Η Μάζα των Ποιητών

Κανείς ποιητής δεν γράφει ήθος στα κοινά σήμερα. Τα μεταδικτατορικά αφηγήματα περί ποιητικής και πολιτικής ηθικής, βρήκαν την εκπλήρωσή τους σε κάποιες εξαγορές του αριστερού παρελθόντος από την κλεπτοκρατία, που κουρέλιασε κάθε ήθος, μετατρέποντας τον ποιητή σε δευτέρας κατηγορίας κλεπταποδόχο και τζουτζέ, με τη σιωπηλή αποδοχή μιας αριστεράς που συνοδοιπορούσε με την κλεπτοκρατία.

Πρώην τραπεζικοί υπάλληλοι με κομμένα τα φτερά τους στο ευρωπαικό γήπεδο, με φιλάρεσκη υποταγή στον ακαδημαϊσμό των δεξιών καταβολών τους, δεν μπορούν να κρύψουν τις οικονομικές αποβλέψεις των επιλογών τους συν το θέαμα. Μια κοινωνία μετρίων τιμωρούσε επαρκώς το γεγονός ότι της ξέφυγαν δύο Νόμπελ.

Από εκεί και πέρα η ποίηση μπήκε στο μηχανισμό της εξάρθρωσης της ποιότητας με την ποσότητα, συμπλέοντας με τα φωτεινά μηδενικά που εξέθρεψε και επέβαλε ο βαλκάνιος περονισμός που κατέλαβε το κράτος. Η ποίηση πια στη δημόσια σύγκρουσή της με την εξουσία, είναι ακκίσματα γεροντοκόρης με πολύ εσώρουχο που τραβάει το ηδονοβλεπτικό της δημοσιότητας. Αυτό δεν σημαίνει διόλου ότι δεν υπάρχουν ποιητές που με προσωπικά έξοδα ανέλαβαν το πρόταγμα του ήθους.

Η κοινωνία αντίστοιχα ανέλαβε το πρόταγμα της λήθης. Αφού κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες, οι ποιητές έγιναν μάζα. Δεν χρειάζεται πάρα μια μικρή συμφωνία από δημοσιογράφους του πολιτιστικού φάσματος με σταλινικές οπτασίες και σκοτεινών υποκειμένων του χώρου των εκδόσεων να θεσμίσουμε την ύπαρξη αυτής της μάζας, σαν μιας ακόμη συντεχνίας δικαιούχων, με ποιά αόριστη αναπηρία άραγε, σε λιτανείες στην πρωτεύουσα.

Δεν έχει σημασία, αν εξευγενίζοντας την πρόφαση, αναλάβει κανείς την παιγνιώδη κατάθλιψη που έχουν οι μαζώξεις των ποετάστρων, όπου οι αναγνώστες βλέπουν στα μάτια των ακροατών το μίσος που προκαλεί ο αποκλεισμός από τη δημοσιότητα, αφού και οι ακροατές το πάνε το γράμμα τους, γράφουν κι αυτοί. Δεν έχει ακόμα σημασία ούτε να αρνηθείς γιατί ποιός νοιάζεται για το τι κάνουν οι ποιητές.

Έχει σημασία όμως να ξέρεις ότι κάποιοι από τους διοργανωτές, πριν καιρό, διοργάνωναν στα κρυφά ανθολογίες όπου το συμμετέχον ψώνιο θα ανθολογείτο αντί 90 ευρώ. Και είναι αυτοί οι ίδιοι που ίσως επαναφέρουν την πρόταση για μιαν ανθολογία λιτανευόντων ποιητών.

Γιατί το ήθος της εποχής εξακολουθεί από αδράνεια να είναι το ταμείο. Οπότε στη λιτανεία των ποιητών, εμείς άλλο δεν έχουμε παρά να καθήσουμε παράμερα, να τους βλέπουμε όπως εποχούνται στην Ιστορία με άλφα κεφαλαίο, και να τους χαρίσουμε τη λιτανεία του μάγκα. Είναι το μόνο σοβαρό που στοχεύει αυτό το κείμενο.

*Το πήρα από το http://giorgosmixos.blogspot.com

Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗ*

Στον Ζήση Σαρίκα

Θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου τον σημαντικότερο έλληνα πεζογράφο μεταπολεμικά, κι ας έγραψε ένα και μοναδικό (και με τις δύο σημασίες της λέξης) μυθιστόρημα: «Το κιβώτιο». Θεωρώ, επίσης, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους πολύ σημαντικούς μεταπολεμικούς μας ποιητές κι ας έγραψε μοναχά τρεις ποιητικές συλλογές. Θεωρώ, τέλος, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους καλύτερους μεταφραστές που πέρασαν από αυτή τη χώρα, χάρη στον οποίο όλοι εμείς που δεν γνωρίζουμε ρωσικά είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε τον Ντοστογιέφσκι και όχι μόνο.

Στο δικό μου σύστημα αξιών, θα αρκούσε ένα μόνο από τα τρία παραπάνω για να θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου «δικό» μου· μέρος του κόσμου μου· πανταχού παρόντα συνομιλητή· έναν από τους φωτεινούς οδοδείκτες, δίχως την ύπαρξη των οποίων η ζωή μας δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.

Continue reading

Μ’ αφοπλιστική ταχύτητα

Οι ράγες μουγκρίζουν,
τρίζουν οι πλατφόρμες,
φωτάκια λαμπυρίζουν μακριά,
περνάνε τόσο γρήγορα
και φεύγω ξοπίσω τους,
μ’ αφοπλιστική ταχύτητα
αγωνίζομαι να πιάσω το σφυγμό τους.

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Μανώλης Μεσσήνης, Άγνωστη χώρα … τ’ ουρανού

1

Τον τρελό του οι άνεμοι άρχισαν χορό
με ουρλιαχτά φρικτά κάπου σε άξενη πλάση,
σε τοπία γυμνά – σε παγωμένη ώρα
σιωπηλά μια σκιά προσπερνά
θρηνεί μες στων βάλτων τη χώρα

2

Σαν απλώνεται γύρω σκοτάδι
αχανείς ανοίγουν οι πυλώνες του Άδη
Θολή η λόχμη προβάλλει,
σαν νεκρή – σιωπηλή,
σαν καρδιά αφημένη στη λήθη

3

Καλάμια στις όχθες φυτρώνουν
περιζώνοντας πυκνά τα νερά που λιμνάζουν,
μες στο τέλμα αιώνια τα πάντα σαπίζουν,
σαπρόφυτα μύρια,
μες στη λάσπη μόνο σκουλήκια ζουν

4

Εδώ αυγή ποτέ δεν χαράζει,
η ψυχή στις ανέλπιδες όχθες ζει
ατενίζοντας βουβή στη μεγάλη κοιλάδα
νερά θολωμένα – το έλος που μαυρίζει,
αν πεθαίνει ή ζει ούτε αυτή γνωρίζει

5

Βασιλεύει στυγνή στον ορίζοντα
και λιμνάζει αιώνια τη νύχτα, τη μέρα
Βαθιά, σε παγωμένη ώρα,
ακαθόριστο ξέφωτο
η άγνωστη χώρα    

©Μανώλης Μεσσήνης  

*Το πήρα από το http://manolismessinis.blogspot.com

Antigone Kefala, Travelling

We drove out of the city
the car sizzling
the traffic
maddened by the heat
the desert wind
through the windows.

The suburbs dark with soot
petrol stations, car yards,
two men on their brick verandah
in singlets, beers in hand
watching the traffic
in the apricot light
of the late afternoon.

But the bush
full of silence
the wind at night
the sound of sea waves
high in the gum trees.

*Antigone Kefala was born in Romania from Greek parents. She left with her family at the end of the war for Greece and from there to New Zealand. Studied at Victoria University of Wellington and now lives and works in Sydney. She writes in English and has published a number of books of poetry and prose: “Absence – New and Selected Poems” (Hale and Iremonger), “Sydney Journals” (Giramondo Publishing) and in 2009 MAX: “The Confessions of a Cat”, an English and Greek edition by Owl Publishing.

Έφυγα μια ζεστή νύχτα

Έφυγα μια ζεστή νύχτα
μόνος μέσ’ τις απειλές της,
όταν τα φωτεινά σημάδια της πανσέληνου
ξεπροβόδιζαν αναπάντεχα τη φύση
και τα μικρά αστεράκια
είχαν καλύψει τη μεγαλοσύνη τους
σ’ όλο το αέναο σύμπαν…
Όταν είχαν ορθωθεί μέσα μου μικροί θεοί
έφυγα έτσι μόνος,
μ’ ανοιχτή αγκαλιά
σε ιαχές και οραματισμούς…

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Για την ποίηση του Άρη Ταστάνη

Ομιλία της Νάντιας Βαλαβάνη σε εκδήλωση στο Θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης», στην Αργυρούπολη, την Κυριακή, 4 Μάρτη 2012. Αναδημοσιεύεται από το http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=2141

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Βρισκόμαστε σήμερα εδώ με μια διπλή ιδιότητα: Tων φίλων της ποίησης και των παλιών και πιο πρόσφατων φίλων του Άρη Ταστάνη. Για να γιορτάσουμε ένα πραγματικά πολύ σημαντικό σταθμό στη ζωή ενός ποιητή – την πρώτη αναδρομική ποιητική συλλογή του μετά από 12 ατομικές. Τα ταξίδια μου [1976-2011] αποτυπώνουν μια ποιητική διαδρομή 35 χρόνων από την κυκλοφορία της πρώτης συλλογής του με τίτλο Πίσω από γυάλινους τοίχους το 1976 – ένα χρόνο μετά την καθήλωση του στο αναπηρικό καρότσι. Κι υπάρχει ένας ακόμα λόγος γιορτής εδώ σήμερα όλων εμάς μαζί με τον Άρη: Το ίδιο το γεγονός της έκδοση ενός βιβλίου, και μάλιστα ενός βιβλίου ποίησης, αποτελεί πλέον από μόνο του ένα κατόρθωμα: του ίδιου του δημιουργού, αλλά και του εκδοτικού οίκου που αναλαμβάνει το εγχείρημα. Κι όχι μόνο επειδή εδώ και τρεις δεκαετίες η εποχή μας χαρακτηρίζεται ως «αντιποιητική», μια εποχή όπου η ποίηση ως η πιο προσωπική μορφή αισθητικής έκφρασης του ανθρώπου δεν έχει πολλές ευκαιρίες να συναντηθεί με το κοινό της, τους ανθρώπους που τη διαβάζουν και την αγαπούν – «…αυτές τις μέρες που λένε ότι τα ποιήματα έχουν τελειώσει», όπως γράφει στο ποίημα του «Ανοιχτή επιστολή» κι ο Άρης.

Αλλά κυρίως επειδή εδώ και δύο χρόνια, προκειμένου να μη γίνει στάση πληρωμών απέναντι στους διεθνείς δανειστές της χώρας, ακολουθείται ο δρόμος της λεγόμενης «εσωτερικής υποτίμησης» – σε τελευταία ανάλυση, της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Βιώνουμε έτσι την πιο βίαιη επέμβαση αναδιοργάνωσης της προσωπικής ζωής του εργαζόμενου ανθρώπου από μεριάς της εξουσίας. Προς όφελος του πιο επιθετικού τμήματος του διεθνούς κεφάλαιου, του χρηματοπιστωτικού, σε μια επιχείρηση υπέρβασης της κρίσης χρέους, που αποτελεί την κυρίαρχη μορφή της δομικής κρίσης του συστήματος, μέσω μιας τεράστιας αναδιανομής εισοδήματος από τους «κάτω» στους «πάνω» και, ειδικά στο πλαίσιο της Ε.Ε., από τις πιο αδύνατες στις πιο ισχυρές, πλεονασματικές οικονομίες και χώρες: Όταν ήδη οι άνεργοι καλούνται να ζήσουν με 7,5-11,5 ευρώ τη μέρα και υπολογίζεται ότι μέχρι τέλος 2012 αυτοί θα κυμαίνονται μεταξύ 1.200.000-1.300.000 αντρών και γυναικών, ενώ η πλειοψηφία των εργαζόμενων Ελλήνων κι Ελληνίδων χάρη στο Μνημόνιο Νο 2 και τη νέα δανειακή σύμβαση θα τείνουν να ζουν με 15 ευρώ τη μέρα, θα απαιτείται προσωπική γενναιότητα για κάθε βιβλίο που αγοράζεται, άρα και για κάθε βιβλίο που βρίσκει το δρόμο της έκδοσης. Και νομίζω ότι είναι περιττό να σας πω την εποχή που γκρεμίζεται το εντελώς υποτυπώδες κοινωνικό κράτος στη χώρα μας, τι αυξημένη γενναιότητα απαιτείται από μεριάς δημιουργών, όπως ο Άρης Ταστάνης, για να συνεχίσουν να δημιουργούν. «Η δική μας ζωή όνειρο, ενέχυρο και δρόμος χωρίς τέλος», γράφει στο «Καημός και παράπονο», πολύ περισσότερο στις σημερινές συνθήκες γενικής κοινωνικής ερήμωσης: Τώρα καλούνται να παλέψουν για τα αυτονόητα, για το δικαίωμα τους σε μια αξιοπρεπή ζωή, κυριολεκτικά από την αρχή.

Continue reading

Νίκος Καρούζος, Πολυσέλιδο δάσος

Χάθηκα στη μονάζουσα ρεματιά όπου τρύπωσε   
μόλις ακουόμενο ανάμεσα     
σε λογιώ-λογιώ χορταράκια
τ’ ανάλαφρου νερού το ψιθυριστό δείλιασμα.   
Βρομοθήλυκο εσύ Αντιφατικότητα
συγκρούεσαι διαρκώς με το θάμβος μου καθώς αναίμαχτος   
ακούω σωρηδόν αγαλλόμενα τ’ αηδόνια
καθώς ανελλιπώς εκκλησιάζομαι στην απεραντοσύνη.   
Αχ νά ’βλεπα λιγάκι τη θωριά σου αγερομάτα μου
σε εικονίζω πάλι να εκκολάπτεσαι στην ιώδη σου θλίψη
εσύ σχεδόν ασώματη σε μακρουλές βάναυσες ώρες
και μένα οι καμπύλες σου στην ερημιά μ’ αποτεφρώνουν.   
Εκείθε στην καρδιά του δάσους μάγισσες   
κυματιστές με τέτοια μαλλιαρά χρώματα
στην όψη τους ολοφύρεται πικρά σαν άγραφη ένσταση   
η διοχέτευση στην Απουσία.

*Από τη συλλογή: «Φαρέτριον», 1981. Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα, Β΄, (1979-1991)», Ίκαρος, Αθήνα 1994, σελ. 233.
**Ποίημα και εικόνα της ανάρτησης από το http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Πάνος Σταθόγιαννης, Το κυματάκι

Γυμνά τα πέλματα, οι φτέρνες, δοκιμασμένος ο αστράγαλος πιο πάνω, ορατές
όλες οι φλέβες, ανατριχιάζοντας ξυπόλυτος

– το ένα πόδι στην βρεγμένη άμμο με τις δώδεκα χιλιάδες πεθαμένες αχιβάδες,
φύκια ξερά, εκεί που άλλαζε πλευρό συνέχεια η γυμνή γυναίκα κι ο ήλιος
τη ζεμάτιζε, την αγαπούσε,

το άλλο πόδι στο κυματάκι, λίγο, μια σταλιά, γουλιά-γουλιά να έρχεται,
να φεύγει, να ξανάρχεται, αιώνες τώρα.

Ακόμη πιο βαθειά, ακούω πεντακάθαρα:

η θάλασσα – πολλά φουστάνια, μισοφόρια δαντελωτά, τσιτσίδι εν τούτοις,
η αθεόφοβη.

Γνωρίζω πως τα βοτσαλάκια κάτω από νυχτερινά πατήματα ερωτευμένων
ελειάνθησαν (πολλές περαντζάδες πάνω-κάτω, χέρι-χέρι), τρίβοντας το ένα το
άλλο ελειάνθησαν.
Έρχεται το νερό κατόπιν – δροσιά στην κάψα της γυαλάδας τους, κι ευθύς
αμέσως πάλι οι τριγμοί (αφή, ανίκητο μυστήριο, πολλά τραγούδια ξέρεις), οι
λυγμοί, οι σκληρύνσεις, οι καταποντισμοί,

όλο και κάποιο παροπλισμένο τρεχαντήρι θα αρέσκεται να βλέπει (τρίμματα,
θρύψαλα, διάττοντες η παλαιά μπογιά του),

όλο και κάποιο φως – η σελήνη, ας πούμε, τυχαία τάχα, ένα κλεφτοφάναρο
(τρεμίζων κύκλος), καθυστερεί

κι έτσι όπως είναι μουσκεμένα λάμπουνε πάνω τους οι κεραμιδιές ραβδώσεις,
η απαλότης των φαιών, τα κάθιδρα πρασινάκια, εκείνα που μοιάζουν με εντόσθια
βιαίως ξεπαρθενεμένου στρειδιού (άλλο πάλι κι ετούτο!): όλα με τις Πλειάδες στους
οφθαλμούς τους.

Τι νύχτα

ατόφια σε μια χούφτα βότσαλα, σε δύο χούφτες νερό θαλάσσης αλμυρό

τι νύχτα

άνευ προηγουμένου…

«Ο Θεός», συλλογάμαι, «συντελείται διαρκώς».

Συλλογάμαι πως ζούμε την Συντέλεια, ενώ την αναμένουμε, οι αδαείς, να φανεί:
πόδι με μπότα, μπαμ και κάτω. Ενώ κατ’ ουσίαν είναι ήδη εδώ. Όπως και πριν
ήταν εδώ. Όπως θα είναι και μετά εδώ. Αδιαλείπτως:

πόδι ξυπόλυτο,

σαν το δικό μου

στο κυματάκι.

*Στάλθηκε στο facebook απ’ όπου και αναδημοσιεύεται εδώ. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι πίνακας του Michael Arndt με τίτλο “Beach”.