Ρινίσματα ή το μανιφέστο της κούρασης

I .
Κουρασμένως γενικώς
η Πλήξη
η Αηδία
Spleen
και Φρίκη

Κάτι
βαρύ
στριφνό
άσχημο
βίαιο

βαραίνει
τους Ώμους
του
Υπάρχοντος

η γνώση
.
κρυφή
.
στα κρυφά
ξερογλείφει
ένα κομμάτι
συνείδησης

ξέρω
η ζωη
είναι
ά-σκοπη
αλλά δεν μπορούμε
να κάνουμε αλλιώς
άλλωστε
θα βαρεθούμε
μια μέρα
-ευτυχώς-
όλη αυτή
τη θλίψη

Continue reading →

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πόρτες κλειστές

Πόρτες κλειστές.
Μάταια χτυπάς να σου ανοίξουν.
Έξω χιονιάς και παγωνιά,
μέσα το τζάκι να ζεσταίνει.
Κι ούτε κατάλαβες,
πως και γιατί σε κλείδωσαν απέξω.
Χτυπάς γερά,
φωνάζεις, δεν σ’ ακούνε.
Μην περιμένεις,
πάρε τη βαριά.
Πόρτες που δεν ανοίγουνε τις σπάνε.

*Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται σε εταιρεία έρευνας αγοράς. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά του χρόνια. Έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στη βουλγαρική γλώσσα. Έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993 ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τα Παράταιρα» το 1997. Άλλα έργα του είναι: Κραυγές, Ιωλκός 2009, Ερείπια, ΡΕΩ 2012, Πρόσωπα Γνωστά, ΡΕΩ 2011, Ξερόκλαδα, ΡΕΩ 2012. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Είναι μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς. Είναι ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας. Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο portal Δήμοι news και παρουσιάζει βαλκανική ποίηση στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» στην ενότητα «Αίμος». Διαχειρίζεται το blog http://poihtikostayrodromi.blogspot.com

Jessica L. Wilkinson and Ali Alizadeh, 
THE REALPOETIK MANIFESTO

[a declaration in progress]


FOR TOO LONG has poetry been disregarded as a valid vehicle for the exploration of real world experience. Too often has poetry been filed in the ‘too hard’ basket and deemed ‘irrelevant’ and ‘inaccessible.’ This declaration calls for an end to the mistreatment and marginalisation of poetic language; an end to the segregation of poetry from and by the authoritative discourse of prose. We summon forth the potential of poetry to expand our conceptions and perceptions of the ‘real.’

To this end:

WE THE POETS Jessica L. Wilkinson and Ali Alizadeh, and others who shall soon join us, in order to advance and expand the field of writing, declare the following conditions for the Realpoetik, an unavoidable and necessary code for the art of non-fiction poetry:

Continue reading →

Γιώργος Δάγλας, Duruti

Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα.

στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θ’ άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές παρά-
νομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στο διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θ’ άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν ν’ αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μ’ ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια των
παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη τη
φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:

-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;

*Από τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος
**Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://poemsgolitsis.blogspot.com

Δημήτρης Τρωαδίτης, Διαφυγόντα κέρδη

Διαφυγόντα κέρδη
χαμένη παρθενιά
σαφείς νότες αλλαλαγμού
τριγμοί στα φυλλώματα
άπραγες ενατενίσεις
ρυθμοί κατάρρευσης
πτώση των ειδώλων
δικαιολογίες
δόλος και πείσμα
όρκος και προδοσία
σαν ηλικιωμένοι πρόσφυγες
στα πρόθυρα αποκαλύψεων
αιματηρά συμβάντα
με άρωμα αντιπαλότητας

Μανώλης Μεσσήνης, Αιρετικός

Εις μνήμην Χρόνη Μίσσιου

Όλο τον χρόνο του σπαταλά να διασπά
το μακελειό των χρήσεων του λόγου – όπως το ρήμα ξέρω,
μη υποκύπτοντας στους όρους της φυλακής του

Κάπου ξεφεύγοντας ονειροπολεί,
κλεισμένος στη σιγή του,
δράματα επιλήψιμα

Χθες κτυπούσε το παράθυρό του μια νεροποντή
συνοδεύοντας τους υπαινιγμούς του

Αφήνει ανοίγματα στο τριμμένο του σακάκι,
εξόδους,
έτσι για να συγχωνεύεται με τους ανέμους –
αέναα ένδον της ύπαρξης,
άσαρκος ως αποφράς ημέρα

Η νύχτα του αποσβένει μέρες
υπολειμματικών περιττωμάτων

Τα κείμενά του αποδομιστικά,
ναρκοθετεί αμφιβολίες·
στρόβιλοι σε ζοφερά τοπία

Ανοιγοκλείνοντας παράθυρα,
κτυπώντας τα εκκωφαντικά
σαν κραυγή πριονισμένη,
με την υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου
ως κατανοήσιμη του λόγου ύλη,
ραπίζει διανοήματα που εξουσιάζουν
ως το ικρίωμα και ως τη σάρκα πέρα,
κάνοντας ματ στον βασιλιά
που αντιφάσκει

Και η σκιά,
στερημένη και αυτή από ελαφρυντικά,
στην αρπάγη του λόγου του σιωπά

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του Μανώλη Μεσσήνη στο facebook.

Τζούλια Φορτούνη, The passenger

τώρα ξέρω καλά
πού κρυβόσουν τόσα χρόνια
σκοτσέζικο ουίσκι
σε παράνομο μπαρ στο Μισούρι
την εποχή της ποτοαπαγόρευσης
ζεν πρεμιέ που διέφευγε πάντα
από την πίσω σκάλα στις Κάνες
για ν’ αποφύγει το φλας μου
τυχοδιώκτης άσημος
στην Καζαμπλάνκα
λαθροκυνηγός στα Πυρηναία
χαμένος ταξιδευτής στη Νεβάδα
χαρτοπαίκτης στο Sun City
επαίτης μουσικός στη Νέα Ορλεάνη

αμανές σμυρνέικος
με τραβηγμένο το αχ
στα δυτικά μου ακούσματα
η πέτρα του τείχους
που πρώτη θρυμματίστηκε
στο Βερολίνο
εκείνο που έψαχνε
ο μπάτσος επάνω μου
εξονυχιστικά
και φυσικά δεν βρήκε

γιατί ήσουν κρυμμένος καλά
σε όλα τα καταγώγια
του κορμιού μου
καιροφυλακτούσες
εν αγνοία μου
ο αιώνιος επιβάτης μου

τώρα πια ξέρω καλά
γιατί κρυβόσουν τόσα χρόνια

*Ευχαριστίες στο φίλο και ποιητή Νίκο Κυριακίδη, που μου το προώθησε.

Μήτσος Παπανικολάου, Σονέτο (Αφιερωμένο στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη)

Στον πολυαγαπημένο μου Ναπολέοντα

Του πόθου πηγές,
μια νιότη γυμνή,
του δρόμου θέλγητρο
προς τ’ άγνωστο πάντα,

μαδημένα τριαντάφυλλα
στης αγάπης το διάβα
κι αγάπες βρεγμένες
σε δάκρυα, πάντα… Είμαστε, Ναπολέων,
ταξιδιώτες κυνηγημένοι;
Ω, τίποτ’ άλλο δεν είμαστε παρ’ άνθρωποι μόνο,
που προσπάθειά τους υπερτάτη
ο έρωτας είναι ή ο θάνατος.

Ευάγριος Αληθινός, Βιβλιοθήκη

Ο αναρχικός των δύο κόσμων
Διασταύρωσε το βλέμμα του
Με τους αγριεμένους ανάπηρους
Που επέστρεφαν από καυτά κλίματα

Έβαλε μπροστά τη μηχανή του Rock ‘n’ Roll
Ακολουθώντας τον δρόμο
Που κάποτε χάραξε ο Χανς Πφάαλ προς τη σελήνη

Τα επαναστατικά μηνύματα
Δεν είναι σαν τον γαμήλιο έρωτα
Κανένας θάνατος στη Βενετία
Δεν θα εμποδίσει
Το χρονικό της βίας

Τα ρόδινα ακρογιάλια
Καταλείφθηκαν από τους εμπόρους των εθνών
Κανένα όνειρο στο κύμα
Δεν θα αποικήσει την έρημη χώρα

Ούτε η οδύνη της φόνισσας
Θα μαράνει τα άνθη του κακού

Τα σταφύλια της οργής
Ταΐζουν ανθρώπους και ποντίκια
Δίπλα στο δρόμο με τις φάμπρικες
Εκεί που κάποτε περίμενε ο ξένος
Τον ναύτη του Γιβραλτάρ

Πώς άρχισαν όλα;

Το 1793 ο υποπρόξενος
Κατέστειλε την ανταρσία των αγγέλων
Πεθαίνοντας στην Καταλονία
Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες
Με τη μάχη στο αίμα τους
Τραγουδούσαν εικοσιτέσσερα σονέτα
Για τη πολιτική διαχείριση
Την ερωτική απελπισία
Το έγκλημα και τη τιμωρία
Χορεύοντας το βαλς του αποχαιρετισμού
Πίνοντας κρασί από βατόμουρα
Και τρώγοντας καυτή σοκολάτα

Η μαντάμ Εντουαρντά
Θα γινόταν η νυφούλα
Των αναμνήσεων ενός χήρου
Που ήταν μάρτυρας στη δίκη
Της δολοφονίας του Χριστού

Κατέβηκε στους λιθόστρωτους κήπους
Κι έκοψε τη μαύρη τουλίπα
Του βασιλιά Μελάνι
Ήταν ο τελευταίος της πειρασμός
Τότε που ζούσε
Κάτω από επιτήρηση και τιμωρία
Στο νησί της προηγούμενης ημέρας

Από το δωμάτιο με θέα
Παρατηρούσε κάθε βράδυ
Το γεράκι της Μάλτας
Να κάνει έρωτα με τον γλάρο Ιωνάθαν
Κάτω από το φώς των φεγγαριών του έρωτα

Κάποτε είχε ακούσει
Για μια μακρινή χώρα
Χτυπημένη από τη πανούκλα

Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν
Της μίλησε για τον μικρό πρίγκιπα
Που έβριζε το κοινό στο θέατρο του παραλόγου

Αυτός ήταν ο εξόριστος του Θεού
Καταδικασμένος τη μεγάλη μέρα και τη μεγάλη νύχτα
Να φορά τη μάσκα του κόκκινου θανάτου

Ένας ανηθικολόγος, ένας κυνηγός του σκοταδιού
Που κάλπαζε προς το μηδέν και το άπειρο
Φορτωμένος επτά θανάσιμα αμαρτήματα,
Γεμάτος κενά δαιμόνια και οπλισμένες επιθυμίες

Τη μέρα εκείνη, έπεσε νεκρός καταδικασμένος
Στο όνομα του ρόδου.

Έτσι άρχισαν όλα αγαπημένη Άννα Σορρόρ
Και αν σου πουν ότι αυτά
Είναι μύθοι για την εποχή μας
Φόρεσε το χαμόγελο της Τζοκόντα
Και απάντησέ τους:
«Έχετε μαύρα μεσάνυχτα»
Και ξεκίνα να τους τραγουδάς μικρή μου Άννα:
«Όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο δέρμα…»

Ιούνης 2009

*Οι στίχοι του ποιήματος αυτού είναι τίτλοι γνωστών βιβλίων, ταινιών, έργων τέχνης και άλλων. Ο δε συνθέτης είναι απολύτως υπαρκτό πρόσωπο.