Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Η σιδερένια μπάλα

assets_LARGE_t_942_15054776_type12128

Δε θά ‘θελε τίποτα πια να θυμάται
έρωτες, μίση
κι εκείνα τα εφηβικά όνειρα,
που καιρό τον ταλάνισαν.
΄Ωριμος πια θά ‘θελε να κοιτάξει μπροστά,
προσγειωμένος ν’ αντιμετωπίσει το μέλλον,
ξανοίγοντας το βήμα σταθερά.
Μια σιδερένια μπάλα δεμένη στο πόδι
εξασφαλίζει τη σίγουρη πορεία του στο χώμα.
Βλέποντάς τον να απομακρύνεται αργά,
άθελά μου θυμήθηκα παλιές ταινίες του σινεμά
με τους δραπέτες να σπάνε τις αλυσίδες
στο πέρασμα του τρένου.
Να του μιλήσω τάχα για τις ταινίες αυτές,
δείχνοντάς του τις ράγες στις παρυφές της πόλης;
Κι εγώ; Τί κάνω εγώ;
Τη σιδερένια μπάλα του δικού μου ποδιού
ακόμα δεν έτρεξα να σπάσω.

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο ποιήματα

00ι9

Εξόριστοι

Καμένα δέντρα
ξάφνου ένας τσαλαπετεινός.
Τα βλέμματά μας σμίγουν
τραγούδι λυπημένο
σκίρτημα.
Αυτός και εγώ εξόριστοι.
Εσύ και εμείς εξόριστοι

Λιθοξόος

Ο μάστρο Πανάγος πετράς στο νησί του
με τον τρακά του σχήματα δίνει στη πέτρα.
την τετραγωνίζει
την κάνει καμπυλωτή με μαεστρία.
Η πέτρα στα χέρια του μαστρο Πανάγου
ζωντανεύει και μιλά
τον χρόνο περιπαίζει

Δημήτρης Τσαλουμάς, Γράμμα σ’ ένα άρρωστο παιδάκι

65120_555431054470581_864964868_n

Μη βλέπεις που κάθομαι ήσυχα
κι ακουμπώ στα γόνατά μου
και δε μιλώ. Μη θαρρείς
πως δε με νοιάζει , παιδάκι μου.
Επειδής το παράπονό σου επίμονο
σαν πεινασμένο πουλί
ραμφίζει τη σκουριά της σκεπής μου
κι η οργή μου είναι μεγάλη,
θα σηκωθώ μια μέρα να βάλω τις φωνές
στο κατώφλι του Θεού
να σηκώσω τη γειτονιά των αγγέλων.
Και θα με μπάσουνε να πω το δίκιο σου
και το δικό μου. Θα δεις.
Θα δεις που θα πνίξω εγώ
τις αράχνες που βαστούν τα παράθυρα
της νύχτας
και φοβάται ο αέρας και κρύβεται
και ροχαλίζουν σα σφαχτά
τα σωθικά των παιδιών.

Μόνο κοιμήσου που ξενύχτωσε
και νανουρίζει στη μάντρα της η Αυγή
το κάθε αστέρι.

…………………………………..

Κι ένα πρωί
μια Κυριακή πρωί
θ’ ανοίξω τα παράθυρα
και θα φανεί ο αδερφός μου ο γλάρος
να σηκώνεται κάτασπρος
απ ‘τις μπουγάδες των κάβων
μέσα στις γαλανές σημαίες
και τις λαμπρές σάλπιγγες του ήλιου
που σπρώχνουν στα δώματα τριγμούς,
κρωγμούς, θρόους ανήκουστους.
Και τότε, παιδάκι μου,
θα ρίξουμε τα σκουφιά μας στον αέρα
και θα πετάξουμε τα παπούτσια μας.
Κι ώσπου να πεις αμήν
θα ροβολήσουμε τη ρεματιά ως το γιαλό
να παίξουμε μαζί
όλη την άγια μέρα του Θεού,
όπως παίζουν όλα τα παιδάκια.

*Από τη Συλλογή “Παρατηρήσεις υποχονδριακού” (Αθήνα 1974).

**Ο Δημήτρης Τσαλουμάς γεννήθηκε στη Λέρο το 1921. Τελείωσε το ελληνικό ημιγυμνάσιο και το ιταλικό γυμνάσιο στο νησί του και λίγο αργότερα, τα πρώτα χρόνια του πολέμου, το ιταλικό Κλασσικό Λύκειο της Ρόδου. Ζει από το 1952 στην Αυστραλία, όπου σπούδασε Αγγλική και Γαλλική Φιλολογία και δίδαξε ώς το 1982 στα κρατικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης στη Μελβούρνη. Δίδαξε, επίσης, σε διάφορα πανεπιστήμια ως επισκέπτης συγγραφέας. Τιμήθηκε με έξι από τις σημαντικότερες διακρίσεις της Αυστραλίας τόσο για τα αγγλόγλωσσα βιβλία του, όσο και για έναν τόμο που μεταφράστηκε από τις ελληνικές του συλλογές από τον Philip Grundy με τον τίτλο The Observatory (Το παρατηρητήριο). Τα τελευταία χρόνια μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Λέρου και Μελβούρνης. Δύο νέες συλλογές ποιημάτων του (γραμμένες στα Ελληνικά), δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στην Ελλάδα.

Antonia Pozzi, Αδερφές μου, δε λυπάστε

antonia_f27

Αδερφές μου, δε λυπάστε
που κι απόψε ακολουθώ
τη ζωή σας;
Τόσο γλυκό είναι να περνώ
δίχως λέξεις
στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου –
στους λευκούς δρόμους των σκέψεών σας –
τόσο γλυκό το αίσθημα
μιας μικρής σκιάς
στην όχθη του φωτός –
τόσο γλυκιά η συντριβή
της σιωπής στην καρδιά
όπως η πιο μυστική ζωή
βαδίζει μονάχα ακούγοντας τις ψυχές σας –
μόνο κλέβοντας
με τα μάτια ακίνητα
την ψυχή των πραγμάτων –

Αδερφές μου, αν δε λυπάστε –
εγώ θα ακολουθώ κάθε βράδυ
τη ζωή σας
ατενίζοντας ένα νυχτερινό ουρανό
που μέσα του δύο λευκά άστρα οδηγούν
ένα τυφλό αστεράκι
στην αγκαλιά της θάλασσας.

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Ιανουαρίου-Μαρτίου 2012 (σελ. 124-135).

Παναγιώτης Παπαπαναγιώτου, Σαπράνθρωποι

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στις μέρες μας, το κοινωνικό σύστημα, που μας περιβάλει έχει αρχίσει να σαπίζει με γρήγορους ρυθμούς. Οι άνθρωποι, παγιδευμένοι μέσα σε αυτό νιώθουν ήδη τη δυσωδία και την αποφορά του. Μέσα σε αυτή την κοινωνική σαπρότητα, μέχρι και η ποίηση έχει αρχίσει να παρακμάζει. Και ξαφνικά, σαν βόμβα, που κάνει πάταγο και ταράζει τα λιμνάζοντα νερά, έρχεται το βιβλίο του Παναγιώτη Παπαπαναγιώτου: «Σαπράνθρωποι». Πρόκειται για μια φρεσκοτυπωμένη ποιητική συλλογή, που έχει εκδοθεί από τις πάντα καλαίσθητες εκδόσεις «ΡΕΩ». Ποίηση, που ξεχύνεται σαν χείμαρρος να πνίξει την κοινωνική αδικία και να βροντοφωνάξει ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ποίηση, που δεν συμβιβάζεται στην αφομοίωση μιας ποιητικής φόρμας, αλλά ακροβατεί από τον ρεαλισμό μέχρι τον σουρεαλισμό και τον ντανταϊσμό. Ποίηση, που ακόμα και ο έρωτας έχει επαναστατικό χαρακτήρα, χωρίς να ξεπέφτει σε γλυκανάλατες τυποποιημένες επαναλήψεις. Ο Παναγιώτης Παπαπαναγιώτου, ονομάζει τον εαυτό του «ποιητή της παρακμής», όχι γιατί τα ποιήματά του είναι παρακμιακά, αλλά γιατί περιγράφει μια κοινωνία σήψης και παρακμής. «Μια μπαλάντα της παρακμής θα σας πω εγώ / ο ποιητής της παρακμασμένης εποχής», γράφει ο Παναγιώτης Παπαπαναγιώτου και αυτή η μπαλάντα ακούγεται καθώς ξεφυλλίζουμε τις σελίδες του βιβλίου του.

Continue reading →

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ιχνηλασίες

Πολυσύλλαβες αισθήσεις
χαράζω
στο κορμί της σκέψης

ενάντια στις μονοσύλλαβες
ιχνηλασίες
του τίποτα

κι όμως
στεναχωρούμαι
για την εξαΰλωση…

Μαρία Τσιράκου, Εν πορεία

Σχίζει η σκέψη μου το τοπίο
ουρλιάζω στης ζωής μου το μνημείο
πόσο κουράστηκε η ψυχή
στο γεμάτο ενοχές σαρκίο.

Δεν επαρκώ, δεν επαρκώ
εγώ η ίδια σε εμένα,
αναζητώ καινούρια δεδομένα,
αθροίζω το χρόνο, το μήνα, τη μέρα

…

Στα αποσιωπητικά μου,
τολμώ τη βουτιά μου

…

Σαν μωρό που γελά σε μητέρας αγκαλιά
το τοπίο αλλάζει, η φωνή ησυχάζει,
σε νέα φόρμα η ζωή μου κυλά,
συλλέγω βλέμματα αλήθειας, αγνά.

Σε μια φυλή που εκλιπαρεί
στην αλλαγή ωρίμανση να βρει,
επιστρέφω, έμαθα εμένα να μην έχω,
βιώνω ύπαρξη ελπίδας στο απέχω

…

Στην επιφάνεια μου,
ακουμπώ τα φτερά μου.

Μαρία Πισιώτη, Δύο ποιήματα

Γιατί

Μες τους καπνούς του πολέμου
η μοναξιά και η απόγνωση
γύρω σου χορεύουν.
Ομίχλη σκέπασε τον ουρανό σου.
Η μυρωδιά του θανάτου διαχέεται
στην ατμόσφαιρα.
Όπου κι αν πας
η σκιά του σ’ ακολουθεί.
Η όασή σου πέρασε
στη λήθη της σιωπής.
Ένα γιατί πλανιέται στην
πονεμένη σου ψυχή.
Ποια άδικη κατάρα βαραίνει
τους παιδικούς σου ώμους;
Απάντηση στην αγωνία σου
κανείς δε θα δώσει.
Θες να ουρλιάξεις, να κλάψεις,
μα δε μπορείς.
Το αγέρι πήρε τη φωνή σου,
η θάλασσα το δάκρυ σου.

*Από την ποιητική συλλογή “Αιωρούμενο νησί”, εκδ. University Studio Press, 1999.

Φυλλορροή

Τα Φθινόπωρα που αγαπήσαμε
Φυλλορροούν
Οι Χειμώνες που μοιραστήκαμε
τα Καλοκαίρια που ονειρευτήκαμε
Φυλλορροούν
Για Άνοιξη ούτε λόγος
46 Φθινόπωρα τώρα
Φυλλορροούν…
και στην αντιστροφή τους
προοιωνίζεται η Δύση
της μελαγχολίας.
©11.11.2012

*Και τα δύο ποιήματα αναδημοσιεύονται από το μπλογκ της Μαρίαας Πισιώτη στο http://hdyli.wordpress.com

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Ευθύνη

Όλα μαύρα τά ‘βλεπε
κι έγραφε στίχους πεζούς,
που κανείς δε σκεφτόταν να ψάλλει.
Λοιπόν αρκετά. Άλλο δεν πάει.
Πρέπει ευθύς ν’ αλλάξει θέμα και ύφος.
Να γράψει για τον ήλιο που χαμογελά,
για το φως που αστράφτει
στο γιαλί και στις πέτρες.
Άνοιξε το παράθυρο να δει,
μα ο ουρανός βάρυνε πάνω του.

Για τούτη ‘δω τη συννεφιά
το φταίξιμο δεν ήταν του καιρού.

Μαρία Κατσοπούλου, Τρία ποιήματα

Μιλάς

Μου λες πως τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο
Πως μαζί μπορούμε να νικήσουμε τα πάντα
Πως τα χρόνια που θα περάσουν θα μας βρουν αγκαλιά
Κι εγώ δεν σε καταλαβαίνω.
Μιλάς για την αγάπη
Σαν να είναι κάτι σημαντικό.

*«Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά», Γαβριηλίδης, 2012

Αργά

Είναι αργά για νεκρούς έρωτες
Άκου τη σιωπή
Μας λέει πως χάνουμε
Τα ανεξίτηλα σημάδια στο κορμί μου έχουν τ’ όνομά σου
Κι εγώ περιμένω ν’ ανοίξεις την πόρτα

Φύγε, είναι αργά
Η σελήνη έδυσε
Κι εμείς ακόμα έχουμε αϋπνίες

*«Τα ποιήματα της τρελής», Γαβριηλίδης, 2009

Θα πεις…

Και για μένα θα πεις
πως ήμουν άλλη μια Μαρία
ανάμεσα στις χιλιάδες

Ανάμεσα στις νεκρές σου ερωμένες
Νεκρά γράμματα τα “σ΄αγαπώ”
καμμένες λέξεις σε παλιά ημερολόγια

Τα ημερολόγια που πέταξες
τα δάκρυα που δεν έκλαψες
κι ένα άδειο ποτήρι μπύρας στο τραπέζι

θα είναι ό,τι με θυμίζει
ό,τι έχεις δικό μου
κι ό,τι στο εξής θα μισήσεις

*«Τα ποιήματα της τρελής», Γαβριηλίδης, 2009