Σπαραγμένα βλέφαρα

Σπαραγμένα βλέφαρα
Πρόσωπο εκτεθειμένο στην παγωνιά
Χιλιόχρονα βήματα
με μια πέτρα στο λαιμό
Μολυσμένη θάλασσα
το σήμερα
Γδαρμένο δάχτυλο
που μιλά υπόκωφα

* Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Αργύρης Μαρνέρος, Δύο ποιήματα

Τροχός

Κάθε πρωί ψαχουλεύω
Τα πόδια μου
Για να δω αν είναι
Ίσια ακόμα
Κάθε πρωί με τρομάζει
Η σκέψη
Μήπως το παιδί μου
Γεννηθεί
Με δύο τροχούς
Κολλημένους στη λεκάνη

Ύπνος στην πόλη

Μεταλλικό χαλάζι
Στο θαμπό παραθύρι
Και στ’ όνειρο μέσα
Τρυπώνουν αχινοί
Γεννούν τ’ αυγά τους
Στο άσπρο σεντόνι
Τσιντουράτο Πιρέλλι
Τεμαχίζει στα δύο
Τη ζεστή μου πνοή
Και στο δωμάτιο μέσα
Ο γύρος του θανάτου
Στους τέσσερις τοίχους
Εγώ ο οδηγός
Εγώ και το πτώμα

Βάσω Καλαμάρα, Ο χορός των κροκοδείλων

Ο χορός του κυνηγιού των κροκοδείλων
είναι ο τίτλος σου,
θες ακόμα να μας δείξεις
την ομορφιά
κι ό,τι παρθένο έσωσε ή ψυχή σου
από κει που τα ‘φερες μακρυά
από τα δάση και τις ερημιές
απ’ το μεγάλο σπίτι το δικό σου,
που θόλος του είναι
όλος ο ουρανός καί πάτωμα όλη τούτ’ η γης.
Η γης η δική σου,
που ‘μεις τη βγάλαμε Α υ σ τ ρ α λ ία.

Ό,τι περήφανο κι αν έχει η ματιά σου,
το ‘καψε ο πυρετός απ’ την αρρώστια σου
που ‘μεις την ονομάσαμε πνευμονία.
Βογγητό το βουητό από το βούκινο ξύλο το μακρύ,
ας κλάψει το θάνατό σου που έρχεται
κι όλης της φυλής σου το τέλος.
Τη τέχνη να βουίζουμε,
Σ’ αυτό το πελώριο σουραύλι το ξύλινο
που τρέμει η γης κι ο ήχος του μακρυά πηγαίνει,
άδικα να το μάθουμε παρακαλείς.
Εμείς δε μπορούμε ν’ ακούσωμε τέτοιους ήχους
γιατί
έχουν πεθάνει στη ψυχή μας όλοι
οι ήχοι τούτοι.

Μίλτος Σαχτούρης, Ο δαίμονας

Το μυαλό μου κουρασμένο
Πώς έπεσα
και τσακίστηκα

Τώρα με δεκανίκια
χρυσά τρίγωνα, χρυσά τετράγωνα
γύρω κρεμνάω

Τώρα οι άσπροι φίλοι μου
μαύρο φάντασμα
Τώρα οι μαύροι φίλοι μου
άσπρο φάντασμα

Κι εκείνη που χάθηκε με τ’ασημένιο καρφί στον ποταμό
Δεν ξέρω ποιός
ο ήλιος ή το χιόνι
Δεν ξέρω ποιά
τα χελιδόνια ή τα σπουργίτια

Μετράω, ολοένα μετράω
Η μητέρα μου ολοένα κλαίει
Μετράει η μητέρα μου
ολοένα μετράει

Δήμητρα Καραφύλλη, Η φυσαλλίδα

Ξεθωριασμένο ρούχο στόν ακάλυπτο της λήθης.
η στιγμή.
Λεζάντα κάτω από θαμπή φωτογραφία, ίσως.
Ο ενεστώς βουλιάζει στόν αόριστο, αφήνοντας
μία φυσαλλίδα εύθραυστη
στην αεικίνητη επιφάνεια του νερού
που αέναα ανανεώνεται
σε βάθος χρόνου.
Και όσα
αχ,
αλί
αμάν
αμήν
αχνές ουλές
πνεύμα δασύ που σβήστηκε
από την ιστορία.

Λουίς Θερνούδα, Καθιστές κοιλιές

Ευχαριστημένοι
Όπως εκείνοι που ξέρουν
Όπως εκείνοι που κρατάν στη χούφτα τους την αλήθεια
Καλά πιασμένη για να μη ξεφύγει
Και με περηφάνια
Σαν φύλακες των ίδιων σας των εαυτών
Εξουσιάζετε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης
Εσείς καθιστές κοιλιές.

*
Δεν υπάρχει αέριο
Δεν υπάρχει μολύβι
Που να φουσκώνει τόσο που τόση σαβούρα να βγάζει
Σαν τη δική σας δηλητηριώδη σιγουριά
Αυτή η σιγουριά τού να νιώθετε το πανωφόρι σας
Καλοπροστατευμένο από τον πισινό σας.

*

Κοιτάτε από εδώ κι από εκεί
Χαμογελάτε ξύνοντας πονηρά το βρωμερό στόμα σας
Κι από εκεί αποφαίνεστε όπως το αρχαίο μαντείο
Φουσκωμένες ηλιθιότητες
Αποφθέγματα που στραγγίζουν ανάμεσα στις σχισμές σαν ποντίκια.

*

Φτερωτό το ρωμαλέο πόδι
Το νεανικό και ρωμαλέο πόδι
Που θα γκρεμίσει σύντομα
Αυτό το φουσκωμένο με λάσπη, κακία και αδικία πανωφόρι
Παρασέρνοντας μαζί του και τον πισινό και την κοιλιά σας
Το θλιβερό σας πρόσωπο που μολύνει τον αέρα
Τον καθαρό και δίκαιο αέρα
Όπου σήμερα ξεσηκωνόμαστε
Ενάντια σε όλους σας
Ενάντια στην ηθική σας ενάντια στους νόμους σας
Ενάντια στην κοινωνία σας ενάντια στο θεό σας
Ενάντια σε σας τους ίδιους καθιστές κοιλιές
Με ένα στέρεο στάχυ
Γι’ αυτόν που σπρώχνει τη δύναμη του από τη γη
Για να ανοίξει ο ήλιος
Για να δώσει τον καρπό του
Καρπό του μίσους και της χαράς
Φρούτο του αγώνα και της γαλήνης.

*

Η αλήθεια βρίσκεται σε αμάχη και σε αυτή σας περιμένουμε
Καθιστές κοιλιές
Τεντωμένες κοιλιές
Νεκρές κοιλιές.

*Λουίς Θερνούδα (Σεβίλη 1902-Πόλη του Μεξικού 1963)
**Δημοσιευμένο στο περιοδικό Octubre τον Απρίλη του 1934.
**Αναδημοσίευση από το http://eranistis.net/wordpress/

Οι σεισμοί μιλούν

Οι σεισμοί μιλούν
γιατί οι άνθρωποι δεν μιλούν,
αντιμέτωποι με το άρρητο σήμερα,
το αόριστο αύριο,
ψήγματα που εξορύσσουν,
ρανίδες αίματος που αποστάζουν
σε κάθε σημείο
τις πικρές τους ανάσες,
ευωδιά χωρίς ανάπαυλα,
αισθήματα
με ασθμαίνοντες ρόλους
σαν φαρμάκι στις ρίζες της ζωής.
Αλλά κάποτε θα καταλάβουν
ότι είναι βασιλιάδες
σε τοπία χωρίς πηγές,
σε μέρη επιδημιών και σεισμών
όπου κανείς δεν ακούει
γιατί δεν υπάρχει για ν’ ακούσει,
όπου μόνο στιγμιαία βλέμματα
και παράλογες σιωπές κυριαρχούν.
Πώς μπορεί κανείς
να ζήσει μ’ αλληγορίες
που τελειώνουν
κι ανάγκες που τρυπάνε
τα πλευρά;

* Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη
Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το http://diffusedlight.blogspot.com

Ζακ Πρεβέρ, Στην τύχη των πουλιών

Έμαθα πολύ αργά ν΄αγαπώ τα πουλιά
Και λυπάμαι κάπως γι’ αυτό
Τώρα όμως όλα έχουν πάρει το δρόμο τους
Και καταλαβαινόμαστε
Εκείνα δεν ασχολούνται μαζί μου
Μα μήτε κι εγώ μαζί τους
Απλώς τα κοιτάζω
Και τ΄ αφήνω στην ησυχία τους
Όλα τα πουλιά δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους
Δίνουν το παράδειγμα
. . . . . . . . . .
Τα πουλιά δίνουν το παράδειγμα
Το παράδειγμα όπως πρέπει
Παράδειγμα των πουλιών
Παράδειγμα των πουλιών
Παράδειγμα τα φτερά οι φτερούγες το πέταγμα των πουλιών
Παράδειγμα η φωλιά τα ταξίδια τα τραγούδια των πουλιών
Παράδειγμα η ομορφιά των πουλιών
Παράδειγμα η καρδιά των πουλιών
Το φως των πουλιών.

*Au hasard des oiseaux, Jacques PRÉVERT
Από την ποιητική συλλογή: “Paroles”
Μτφ. της Εύπλοιας

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Παρίσι

Κουβεντούλα με
τον Πύργο του Άιφελ.

Φθαρμένο από χιλιάδες λάστιχα
Τριμμένο από εκατομμύρια πόδια
Οργώνω το Παρίσι –
Τόσο τρομερά μονάχος
Είναι φρίκη – μήτε ψυχή
Φρίκη – κανένας
Γύρω μου
Αυτοσχεδιάζουνε χορούς
τα λεωφορεία.
Γύρω μου
Σφυρίζουν τα νερά
Συντριβανωτά πετιούνται
Μεσ’ από στόματα ψαριών τεράτων
πούχουν μείνει εκεί ακόμα
Απ’ την εποχή του Λουί Κενζ.
Μπαίνω στην πλατεία Ομονοίας.
Περιμένω
Ώσπου σηκώνοντας τη νευριασμένη του κορφή
Βαριεστημένος απ’ την παρακολούθηση
των γύρω του σπιτιών.
Έρχεται να με συναντήσει
Ένας μπολσεβίκος
βγαίνοντας απ’ τα σύγνεφα
Ο Πύργος του Άιφελ
Παληκαρίσα.
Σσσ…
Πύργε,
Πάτα στα νύχια.
Το φεγγάρι
Στραβοκοιτάει σαν γκιλοτίνα.
(Χαμηλώνω τη φωνή και ψιθυρίζω).
Άκουσέ με
(Και μουρμουρίζω
Μπουζζζζ
Στο ραδιο-αφτί του).
Έχω κάνει προπαγάνδα
Σ’ όλα όσα γίναν και χτίστηκαν.
Θέλουμε μονάχα να μας πεις –
Αν συμφωνάς,
Πύργε
Αν θέλεις νάμπεις πρώτος
Σε μια εξέγερση.
Πύργε –
Αν πεις το ναι
Σ’ ‘εκλέγουμε αρχηγό!
Δεν είναι για σένα –
Μεγαλοφυΐα των μηχανών –
Να χαραμίζεσαι δω χάμω
Με τους στίχους
του Απολλιναίρ.
Δεν είναι τόπος αυτός
Για τα σένα
Τούτος ο τόπος της φθοράς
Τούτο το Παρίσι που γέμισε πόρνες
Ποιητές,
Χρηστηματιστήρια,
Τα Μετρό συμφωνάνε
Τα Μετρό είναι μαζί μας –
Θα ξεράσουν το πλήθος
Μεσ’ απ’ τα καγκελόφραχτα τούνελ.
Θα σκουπίσουν και θα ξύσουν
Με αίμα απ’ όλους τους τοίχους
Τις ρεκλάμες του λούσου
Των αρωμάτων και της πούδρας.
Τόχουν πιστέψει –
Ποιος ο λόγος να ξεχύνονται χτυπώντας τις ρόδες
Με τα βαγόνια της πρώτης για τους πλούσιους;
Δεν είναι όχλος τα Μετρό!
Τόχουν πιστέψει:
Οι δικές μας ρεκλάμες
Τους πάνε πιο καλά
Τα’ απλά πάνω
Και τα πλακάτ του αγώνα.
Πύργε –
Μη φοβάσαι τους δρόμους!
Κι αν οι δρόμοι δεν αφήσουν τα Μετρό –
Τα λιθόστρωτα είναι καρφωμένα με ράγιες.
Θα ξεσηκώσω τις ράγιες σ’ εξέγερση.
Φοβάσαι;
Κοπάδια τρακτέρ θα σε διαφεντέψουν.
Σκιάζεσαι ακόμα;
Θαρθεί σ’ ενίσχυσή μας η συνοικία της Ριβ-Γκος.
Μη φοβάσαι!
Θα βάλω μπροστά και τις γέφυρες
Δεν είναι τόσο εύκολο
Να περάσουν κολυμπώντας το ποτάμι!
Οι γέφυρες
Ξετρελαμένες απ’ την πυκνή κυκλοφορία
Θα σηκωθούνε απ’ τις όχτες του Παρισιού.
Με το πρώτο σύνθημα
Όλες οι γέφυρες θα μπουν στην ανταρσία –
Και θα πλαντάξουν
Κάθε περαστικό
Πάνω στα τόξα τους.
Όλα ξεσηκώνονται.
Ο κόμπος έφτασε στο χτένι.
Σε δεκαπέντε
Σε είκοσι χρόνια
Η δύναμη σκορπάει
Τ’ ατσάλι νερουλιάζει
Και μια απ’ αυτές τις νύχτες
Τα πράγματα
Θα πάνε
Να πουληθούνε
στη Μονμάρτη.
Έλα Πύργε
Σε μας!
Εκεί –
Είσαι πιο χρειαζούμενος.
Λάμποντας με τα’ ατσάλι σου
Τρυπώντας τους καπνούς,
Θα σε υποδεχτούμε.
Έλα σε μας.
Θα σε καλοδεχτούμε
Πιο στοργικά κι απ’ την πρώτη μας αγάπη.
Έλα στη Μόσχα!
Η Μόσχα
Έχει τόπους για όλους.
Όλοι θα σ’ έχουν στο δρόμο τους!
Ο καθένας
Θα φροντίζει τα πρωινά σου.
Εκατό φορές τη μέρα
Θα καθαρίζουμε το μπρούντζο και τ’ ατσάλι σου
Να λάμπει σαν τον ήλιο.
Άσε αυτή την πολιτεία
Το Παρίσι των δανδήδων
Το Παρίσι των μεγάλων Βουλεβάρτων
Που σπάνε τις μασέλες απ’ το χασμουρητό
Ας την να τελειώσει όπως είναι
Στο δάσος της Βουλώνης
Στα μουσεία
Σ’ ένα Λούβρο κοιμητήρι των πάντων.
Βάδισε μπροστά
Με τα γερά σου ποδάρια
Που πήραν νεύρο και ζωή απ’ τα σχέδια του Άιφελ.
Μες στον πλατύ μας ουρανό
Άσε το μεγάλο σου φρύδι
Να ραδιωθεί
Έτσι π’ ακόμα και τα κόκκινα αστέρια μας
Να σε καλοκοιτάξουν!
Αποφάσισε, Πύργε –
Ολόγυρα σου οι εξεγέρσεις
Τραντάζουν απ’ τα νύχια ως την κορφή
Το γέρικο Παρίσι!
Έλα σε μας!
Σε μας, στην Ε.Σ.Σ.Δ.!
Έλα. Πάμε –
Εγώ –
Αναλαμβάνω
Να σου βγάλω διαβατήριο!

1922

Τέος Σαλαπασίδης, Σχέδιο για προσευχή

Νίκος Χουλιαράς: Το αναπάντεχο συμβάν του Σαββάτου στο χαρτί της ίδιας νύχτας -Νύχτα Σαββάτου, περίπου 2003, Ακρυλικό σε πισσόχαρτο, 64χ74εκ. Συλλογή του καλλιτέχνη.

Εικοσιτετράωρα αιώνων σκυφτός – Θεέ
στης πόρτας μου τα σιδερένια σκαλιά.
Της αλήθειας σου το κρύο πάγωσε στα γένια σου
και περιμένεις …
Περίμενε, έχω δουλειά!
Στρώνω με τον πυρετό μου ένα σχέδιο:
«Κατάληψη εξουσίας»
και χρειάζομαι τώρα διαβήτες, μπιστόλια,
κι ανθρώπους.
Να `χουνε χέρια γερά, να δουλεύουν, να ιδρώνουν.
Ζητάς να σε πιστέψω; Έλα!
Έλα αύριο, χαράματα που θα πιάσουμε μάχη,
έλα να γίνουμε φίλοι.
Με χοντροπάπουτσα παρτιζάνος – στρατιώτης
στην ίδια γραμμή πυρός. Έλα.
Σε περιμένω στην είσοδο του εργοστασίου
πάνω στ΄ αυλάκια των χωραφιών
στα καμένα χωριά της υπαίθρου
στο καμένο χώμα των πόλεων.
Σε περιμένω στην αίθουσα αναμονής
Για την Επανάσταση, πρώτη θέση.
Θα με βρεις τραγουδώντας
καβάλα σ΄ ένα βουνό ανθρακίτη
σ` ένα κύμα της θάλασσας
στης Νορμανδίας [1] το ψηλότερο κατάρτι
σπήκερ στον πύργο του Άιφελ
σε μακεδονήσια θημωνιά γλυκοφιλώντας ένα κορίτσι.
Εκεί που δεν κοίταξες ποτέ – δίπλα σου,
θα με βρεις υψώνοντας τη γροθιά σου
κοιτώντας αντρίκεια, σφυρίζοντας
«ένας σύντροφος καινούργιος».
Θα σε γνωρίσω. Να κρατάς Ριζοσπάστη,
Σύνθημα – παρασύνθημα : Χαρίλης – Θεσσαλονίκη.
Θα `χω στ΄ αυτιά μου κόκκινους ήχους
στα μάτια μου συνωμοτική γαλήνη.
Θα φοράω αρβύλες μπαλωμένες με χιόνι,
πλεγμένο αντάρτικο σκουφί στον αργαλειό της θύελλας
με νήματα βροχής.
Θα `χω τ΄ αμπέχονο μ’ αγέρα κουμπωμένο – την άνεση
τυλιγμένη στο λαιμό μου,
ένα τρύπιο κασκόλ.

Ζητάς να σε πιστέψω; Έλα!
Στην ίδια διμοιρία θα σου δώσω
στο δίπλα χαράκωμα μια θέση βολής.
Αν θέλεις, έλα!
Είναι στη γη μας καλύτερα.

[1] Η “Νορμανδία” ήταν κάποτε, πριν από τον πόλεμο, το μεγαλύτερο υπερωκεάνιο του κόσμου.

*ΤΕΟΣ ΣΑΛΑΠΑΣΙΔΗΣ μια παρουσίαση από τον Κώστα Βούλγαρη, εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ [στη σειρά “εκ νέου”, αρ. έκδ.1] Δημοσιεύθηκε στα Ελεύθερα Γράμματα, τχ.38, 08.03.1946, με το ψευδώνυμο Νίκος Νικολαΐδης.

** Από το http://eccoci.pblogs.gr/2012/04/teos-salapasidhs-shedio-gia-prosefhh.html