Τζούλια Φορτούνη, υστερόγραφο

9200_4993746571189_2684387_n

ποτέ δεν προλάβαινα
τα ληξιπρόθεσμα χρέη
τα dead lines
τις ημερομηνίες
όμως πήγαινα πάντα νωρίτερα
στα ραντεβού μου
και περίμενα
σαν να σκηνοθετούσα μια άφιξη
ή έναν πρόωρο αποχωρισμό

πάντα υπήρξα βιαστική
και ανυπόμονη
στο επάγγελμα
στον έρωτα

δεν ήμουν έτοιμη
ποτέ δεν θα είμαι

* Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το προσωπικό ιστολόγιο της Τζούλιας Φορτούνη στο http://purplestigmes.blogspot.gr/

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Βασίλης Κυριάκης «Πεζοστράτης»

prosklisi_facebook

Η έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής ενός ποιητή, είναι η πρώτη του απόπειρα να κοινοποιήσει τις σκέψεις του, που η εσωτερική τάση του για δημιουργία, τον έσπρωχνε να τις γράφει στο χαρτί, να τους δίνει σχήμα και μορφή, αντιμετωπίζοντας για πρώτη φορά την αυστηρή ματιά της κριτικής. Γιατί, ένα βιβλίο, από τη στιγμή της έκδοσής του και μετά κρίνεται, όχι μόνο από ορισμένους φιλολογίζοντες κριτικούς, αλλά και από τον απλό αναγνώστη.

Έχουμε, λοιπόν, την τύχη να έχουμε στα χέρια μας το πρώτο βιβλίου του Βασίλη Κυριάκη: «Πεζοστράτης». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα, που περιγράφουν την σύγχρονη κοινωνία, μέσα από βιώματα, που έχει ο ίδιος, με έναν υφέρποντα σουρεαλισμό, οδηγώντας τον αναγνώστη σε προβληματισμούς για το σε ποια κοινωνία ζούμε και για το αν θα πρέπει να την αλλάξουμε. «Η μόνη διαφυγή είναι η πραγματικότητα», γράφει ως προμετωπίδα στο βιβλίο του. Άρα δεν αποπροσανατολιζόμαστε, αλλά κοιτάζουμε συνέχεια μπροστά, προσπαθώντας για ένα καλύτερο αύριο. Για να κατανοήσουμε, όμως, καλύτερα την περιγραφή της σύγχρονης κοινωνίας μέσα από τις όμορφες εικόνες, που μας δίνει ο ποιητής, παραθέτουμε ένα ποίημα: «Βλέπω τις μπόρες και τις αυλές / οι σταγόνες πρισματικές πέφτουν σαν καρφίτσες / στο αίτιο / ματώνοντας τη συνείδησή μου. / Ο περίγυρος περνά από μέσα μου προς εκεί. / Οι λανθάνουσες φράσεις αλλάζουν την ορμή του. / Στον παφλασμό του ένα δάκρυ σκάει με φλόγα / και καλπάζω με δακρυσμένα μάτια στις καρτ – ποστάλ / του κόσμου που χαράζουν οι τρομπέτες και οι γροθιές. / Διαβάζω την ιστορία των ανθρώπων στα πεσμένα φύλλα / των διαφημιστικών.»

Σε αρκετά ποιήματα, της ποιητικής συλλογής «Πεζοστράτης» ο Βασίλης Κυριάκης, μας δίνει ορισμένες συμβολικές εικόνες, που απογειώνουν το ποίημα: «Είμαι ερωτηματικός / ή / προσπαθώ να μοιάσω / στο μεγαλείο του / αφηρημένου». Και αλλού: «Ναι τα ποιήματα είναι χτυπήματα στο μάρμαρο / γλυπτά μουσικής απονεύρωσης / ζητήματα επανεξέτασης.»

Εκεί, όμως, που ο Βασίλης Κυριάκης μας δίνει τον καλύτερο εαυτό του είναι στο ποίημα «Πρέβεζα». Μια Πρέβεζα, που σε αντίθεση με την πεσιμιστική διάθεση του Καρυωτάκη, εδώ παίρνει μια νοσταλγική μορφή, καθώς τυγχάνει η γενέτειρα του ποιητή. Η απομάκρυνση από την Πρέβεζα, ισοδυναμεί με την είσοδο στη σκληρή πραγματικότητα της ενηλικίωσης και τη δολοφονία των παιδικών ονείρων. Κάπου εκεί μπορεί να χάσουμε τον εαυτό μας: «Σύννεφα λουλούδια / η ομορφιά του θαλασσοδαρμένου καμένου. / Μυρίζει άνοιξη η πόλη / και το μισό μου κομμάτι παιδικό / το άλλο άγνωστο.»

Στα ποιήματα της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Βασίλη Κυριάκη, αναφέρεται πολλές φορές η λέξη εξέγερση, όχι, όμως σαν μια αφηρημένη έννοια, αλλά σαν μια ιδέα χειροπιαστή, καθώς η ποίηση είναι μια εξέγερση λέξεων, που φεύγουν από την αυστηρή γραμματική και συντακτική τους εμφάνιση του πεζού κειμένου και σχηματίζουν το ποίημα: «Κι εσύ, καρδιά μου / βαδίζεις με τα άγρια πιάνα στη γη του αχαλίνωτου κέρδους / εξέγερση οι ανάγκες που έρχονται». Και αλλού: «Όχι ο βοριάς δεν σβήνει τις φωτιές / μήτε της άνοιξης τ’ αγέρι / στο κέντρο η φωτιά / στην εξέγερση των δρόμων του φωτός.»

Κάπου εδώ, όμως, φτάνουμε στο τέλος αυτής τη παρουσίασης. Θα κλείσουμε το όμορφο αυτό ταξίδι, στην ποιητική συλλογή «Πεζοστράτης» του Βασίλη Κυριάκη, με τη φράση, που ο ίδιος χρησιμοποιεί, ως επίλογο του βιβλίου του: «Η αισιοδοξία δεν είναι συναίσθημα – τρόπαιο αλλά κάθε μέρα λύση».

*Επειδή οι διαθέσιμες φωτογραφίες του εξωφύλλου της συλλογής δεν ήταν καλές δημοσιεύεται εν είδει φωτογραφίας η πρόσκληση για την παρουσίαση (Το Κόσκινο)

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ξεμάκρυνε η φύση

295479_267652826668269_1679908662_n

Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά
σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας
απέδρασε από τις αρτηρίες μας
μετοίκησε σε άλλα καταγώγια
έγινε στρώμα καπνού

έχει όμως προοπτική αναγέννησης
από τις στάχτες της
μ’ εμπορικές ρήτρες
ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση

σαν να προσπαθεί να αποσπάσει
την προσοχή αχρηστευμένων βλεμμάτων
με κουδουνίστρες
και άλλα ευτελή παιχνιδάκια

Άννα Ιωαννίδη, Ο λυγμός της θάλασσας

ΘΑΛΑΣΣΑ+1

Θαλασσοπούλια νεκρά σκέπασαν την ακτή.
Δύσοσμο το θαλασσινό αγέρι.
Κύματα από πλαστικό.
Μία εικόνα χωρίς λόγια ο βυθός,
μία υδάτινη χωματερή,
τάφος ψαριών.
Πέλαγος τοξικό!

Μαύρες κηλίδες κάλυψαν την ακτή.
Χαμένες οι παιδικές αναμνήσεις.
Σβησμένες οι πατημασιές στην αμμουδιά.
Σάπια φύκια έκρυψαν τα βότσαλα.
Πέλαγος τοξικό!

Εκεί στο τοπίο της μαζικής συνενοχής
μία εικόνα μήνυμα καταστροφής
για την ζωή που χάνεται κι αργοπεθαίνει.
Πέλαγος τοξικό!
Για πόσο ακόμη η ελπίδα
θα υπερασπίζεται τ’ όνειρο του παιδιού,
το τραγούδι του δελφινιού;

* Έπαινος στον Ε΄ Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης στη μνήμη Στέλιου Γεράνη της Εταιρίας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά.

**Ο πίνακας της ανάρτησης είναι του Χρήστου Σιψή και πάρθηκε από το http://sipsischristos.blogspot.com

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Πεντηκοστό Δεύτερο

396757_3882326738308_896719235_n

Πώς έγινε και σύρθηκα ως τα πενήντα τρία
με τα οράματα πρησμένα
στα γόνατα και την ψυχή φθαρμένη στον γιακά,
ασύστατοι, εγώ που ονειρευόμουν
πάντα το ίδιο ποτάμι;
Το ίδιο ποτάμι!
Είχε ασημένια τα νερά
και τα καλάμια πορφυρά
κι εκεί στην όχθη-όχθη
καθόταν στην καρέκλα της
μια εργατική γερόντισσα
κι έπλεκε κι έλεγε σ’ έναν βαρκάρη: «Αυτές
είναι ψυχές! Ατσάλινες! Σου κάνουν κάτι μοίρες
αθάνατες! Όχι αυτές
που κουβαλάς. Κρίμα στ’ ασήμι!»
Πού πήγε το ποτάμι μου, αχρείοι; Έτσι, λοιπόν,
θα τριγυρίζω δίχως λόγο
– που είναι, όπως γνωρίζουμε, η ψίχα της ψυχής –
ανάμεσα σε πράγματα φτηνά και βιαστικά,
σαν ολοφάνερη αλήθεια; Κι ο αέρας,
η θάλασσα, τα δέντρα, οι ακτές
που ησυχάζουν, σαν λευκά
νεροπούλια στην σκιά
των βράχων; Ο γιγάντιος εκείνος λιθοξόος
που καυγαδίζει με τη νύχτα
πίσω απ’ τις ράχες των βουνών;
Ήτανε ψέματα όλα αυτά;
Ψέματα, το ποτάμι των πορφυρών ψυχών;
Φαντασιώσεις ενός δύσκολου αγοριού
που δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί
τα βιαστικά και τα φτηνά
του κόσμου; Ό,τι κι αν ήταν,
τα θέλω πίσω. Τώρα!
Δεν γίνεται αυτό που μου ζητά σύνεσή σας.
Εγώ ερωτεύτηκα την τσούλα τη ζωή
και θα γλεντάω την πρόστυχη αγκαλιά της,
μέχρι θανάτου. Πώς, αλλιώς;
Γίνεται να πηγαίνω,
ασύστατοι, συνέχεια εκεί απ’ όπου επιστρέφω
όλο μεταβολές και ματαιώσεις κι αποφάσεις
κι ελπίδες και ακυρώσεις
κι έναν υπάλληλο φόβο
ν’ αρχίσω απ’ όπου τέλειωσα τόσες φορές;
Καλύτερα να συντριβούν τ’ αστέρια όλα
στη ράχη μου· καλύτερα ν’ αρπάξουν
φωτιά οι θάμνοι και τα δέντρα, να χωθούν
βαθιά στη δίψα οι πηγές, να λάμψει
στα μάτια μου η αρετή του έμφυτου τέλους:
μια χούφτα θάρρος σκοτεινό
ανάμεσα στα πόδια της σιωπής,
παρά αυτή η ευτελής
συνήθεια να βάζετε τα πράγματα στη θέση τους.
Ποια θέση;
Σκεφτήκατε πως όλα αυτά
που αγνοεί η σκέψη σας τα ξέρει η άγνοιά μου;
Πώς είναι βέβαιοι πού βρίσκεται η θέση μου,
πάντα έκθετοι στα πάντα,
κι όμως τίποτα πάντα·
ούτε ερπετά ούτε πουλιά, ούτε ζώα;
Φόβος και μίσος δίποδο, που θα τελειώσει δυστυχώς
έρποντας για να βρει, ασύστατοι, τη θέση του.
Ποια θέση;
Μοσχοβολάει η τρώγλη των κερδώων ηδονών σας
λυτά μαλλιά, χείλη απαλά
και κοριτσίστικο λαιμό το δειλινό;
Σας ξαγρυπνά ένας δαίμονας σκληρός,
σαν άνθρωπος που κόβει κομμάτια έναν άνθρωπο
μέσα του με στοργή: ‘μια μάσκα πέτρινη -γελάει
ή κλαίει, ποιος ξέρει- αρπάζει
μαλλιά και χείλη και λαιμό,
κόβει, σκορπίζει, αφήνει
μια λαχτάρα κοφτερή
που ανοίγει κάθε τόσο σαν πληγή;

Πληγή, πληγή αφόρητα γλυκιά
η θέση μου η θέση μου στον κόσμο σας,
κι ο κόσμος σας ψοφίμι.

Άννα Αχμάτοβα, Εισαγωγή

556693_3942056351511_2077974020_n

Ήταν μια εποχή που μόνο οι νεκροί
χαμογελούσαν, ευτυχισμένοι στην ησυχία τους.
Το Λένινγκράντ κρέμονταν σαν ένα άχρηστο
κόσμημα στην πλευρά των φυλακών
Μια εποχή όταν τρελαμένοι απ’ τα βασανιστήρια
οι κατάδικοι σε φάλαγγες περπατούσαν
και τα σφυρίγματα των μηχανών
το σύντομο τραγούδι του αποχωρισμού έλεγαν
Αστέρια θανάτου πάνω μας στέκονταν
κι η αθώα Ρωσία κουλουριάζονταν
κάτω από τις ματωμένες μπότες
κάτω από τους τροχούς της κλούβας.

1 Απριλίου 1957
Λένινγκραντ

*Μετάφραση Μαρία Καρδάτου
**Αναδημοσίευση από το http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Nanni Balestrini, Κάπως έτσι

balestrini

Αυτοί είναι οι κόμποι, αυτές οι ουλές,
τα ρούχα που φόρεσες, η απρόσμενη εποχή
στην άσφαλτο όπου θα ζούμε ακόμα, αυτό το σύννεφο
που μοιάζει πολύ με την τσαγιέρα που ήδη

κρύωσε, με το πρόσωπο ενός αρρώστου,

γαλάζιο όπως το εστιατόριο, η απόσταση,

αν και είναι εννιά η ώρα, οι προετοιμασίες

σχεδόν τελείωσαν, απεσταγμένες παπαρούνες,

πιστεύοντας στα μάτια μου, γέρνοντας από τη σκεπή

πάνω από τις κορυφές κλαδεμένων πεύκων, μα

εξαπατάς τον τίτλο, εγγύηση στους περαστικούς,

που σχεδόν όλοι έχουν φύγει, μαζεύουν

απαραίτητα και η βάρκα που ποτέ δεν

βρίσκεις, αλλά απαραίτητη επειδή διασχίζουμε

παρόλο που εμείς δεν κοιτάζουμε και όπου

δούμε μολονότι δεν υπάρχει γιατρειά και περνάνε

ακόμα αβέβαιοι οι τόποι όπου

σύνορα ευκρινώς σημαδεμένα μας αποκαλύπτονται…

Τότε ακόμη κι ο ουρανός θα πρέπει ν’ αλλάξει. Όπως θα μπορούσα

να αλλάξω ξαφνικά θέμα και λίγοι

να το προσέξουν, ο γδούπος που ψάχνει ακόμα

κουφός τις απογευματινές ώρες, και βαθύς

και οι πέτρες που έχεις κάτω από την πλάτη ή η διαφυγή

διαβρωτικών ουσιών από γκρεμισμένες κατασκευές ‒

παρόλ’ αυτά, τίποτα καινούριο, ελαφρόπετρα

στους αγκώνες, αν υπάρχει θέση για έναν μόνο από μας

και βγαίνοντας μόλις από το σπίτι συναντά τυχαία,

εσύ συναντάς, να ’ξερες μόνο πόσο καιρό σε περιμένω.

*Μετάφραση από τα ιταλικά σταύρος μπουκουβαλέας, kyoko kishida.

**Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://teflon.wordpress.com

Ποιήματα για την Εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008

154475_567447349937095_441191535_n


ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΗΣ

Ρέκβιεμ

Στο ‘να τους χέρι θύρσος και στ’ άλλο χέρι δάδα
και με τα μούτρα στο κουβούσι στριμωγμένα
πνοή ζητούσανε να βρουν πόλης πλωτής σε λάβα
μα έμνεσκε ο ήλιος πίσω τους με όμματα ματωμένα.
Ντε γιούρε η κυβεία στους νευρώνες
οι λεωφόροι κούμουλες με λεγεώνες
καράδες με σειρήνες τη φωνή σου παύουν
τα κράνη με θυσάνους και με τζάμια
πιο κει σε μόνιτορ και γήπεδα μασκότ
κι εμείς κρυμμένοι στα καλάμια·
απ’ τα κιβούρια σαν θωρούσαμε που ολονυχτίς λοξά τους θάβουν
ξεπηδούσανε ρομπότ.

ΚΥΟΚΟ ΚΙΣΙΝΤΑ

Οταν ο Αλέξης Γρηγορόπουλος Συνάντησε τον Φαντίλ Ναμπούζι

Η ιστορία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα.
Η σιωπηρή πλειοψηφία χρεμέτισε στο άκουσμα από τα μαντάτα.
Το χρεμέτισμα έγινε φωτιά και πέτρα χωρίς προηγούμενο.
Οι αφεντάδες σπεύσανε θορυβημένοι να δηλώσουν
πως η φωτιά και η πέτρα βρίσκονταν σε χέρια επισφαλή
εξοστρακίζοντας τον κοινό νου
που πάσχιζε ν’ αντιτάξει:
“Η σφαίρα που μετέτρεψε τις πόλεις σε πεδίο μαχών
έχει παράδοση ετών πίσω της
και κανένα σύννεφο μπροστά της.
Σε χέρια μισθωμένα σίγουρα βρίσκεται
που θα φροντίσουν να τη φυγαδεύσουν”.

ΡΑΝΙΑ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

Τις μέρες εκείνες

τις μέρες εκείνες
ο ουρανός έβρεχε καρφιά της μάρκας «σταύρωσον»
σάστιζαν οι άνθρωποι απ’ της σκλαβιάς το θαύμα
και στήνονταν στους δρόμους με στόματα ανοιχτά
περίμεναν να μεταλάβουν

τις μέρες εκείνες
η γη δάκρυα γεννοβολούσε σε βιτρίνες
σάστιζαν οι άνθρωποι απ’ του βλέμματος την ξεραΐλα
κι έπεφταν στο χώμα με μάτια ανοιχτά
περίμεναν να μεταλάβουν

τη μέρα εκείνη
άγγελος μαυροντυμένος έραψε ψωμί
κέντησε κρασί και μοίρασε
τρόμαξαν οι άνθρωποι απ’ της αλήθειας τα πυρά
έκλεισαν τα στόματα, φίμωσαν τα μάτια και πήγαν στις δουλειές τους
δεν ήθελαν να μεταλάβουν πια

ΤΑΣΟΣ ΔΕΝΕΛΑΒΑΣ

Εγκλημα και τιμωρία

Οι φωτιές έκαιγαν, έκαιγαν ολονυκτίς τις καρδιές μας,
Σε αυτή τη πόλη που δεν έχω,
Δεν βρίσκω όνομα να της δώσω, Αθήνα ή Αλέξης; Οι φωτιές έκαιγαν, έκαιγαν ολονυκτίς τις καρδιές μας,
Και μέσα στα συντρίμμια, συντρίμμια αποζητούν οι άνθρωποι,
Γενιά που δεν έχεις τα παιδιά σου αγκαλιά,
Μα μονάχα τα παιδιά σου κλαίνε,
Που δεν έχεις πρόσωπο να τα κοιτάς,
Και μονάχα μαλακίες τους λένε. Μα μόνο μες τις καρδιές μας η θλίψη αιώνια θα χτυπά,
Για τον μικρό Αλέξη που η ψυχή του χάθηκε
και πέταξε για πάντα μακριά.

ΠΑΥΛΙΝΑ ΜΑΡΒΙΝ

Τραλαλάθη

Εμεινα πίσω να σκεφτώ, ποιoς φταίει για τα λάθη.
Μήπως εσύ;
Μήπως εγώ;
Αστείο να σε ψέγω,
με τόσα που ‘χεις πάθει.
Λάθη τρελάθη ένα σωρό
και μπήξε δείξε, μπήκαν όλοι στο χορό.
Μην ειπωθεί τυχόν πως να ξεχνώ δεν έχω μάθει,
λίγη και λάθος όμως, η λήθη που ελάνθανε στα λάθη.
Eμεινα πίσω να σκεφτώ
με μνήμες που με καίνε.
Για τα λάθη φαίνεται,
πως άλλα λάθη φταίνε.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ

Λίλιθ

Η γυναίκα πόλη, πόρνη που απλώνει
σάπιο μες στο χέρι μου ένα σώμα.
Ενώ στα σπλάχνα της ανθίζει,
βρέφος, με λειψό κεφάλι
κι άσπρη γλώσσα.
Oλο ψάχνει αυτή κι όλο γυρίζει
το βυζί να βρει, που την ταΐζει
Φλόγα ανάρια
κι άγια Πέτρα! (φωτιά αν χρειαστεί, σίδερο!)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΛΙΩΤΗΣ

Οι γενναίοι

Και σαλτιμπάγκοι ξεχύθηκαν στους δρόμους,
ξεγελώντας με τα θεάματά τους,
και κάλεσαν παπαγάλους,
και οι παπαγάλοι επαναλάμβαναν λόγια κούφια,
και αργούν,
θεέ μου αργούν,
στις ερήμους να φυτρώσουν οι γενναίοι,
από σπόρους που ‘ναι με αφοσίωση βαθιά μπηγμένοι,
να ξεσπαθώσουν,
να κόψουν χέρια που υπόγραψαν,
χέρια βαμμένα αίμα ουρλιαχτών και αναστεναγμών.

ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗ

Φεγγαράδα με τον θάνατο

Μια παγωμένη βεντάλια ολούθε
Μαύροι άγγελοι ιπτάμενοι
Καβαλικεύουν το άλογο
Η πόλη σκοτείνιασε
Η πόλη δάγκασε το αγόρι
Eγινε ζοφερός μανδύας τρυφερότητας
Πνιγμός από σφαίρα. Ανθρωποκτονία
Τώρα, να, κείται μέσα σε λευκό κουτί
Εκλιπαρεί την Ιστορία να δικάσει
Στο μαύρο κουτί κάθε μάταιής μας πτήσης
φυλάγονται χιλιάδες άγγελοι
Νήματα αιωρούνται καθώς πετούν
Οι άκρες δείχνουν κρυμμένα κενοτάφια
Κάθε αστέρι και ψυχή
Πάνω από την καμένη πόλη
ένας χάρτης 5.000.000 συμβόλων
Oλα σε φθίνουσα πορεία
Κάνουν 48ωρη καθιστική διαμαρτυρία
Πήραν πέτρα και γυαλί
Επιτέθηκαν στην ασχήμια της νεκρόπολης
Ζωγράφισαν ένα ρεαλιστικό πορτρέτο για τυφλούς
Μαύροι Βάνδαλοι Λευκά παιδιά
Λίμνες αίματος
Αγκάθια στα δέρματα των χειλιών μας
Silentio
Silentio
Silentio (Γυμνό
Το στόμα μου
από λόγια)

*Δεν ξέρω από πού προέρχονται, μου αρέσουν, σαν σήμερα πριν 4 χρόνια δολοφονήθηκε ο Αλέξης και τα αναρτώ για την περίσταση.

e.e.cummings, Ποίημα

e-e-cummings-1

Να είσαι με την αγάπη (λίγο)
πιο προσεχτικός
Παρά με κάθε τι
φύλα την ίσως μόνο

ένα τίποτα πιο λίγο
(απλώς πιο πέρα από το πόσο πολύ)
κοντά από
το Τίποτα, να θυμάσαι την αγάπη με συχνή

αγωνία (να φαντάζεσαι
το Ελάχιστό της ποτέ με πλείστη
μνήμη) δόσε ολότελα σε κάθε
Αιώνια την ελευθερία του

(Τολμά μέχρι ένα λουλουδι,
καταλαβαίνοντας δίχως μέτρο το ηλιόφως
Άνοιξε ποιο χιλιοστό γιατί, και ανακάλυψε το γέλιο)

*115 ποιήματα, Εκδόσεις Οδυσσέας Απρίλιος 1984.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Οι άνθρωποι

61443_3927559429097_384412988_n

Όταν ο ήλιος τεμπελιάζει
οι άνθρωποι κρυώνουν
σκοτεινιάζουν παράξενα

όταν δακρύζουν τα σύννεφα
οι άνθρωποι κατρακυλούν
σε σκοτεινά λαγούμια
ανισόπεδες διαβάσεις
κι ανέμους άγευστους

όταν τα δέντρα διαμαρτύρονται
για τα σφαγμένα τους όνειρα
οι άνθρωποι αισθάνονται ανίσχυροι
στα πορνεία των εθνικών οδών