Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Επίσκεψη

17141_gallery

Φαντάζεσαι την ειρήνη,
με φόρεμα ολόλευκο,
να σου χαμογελά,
με άσπρα περιστέρια συντροφιά της.
Σαν έρθει η ειρήνη να σε βρει,
σαν χτυπήσει την πόρτα σου,
θα φορά κόκκινο φόρεμα,
το σώμα της θα είναι γεμάτο πληγές,
θα κλαίει.
Θα είναι μόνη καθώς
τα περιστέρια κατασπαράχτηκαν
απ’ τα γεράκια του πολέμου.
Και τότε μ’ έκπληξη θα δεις
πληγές που ο ίδιος άνοιξες
έστω κι αν κράτησες
τα χέρια σταυρωμένα.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Σιγανή βροχή

184546_349765265122857_1904526139_n

Σιγανή βροχή
χασμουριέται
στο παραπέτασμα
στις ρωγμές των βράχων
στις χαραμάδες των κτιρίων
στις οπτασίες των πόλεων
στα θροΐσματα των δασυλίων
στον ανάστροφο στρόβιλο
των πεζοδρομίων
στις παιδικές ανεμοζάλες
στις αποδράσεις
όταν σβήνουν όλα τα φώτα.

Rachel Jacobs, Ένα δρομάκι

50bec_epiki-gkafa-odigou-fortigou-06

Σκοτάδι, μόνη, απομονωμένη
στο κρυμμένο μέρος της πόλης
ξεχασμένη, κοιμισμένη, άδεια
εκεί όπου σακούλες ίπτανται
και τρωκτικά κυκλοφορούν
σε βρώμικες λακκούβες
φτιαγμένες από επιθετικές όξινες βροχές
και στις σκιές ύπουλες λάσπες
ξεγλιστρούν μέσα κι έξω
από τους υπονόμους.

*Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης

Γιάννης Γιαννουλέας, Δύο ποιήματα

R001-029

Αναπνέοντας άπειρο

Αγνοώ την κοινή πρόληψη!
Το γέμισμα του φεγγαριού,
η εναλλαγή της μέρας με τη
νύχτα,
το σύντομο πέρασμα της άμμου
στην κλεψύδρα
είναι στην αληθινή μου φύση.
Μόνο φευγαλέα
αντιμετωπίζω την πιθανότητα
μιας τρικυμίας
απροσδόκητης,
ενός ύφαλου
αιφνίδιου —
το τσιγάρο εδώ
ίσως παίξει
το ρόλο του,
να μετατρέψει δηλαδή
σε πολύκλαυστο ναυάγιο
το πολλά υποσχόμενο ταξίδι μου
στη β΄ θέση
του πλοίου.

Τίποτ’ άλλο

Τίποτα δεν χρειάζομαι
στη ζωή μου
όχι
παρέες — ακατάσχετες — λόγια —
δίχως αντίκρισμα — συγγενείς —
αιμοδιψείς — άνευ — ουσίας —
αντιπαράθεση.
Τίποτα δεν χρειάζομαι
στη ζωή μου
μόνο έναν απλό, ανεπιτήδευτο,
συνειδητό φίλο.

*Από την ποιητική συλλογή “Απροσδόκητος Κήπος”, Αθήνα 2005.

**Ο Γιάννης Γιαννουλέας γεννήθηκε το 1962. Έκανε σπουδές σκηνοθεσίας κινηματογράφου και γύρισε τις ταινίες: Η άλλη πλευρά (1985), η μοναδική ολοκληρωμένη κινηματογραφική συνέντευξη του παλαίμαχου επαναστάτη Άγι Στίνα (διάρκεια 25΄) και Καλημέρα Μανάγκουα (1987), ένα ταξιδιωτικό ντοκιμαντέρ στη Νικαράγουα των Σαντινίστας (διάρκεια 10΄). Ελλείψει χρηματοδότησης, τα κινηματογραφικά σχέδια εγκαταλείφθηκαν νωρίς. Τα επόμενα χρόνια συνδύασε το βιοποριστικό καταναγκασμό, την παρακολούθηση σεμιναρίων τέχνης, την πολιτική δράση, τη δημοσίευση διηγημάτων σε διάφορα έντυπα (περιοδικό “9″ – εφημ. Ελευθεροτυπία, “Δρομολόγια”, “Big Bang”). Στη διάρκεια αυτή έγραψε το βιβλίο: Σε 45 τετραγωνικά: Tαχυδράματα (Απόπειρα, 1997). Απόσπασμα του βιβλίου περιλαμβάνεται στο σχολικό βοήθημα Η Νεοελληνική γλώσσα και Έκθεση στο Ενιαίο Λύκειο (εκδόσεις Πατάκη, 1998). Δημοσιεύει συχνά κείμενα κινηματογραφικής κριτικής. Διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://lathrometanastis.wordpress.com/

***Η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύεται από το http://diffusedlight.blogspot.com

Γιώργος Γιαννόπουλος, Ο ζωγράφος κι ο διάβολος

b164520

Μια μέρα ο διάβολος δέχτηκε τον ζωγράφο.
—Σε θαυμάζω, του είπε.
Αποδίδεις με πιστότητα το περίγραμμα
των πραγμάτων.
—Έχω μια κόρη, απάντησε ο ζωγράφος.
Είναι βυθισμένη στην καλή λογοτεχνία.
Το νεφρό της έσκασε σαν καρπούζι.
—Σε πιστεύω, απάντησε ο διάβολος.
Κι εμένα δουλειά μου είναι το εμπόριο του λευκού.
—Το γνωρίζω, απάντησε πάλι ο ζωγράφος,
κι ένιωσε να ματώνουντα χείλη του απ’της ζωής τ’ ανείπωτα.
—Δεν πιστεύω να με μπερδεύεις με τον πατέρα σου,
ακούστηκε σαν φίλος ακατονόμαστος.
—Μα δεν με λένε Χριστόφορο, αντέκρουσε
λίγο σαστισμένος, ο ζωγράφος.
Τότε ανοιγόκλεισε τα μάτια.
Έξω από τη Βιβλιοθήκη της Βιέννης
χιόνιζε.

*Από την ποιητική συλλογή «Το θέρος των βροτών», εκδ. «Ένεκεν», 2010.

Στρατής Παρέλης, Ζω αναζητώντας την διττή έκλαμψη

sideras

Με φτάνει ο θόρυβος- σαν να είμαι
ένα μεγάλο αμόνι
που πάνω του σφυροκοπά η ζωή
τις εκδοχές της θλίψης.
Μόνος στην κάμαρα. Με θέα την λύπη.
Δεν είμαι το κέντρο κανενός κύκλου,
είμαι η συντέλεια μιας παρακμής που για λίγο
εντείνεται
Και πληγώνει το φιλέρημο άστρο.
Αχνά στην μνήμη λουλουδιών φαντασμαγορίες
δυνητικές, κρότοι που αναστατώνουν
τον ύπνο, ιερές μορφές
μέσα στο δάσος που η νύχτα το ελεεί
με ξαφνική λιανή βροχούλα.
Αφήνω τον ψίθυρο της ψυχής σου να φτάσει
στο κατώφλι μου.
Αφήνω το φως να στεγνώνει
την αντιπαράθεση των σκιών.
Ζω αναζητώντας την διττή έκλαμψη
του Καλού του Κακού και του σκότους
που προηγείται όταν οι λέξεις διασαφηνίζουν
την νίκη, πάνω σε όλα, του Νου.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το μπλογκ του Στρατή Παρέλη στο http://stratisparelis.blogspot.com

Νεκταρία Μαραγιάννη, Παγωνιά

348202568612460_704003832_n

Έφυγαν…
Μητέρα, στα πόδια Σου εναποθέτω τα αντισώματα που πρόσφερες
στα πονεμένα χέρια μου…
Έφυγε Το Φεγγάρι,
Ουρανέ, άνοιξε την αγκαλιά Σου,
λύτρωσέ με από την αμαρτία μου: αγάπησα!

Δροσίζομαι με την αλμύρα
μιας ανέφικτης θάλασσας, μιας ανέφικτης ζωής…
…ένας ήλιος καίει με τις ακτίνες του δυο σκιουράκια
που περπατούν,
ταξιδεύει πάνω από θάλασσες, από ανθρώπους,
αναζωπηρώνει τους ξεχασμένους ανέμους
κι αυτοί μπερδεύουν τα φύλλα στα πόδια των περαστικών…
Κλεφτές ματιές, άγριες ματιές, λιγόψυχες ματιές
σε ό,τι αναζωπυρώνει τις λησμονημένες ιστορίες αγάπης…
Δεν είναι άνθρωποι αυτοί!
…μια πολυκατοικημένη τσιμεντούπολη της Μέγα αναλγησίας
ενός τσίρκου…

Ένας ήλιος ματώνει, ο ΄Ηλιος ματώνει τους γαλαξίες,
πεθαίνουν τα φεγγάρια,
πεθαίνει Το Φεγγάρι…
Έμεινα μόνη, πνίγηκε το “κλουβί χωρητικότητας δυο ψυχών”,
πνίγηκε από την αλμύρα της ζωής,
πνίγηκε από την αγάπη που χαράζουν οι δείκτες της καρδιάς μου,
από την αγάπη που χάραξα πάνω στα λευκά πέταλα των ρόδων…
Ο Ήλιος μου έγινε βροχή…
Στους δυο καθρέφτες, ο ματωμένος έσπασε,
πέθαναν δυο καρδιές…
Ο άλλος;

Νέττα

Στέφανος Ροζάνης, Τρία ποιήματα

_medication___by_42k

Ανάγραμμα

Το ανάγραμμά μου μπορεί να είναι το ψευδώνυμο
της αγάπης σου.

Αυτό δεν θα είχε σημασία παρά μόνο αν οι λέξεις έπαιρναν
το σχήμα σου κάθε φορά πού μ’ άκουγες να σε φωνάζω από
μακριά κι εσύ ανταποκρινόσουν μ’ ένα «δεν ξέρω» πού μέσα
του έκρυβε τον θάνατο αυτών που γνωρίσαμε.

Αγέλαστοι και με κομμένη την ανάσα νοσταλγούμε το γέλιο,
απλώνουμε τα χέρια μας σ’ ό,τι δεν υπάρχει,
στις σκοτεινές αναταράξεις που μας άφησαν άφωνους
και απορούμε αν όσα ακούσαμε ήταν φωνή ή των ήχων
μια απρόσμενη σύγχυση.

Ξεραμένα δέντρα που κάποτε τα απειλούσε ό άνεμος,
άηχες κραυγές αϋτοδάπανες, ανερμάτιστα βλέμματα
έρμαια των ονείρων.

Ο άνεμος δεν θα περάσει, δεν θα μας βρει,
κι αν μείναμε μόνοι είναι γιατί ζητήσαμε
το άλλο μας όνομα.

Αν με καλέσεις δεν θα ξέρω πια ποιος είμαι.

Επίλογος

Αν ήταν να πάρεις την ψυχή μου θα ήσουν άγγελος
Μα ξέχασες πως των αγγέλων οι δρόμοι διασχίζουν
τη νύχτα σαν αστραπή
Βγαίνουν στο φως
Γίνονται ένα με της αυγής τα μονοπάτια
Κι υστέρα μας απειλούν όχι με το σκοτάδι
Αλλά με την αιθρία ενός θανάτου που μας χαρίζεται

Ώρες

Ώρες που περίμενα ν’ αδειάσει το σπίτι
Μ’ ένα ραβδί παραπλανημένου μάγου
Να γίνει ενδιαίτημα ονείρων
Και χώρος ακατοίκητος
Απ’ τις σκιές που ρίχνουν τα πράγματα στους τοίχους
Απ’ τις φωνές πού ανασύρουν τα πεπραγμένα της ημέρας
Από τις προσδοκίες εγκλεισμού όσων έδιάβηκαν το κατώφλι

Ώρες πού διέσυραν τη μνήμη
Που απειλητικά την έσυραν εκεί πού εξαντλείται όπως κάτι
χιλιοειπωμένο
Όπως η οικειότητα ανάμεσα σε παλιούς εραστές

Ώρες που έβλεπα το πρόσωπο σου σ’ έναν καθρέφτη

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτο”, Εκδόσεις “Έρασμος”, 2004.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Τρία ποιήματα

000028

1956

Λάμπουν ακόμα τα λόγια σου
κάθε μέρα πιο καινούργια και πιο μακρινά
λάμπουν ακόμα τα γυμνά σου γόνατα:
μοναδικό μου καταφύγιο
προτού με δυναμώσει η δυστυχία.

Το ημερολόγιο βέβαια
φέρνει τον Αύγουστο κάθε χρόνο ταχτικά
όμως ο μήνας ο δικός μας δεν θα ξαναρθεί
ποτέ δεν θα επιστρέψει ούτε μια μέρα καθαρή
ούτε μια νύχτα

Ούτε μια νύχτα σαν κι αυτές πού φτιάξαμε μαζί.

οδός Σοφοκλέους, 1959

Δεν έχω τίποτα γι’ αυτήν εδώ τη γυναίκα
ούτε λύπη, ούτε κατανόηση, ούτε φωτιά για το τσιγάρο της
– άλλος ανάβει ελπίδες άλλος δυναμίτες
εγώ
δεν ξέρω να παρηγορώ
δεν έχω ελπίδα
δεν έχω φράγκο κύριοι και κυρίες
κι αυτή η γυναίκα θα πεθάνει αύριο
μες στη γλυκειά τουριστική σας πολιτεία.

«ανία»

Άλλοι πεθαίνουνε στ’ αλήθεια
με τσακισμένα χέρια γόνατα συνθήματα
με την απελπισία μπηγμένη στην καρδιά τους μέχρι τη λαβή
δεν γονατίζουν ούτε πόντο τη ζωή τους
πεθαίνοντας δαγκώνουνε το θάνατο στο λαρύγγι —

κι εσύ
ξαπλωμένος στο γρασίδι
με την ωραία λιακάδα στα μαλλιά σου
παίζεις το κρυφτούλι με τη λύπη!

*Από τη συλλογή «Στοιχεία Βιογραφίας» (1962) που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Ραγισμένο Ταμπούρλο», εκδ. Ύψιλον, Νοέμβρης 2006, σελ. 35-37. Ζητώ συγνώμη για τη μη διατήρηση -λόγω τεχνικού προβλήματος- του πολυτονικού συστήματος στο πρωτότυπο.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύεται από το http://diffusedlight.blogspot.com

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Δύο ποιήματα

fishfir11

Αντί προλόγου

Λίγα απόμειναν ταξίδια να γυρίσω
σε πολιτείες ξένοιαστα απατηλές
σε δρόμους και πλακόστρωτα
με μιας να οδοιπορήσω
ατέρμονες στο νου ανηφοριές
λίγα απόμειναν ταξίδια μου στη μνήμη
ονείρου αλαλάζουσες φωνές
ποιος άραγε να δει και ποιος να κρίνει

Λίγα τα βήματα που χάραξα στην άμμο
σταγόνες του κορμιού μου ερημιάς
στο φύσημα του ανέμου πώς τα χάνω
κι ας είναι τα στιχάκια μου στο μήκος
δάκτυλα μιας πιθαμής
ίσως με αυτά κάποτε ίσως
φύγει το βάρος μιας σιωπής.

Ηράκλειο

Σαν το κλειστό προαύλιο
σαν τον αχό που καρτερεί
το αλάλαγμα του πόνου

το θάρρος σου
Ηράκλειο ζητώ
όμως το άδικο
θα ‘ναι να με ζητήσεις

Όμως για σένα Ηράκλειο
ελπίδα μου και αύριο
για μένα που σημαίνεις
τα ακροτελεύτια δάκρυα κεντήματα
θα βρω
κρυμμένα που τα έχεις

τα πάθη σου Ηράκελιο
μετρώ
όμως το άδικο
θα ‘ναι να με μετρήσεις