρυσάφι
Που ποτίζει το δέντρο της ζωής.

Αλεξάνδρεια 1918

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Γράμματα” της Αλεξάνδρειας, τεύχος 39, 1919. Δεν διατηρήθηκε το πολυτονικό σύστημα, αλλά διατηρήθηκε η ορθογραφία του ποιητή.

Σταύρος Σταυρόπουλος, από το “Κατά τον δαίμονα εαυτού”

[6]

Κάποιες φορές, για κάποιες ώρες, για μέρες ολόκληρες, είναι πάντα νύχτα. Αδιαπέραστη νύχτα από άδικα φώτα.

*

[7]

Τουλάχιστον τρεις άνθρωποι ζουν μέσα σου. Άλλοι τόσοι σε κάνουν. Πρέπει να σκοτώσω μερικούς. Να σε κάνω αμέσως λιγότερη.

*

[8]

Δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά λάθη κρεμασμένα στο παράθυρο του κόσμου.

*

[9]

Με βρέχεις.

*

[10]

Η ομορφιά με κάνει πάντα να κλαίω. Όταν οι περασμένοι δαίμονες χορεύουν μόνοι τους γύρω από ένα σβησμένο κερί με ελάττωμα αγάπης.

*

[12]

Κοιτάζω παλιά χειρόγραφα. Επιμελούμαι τη λύπη. Πώς γίνεται να τη διορθώνεις με ένα βλέμμα; Όσο και να την επιμεληθείς, πάλι λύπη θα είναι. Μπερδεύομαι. Συνθηκολογώ. Υποκύπτω στη στίξη.

Η αλλαγή επιθέτων δεν έκανε ποτέ καλό στη λύπη.

*Από το βιβλίο “Κατά τον δαίμονα εαυτού”, Εκδόσεις Σμίλη, 2015.