Antonia Pozzi, Δον Κιχώτης

dilima+copy

Ι

Πάνω από την πόλη
ξαφνικές σιωπές.

Περνάς
με ένα αόριστο χαμόγελο
τα σύνορα:
γνωρίζεις τ’ αγκάθια όλων των φραγμάτων.

Και προχωράς
πέρα από τις ζεστές ανάσες των ανθρώπων,
τον ύπνο μετά τον έρωτα,
τη λύπη και την αιχμαλωσία.

Πάνω στην πέτρα που είναι γαλάζια
όπως τα στεφάνια του λιναριού,
ελεύθερα
τραγουδάς τρέχοντας:

αλλά κλείνεις τα μάτια
εάν βαθιά στον ουρανό
τα φτερά των μύλων
κουρελιάζονται
στον άνεμο.

ΙΙ

Αδύναμες
από τη γυμνή γη
φτάνουν σε σένα
φοβισμένες κραυγές:
ενώ η μεγάλη φτερούγα
που στριφογυρνά
προλογίζει
τη σταύρωσή σου.

Λώρενς Φερλινγκέττι, Εκεί πέρα στο Σέντραλ Παρκ

toilet_feet

Ναι
και στεκόμαστε εκεί πέρα
στο Σέντραλ Παρκ
ρίχνοντας δεκάρες στις λιμνούλες
και ένας αρλεκίνος
έφτασε γυμνός
ανάμεσα
στις παραμάνες
και τις έπιασε να ξύνουν τις μύτες τους
ενώ θα έπρεπε
να χορεύουν.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Νυχτερινές προσδοκίες

164622_425629857510386_745235429_n

Τις νύχτες επιδιώκω
να πετάξω σ’ αναπολήσεις
σ’ εκείνο το πεύκο
που χάθηκε ένα πρωί
στην αυλή της εγκατάλειψης

να γίνω αέρας
σε έρημους νυχτερινές
δρόμους αγρύπνιας

τις νύχτες αυτές επιδιώκω
να βαφτιστώ με ονόματα
που μ’ αρέσουν

να υποδυθώ ρόλους
που ήθελα από παλιά

να ισορροπήσω στον κοφτερό
τεθλασμένο ιστό της ζήσης μου

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Μέλλουσα ζωή

agnwsto

Τον έμαθαν να περιμένει
κι αυτός πάντα του να θυμάται πως περίμενε.
Μικρός περίμενε να γίνει μεγάλος.
Μεγάλος περίμενε να βρει δουλειά.
Μετά να φτιάξει οικογένεια
κι αργότερα που πέσαν δυσκολίες
περίμενε να φτιάξουν τα πράγματα,
έτσι που οι στιγμές του χάθηκαν περιμένοντας,
σα να μην υπήρξε ποτέ γι’ αυτόν παρόν
κι όλα ρευστά νά τρέχαν προς το μέλλον,
γιατί και τούτη η ζωή, έτσι κι αλλιώς,
για κάποιους είναι μέλλουσα.

Δήμος Βιλαέτης, Δύο ποιήματα

9203_503368563029138_1483655090_n

Η Υπόδειξη

Απλωθείτε
στο μνήμα σας
παρελθόν,
ο ουρανός
είναι στο μέγεθος σας.

Η Παρανόηση

Καθώς έδειξα σ’ ένα σημείο
τους ανδριάντες
που δεν στηθήκανε,
όλοι υποθέσανε
πως: μίλαγα για κείνο,
ενώ εγώ έλεγα για σας
που έτσι
αισχρά αγνοηθήκατε.

*Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985.

Ελένη Καρασαββίδου, Ο Άβελ και ο Ίκαρος

images

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Όπως έχουμε παρατηρήσει και άλλοτε, αρκετοί ποιητές, όταν νιώθουν ότι φτάνουν στο τέλος ενός κύκλου έργων τους, συνηθίζουν να εκδίδουν τα πονήματά τους σε ένα τόμο των μέχρι τότε απάντων τους. Με αυτόν τον τρόπο, είτε τονίζουν ότι ένας κύκλος ποιητικών συλλογών τελείωσε και θα αρχίσει ένας καινούργιος, είτε έχουν εξαντλήσει τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές τους και χρησιμοποιούν τον παραπάνω τρόπο ως μια προσπάθεια επανέκδοσης. Η συλλογική έκδοση των έργων ενός ποιητή βοηθάει και τον αναγνώστη να βρει παλιές εξαντλημένες ποιητικές συλλογές και να δει την εξέλιξη του ποιητή από τις πρώτες ποιητικές του προσπάθειες μέχρι σήμερα.

Τέτοιες σκέψεις μας έρχονται στο νου διαβάζοντας το βιβλίο της Ελένης Καρασαββίδου: «Ο Άβελ και ο Ίκαρος». Πρόκειται για μια συλλογική έκδοση όλου του έργου της ποιήτριας από το 1997 μέχρι το 2011. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: «Κλεψύδρα», «Κτόνια αύτο» και «Ο Άβελ και ο Ίκαρος». Μελετώντας και τα τρία μέρη, παρατηρούμε την εξέλιξη της ποιήτριας, που από την προσπάθεια συμβολικών απεικονίσεων κυρίως επηρεασμένων από την ποίηση του Σεφέρη, καταλήγει σε ένα δικό της στυλ, σύγχρονο, κομψό και λιτό. «Για να βρεις τον εαυτό σου / πρέπει να τον ξεπεράσεις», γράφει στο προλογικό της ποίημα η Ελένη Καρασαββίδου και διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η ποιήτρια, όσο περνάει ο καιρός, ξεπερνάει τον εαυτό της.

Υπάρχουν στιγμές, όπου η Ελένη Καρασαββίδου, στο βιβλίο «Ο Άβελ και ο Ίκαρος», μας δίνει τη δική της συγκινητική εικόνα για όσα αφήνουμε πίσω μας, όταν μετακομίζουμε σε ένα καινούργιο σπίτι: «Θα βγάλετε πρώτα τα πράγματα / τα πιο ελαφριά από δω μέσα, / τα βαριά αφήστε τα για το τέλος», είπε. / Τα σπίτια ν’ αλαφρώνουνε σιγά – σιγά / μη γίνουνε μπαλόνια που δεν πέρασαν / από τα μάτια ούτε ενός παιδιού / και – για πάντα – χαθούνε. / «Ναι… Τα πιο βαριά όσο το δυνατόν / πιο μετά. / Τις αναμνήσεις αφήστε τες για το Τέλος».

Στο ποιητικό αυτό πόνημα της Ελένης Καρασαββίδου, βρίσκουμε σκορπισμένα μικρά – μικρά διαμαντάκια, που ξαφνιάζουν με το λιτό τους παρουσιαστικό και το έξυπνο και πολλές φορές πρωτότυπο νόημά τους: «Βαθιά φιλοσοφημένο το τσιγάρο. / Με τη σεμνότητα όσων δεν ξέρουν. Γιατί Γνωρίζουν. / Με μια πράξη σιωπηλή περιγράφει το μέλλον. / Τρέπεται σε στάχτη.» Και αλλού: «Το βιβλίο δεν το γράφεις για τον αναγνώστη. / Το βιβλίο το γράφεις με τον Αναγνώστη».

Σε άλλα ποιήματα, του βιβλίου της Ελένης Καρασαββίδου «Ο Άβελ και ο Ίκαρος», υπάρχουν αποσπάσματα, που εμπεριέχουν βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό, δίχως να χάνουν τον εσωτερικό ρυθμό, που απαιτεί το ποίημα: «Καλύτερα να υπάρχεις / και να μην φαίνεσαι / παρά να φαίνεσαι / και να μην υπάρχεις.» Και αλλού: «Δεν μπορούμε να κρατήσουμε της ζωής το πάθος / αν χάσουμε τις αυταπάτες».

Ένα άλλο γνώρισμα της Ελένης Καρασαββίδου είναι ότι συνηθίζει να παίζει με τις λέξεις, φτιάχνοντας ωραίους συνειρμούς: «Έχουν πολύ σιωπή οι λέξεις μου / και πολλές λέξεις η σιωπή μου».

Θα μπορούσαν να γραφτούν σελίδες επί σελίδων για την ποίηση της Ελένης Καρασαββίδου στο βιβλίο «Ο Άβελ και ο Ίκαρος», όμως, θα αρκεστούμε στα παραπάνω, προσθέτοντας μόνο ένα μικρό ποίημα, που μας υπενθυμίζει ότι καλός ποιητής δεν είναι εκείνος, που γράφει με σκοπό τον εύκολο εντυπωσιασμό, αλλά εκείνος, που νιώθοντας μέσα του την εσωτερική τάση για δημιουργία, παλεύει το στίχο και για να θυμηθούμε λίγο και το Σολωμό: «Με καιρό και κόπο» γράφει το ποίημα: «Γραφιάδες τερπνοί κι ηδονικοί… ξεχνάτε. / Η Λέξη βγαίνει απ’ το ποιείν / και όχι από το γράφειν».

Νίκος Νινολάκης – Την ώρα των εσπερινών

26404229_320598268047530

Την ώρα των εσπερινών που γέρνει
Ο μέγας Ήλιος
Ήρθε ελαφρύς κι αθόρυβος
Του κόσμου τ’ άλλου ο ίσκιος.


*Αναδημοσίευση από το http://logocafe.blogspot.com.au/2012/12/blog-post_22.html
**Ο Νίκος Νινολάκης γεννήθηκε στη Χρυσοπηγή Κρήτης το 1923. Το 1956 μετανάστευσε στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Έγραψε ποιήματα, από τα οποία πολλά μελοποιήθηκαν. Το “Beyond Mullamein” του επίσης πρόωρα χαμένου συνθέτη και μουσικού της ελληνικής παροικίας της Μελβούρνης Κώστα Τσικαδέρη (εδώ στο http://www.youtube.com/watch?v=FB3SIisqrL4) είναι επηρεασμός από την ποίηση του Ν.Νινολάκη. Συνδυάζονται εδώ λαϊκά μουσικά όργανα όπως το μπουζούκι, με παραδοσιακά όργανα των ιθαγενών της Αυστραλίας, όπως το ντιντζεριντού. Ο Νίκος Νινολάκης πέθανε στη Μελβούρνη το 1982.

Loula S. Rodopoulos, Epistrophe: The Return (Εις μνήμην / In Memoriam)

sc

charred tomb parked outside police station
blackened mudguard shattered tinted windscreen
hang over cliff’s edge opposite soccer stadium wall
farewell seascape of his youth
parents died without seeing their émigré son again
he served rich diners in New York saw the twin towers fall
dreamed of retirement reunited with siblings
and friends in village of his birth
at last aged pension savings farewells return
a renewed life marred with bitterness
social misunderstandings petty jealousies
inheritance squabbles preceded the final insult
onslaught of malignancy contradictory medical opinions
bereft of therapeutic options cared for by strangers
Will witnessed by friend from childhood
Look what I’ve become! Is this how man ends! he’d said
dared not reveal his plan inquisitive townsfolk
stop and stare at skeleton of his car
death notices pinned on Church hoardings
rumours abound He must have had problems. They decide

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το Transnational Literature Vol. 4 no. 1, November 2011.
**Για τον πρόσφατο χαμό της ποιήτριας διαβάστε εδώ http://diasporic.org/
**Βιογραφικό σημείωμα εδώ http://diasporic.org/author/rodopoulos/

Βύρων Λεοντάρης, Αγριομυρίκη εν τη ερήμω…

Λεοντάρης

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
επικατάρατος εν γη αλμυρά…
Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

στους πέντε δρόμους δίχως να ’χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ

σε σώπασα μέσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα ’χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη. . . δίχως αποδείξεις…
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν

Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει τή ζωή…
Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’ αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης

*Από την ποιητική συλλογή “Εν γη αλμυρά”. 1996.

Νίκος Καρούζος, Ποιήματα για το Ναύπλιο

1-cebccf80cebbcebfceba

ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΑΝΑΠΛΙ

Φίλε ρωτώ αν έχεις άλλοτε δει τ’ Ανάπλι.
Όλη νύχτα μπορείς ν’ ανεβαίνεις
τις σκάλες των ενετών
με αναπλιώτισσες απέλπιδες εκεί ψηλά
στα ζωγραφικά μπαλκόνια των ψαράδων
να βλέπεις του φεγγαριού
το μονοπάτι της αγάπης από σμάλτο
στην ακούσια θάλασσα νυχτερινή.
Αλλά πρέπει να μείνεις εδώ κάτω ξένος
μακρινός
ξένος και λέω να δυναμώσεις το ραδιόφωνο που κρατάς
κι αν όχι
να φύγουμε
πάλι στην εμπορική φωταψία των δρόμων.
Υπάρχει κι άλλο φεγγάρι
μπηγμένο σε μια στέγη και τη λιώνει.
Μείνε ξένος —
αν πιέσω το κουμπί της μνήμης μου
ο τρόμος θα με ανατινάξει.
Εδώ είναι η αποθήκη του ξένου στόλου
οι ενετοί μας κοιτάζουν απ’ τον αναπλιώτικο ουρανό
με θυμούνται φυλακισμένο στην αποθήκη
σήμερα μουσείο
τα χρόνια για την ελευθερία πρόχειρη φυλακή
με θυμούνται.
Άνθος του κινδύνου αριστερά στο στήθος
κι ο θάνατος
μοίρα των παλικαριών φίλων μου που χάθηκαν.
Γιάννη Άγγελε Μιχάλη ψηλά πολύ ψηλά…
«Ακούσατε αγαπημένα σας
τραγούδια» λέει το ραδιόφωνο στο χέρι του ξένου
και σεις
Γιάννη Άγγελε Μιχάλη τόσο ψηλά πολύ ψηλά.

* «Θανάσιμο Άνάπλι» στο Τα ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1993

ΤΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Χαραγμένο στο νεκροταφείο τ’ Αναπλιοΰ
(ειρμός αγγελικού πολύαστρου μέλαν πτηνό)
Ο τάφος έχει μάρμαρον αιχμάλωτες οι λέξεις απ’ το έαρ…
Όποιες να λησμονήσεις
διαβάτη και θαλασσινέ
η ωραία κόρη βγαίνει από μέσα:
Τύμβε καλέ ειπέ μοι
τις εν σοι κείται — έρωτας ξένε.
Κεφαλή Ευανθίας
ετών είκοσι δύο
κοιμηθείσα ύπνον οφειλόμενον.
Θύγατερ χαίρε.

* «Το επίγραμμα» στο Τα ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1993

ΛΕΩΝΙΔΑΣ – ΤΟΜΠΡΑΚ ΤΑΜΠΙΑ

Η Ασίνη
η Τροία
να η ζωή
γλυκύτατη
ακούγεται απ’ τα δέντρα με βλαστήμιες.
Ολούθε ο φόνος λαμποκοπά και χαίρει
στα ήρεμα φύλλα γίνεται φθινόπωρο
μεταμορφώνεται σε όργανο αιχμηρό.
Πανταχού ο θεός με τους θαμπούς εσπερινούς
αυτά τα γραΐδια του Παράδεισου
που πηγαίνουν στην εκκλησία συλλογισμένα και
τον ήχο της καμπάνας ακολουθώντας.
Ο που σταυροκοπήθηκε για μια στιγμή
δε χάθηκε στον αιώνα.
Τρέχει παντού ο θεός
από χέρια ορθόδοξα στον τοίχο γραμμένος
νέος παιδίον Αττική
σταυρός
υπεράνω των ασιναίων υψωμάτων ή μοίρα μου
τα’ Άνάπλι.

* Στην Ασίνη οι πορτοκαλιές

ΣΤ’ ΑΝΑΠΛΙ ΧΑΙΡΟΜΑΙ

Μια φορά μεγάλωσα μια και η πατρίδα
με περιπάτους ορθρινούς
χειμώνες καλοκαίρια ο δομέστικος του ονείρου
σ’ ένα μεγάλο στεναγμό του Ιησού πριν απ’ το Πάσχα
στα σύνθετα μάτια της μύγας βλέποντας
όλη τη μακρινή ουσία
μέσ’ στους ωραίους αετούς της άμωμης ηλικίας
ευλογημένος με καθαρά ποδήματα
στη μυθική χαρά της μητρικής θρησκείας
και πάντα η μικρή ζωή της μύγας ανοιγότανε
στον αέρα της ψυχής μου.

Λατίνι στο πλατύ λουλάκι σ’ έχω θύμηση
χρωματισμένο με φλούδες από πεύκα
ψηλά που ονειρεύτηκα χιλιάδες άνθη
πλάι στο εικονοστάσι μ’ ένα δρομικό καντήλι
να καίει παραμύθια σε φλόγα μικρή κι αθώα
το πήλινο θυμίαμα
κι όρθιο το σκονισμένο μπουκάλι για το λάδι.
Ώρες από μέθη στην αιθρία πρωινή
Κ’ ύστερα νύχτα, νύχτα
η θάλασσα σπιθίζει έξω απ’ τα’ ανθρώπινα
μέσ’ στην πανσέληνη ευτυχία οι βράχοι
κ’ ένα πουλί μοναχικό με λούζει.
Λειμώνες ονείρων η ωραιότητα θάλλει
ο λυχνοστάτης ήλιος κ’ οι μελισσοκόμοι τ’ ουρανού
δουλεύουν τη λάμψη χρόνια και χρόνια.
Η φαντασία πλαταίνει στα πολύφυλλα νερά
και τραγουδώ τη θάλασσα που φεύγει απ’ το στήθος.
Ένας αέρας αγκαλιάζει τα δέντρα υγιής
με πρόσχαρους κυματισμούς κ’ ένας αέρας
δέρνει την ψυχή μου
σαν το μεγάλο θάνατο της φλόγας.

Ολημερίς χαρίζω δηλητήρια στο σώμα
κι ο ύπνος έγινε
για μένα η πρώτη ευτυχία.

* «Στ’ Ανάπλι χαίρομαι» στο Τα ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1993

ΑΠ’ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΣΤ’ ΑΝΑΠΛΙ

Χειμωνικά μου χρώματα οι αποθήκες το μικρό τρένο
με ουράνιους καπνούς
χρωματιστά παιδιά κορδέλες
οι έλληνες με βάσανα και δάφνες
και ο θεός μας τόσο πατρικός υάκινθε.
Ανάληψη ζωαρχική
μικρό τρένο με τους ουράνιους καπνούς.

* «Απ’ τον κήπο στ’ Ανάπλι» στο Τα ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1993

# Τα ποιήματα αυτά του Νίκου Καρούζου περιλαμβάνονται στον τόμο «Ναύπλιο», της σειράς «Μια Πόλη στη Λογοτεχνία», σε γενική επιμέλεια Θοδωρή Γκόνη, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2004.