Γιάννης Σκαρίμπας, Το θείο τραγί (απόσπασμα)

ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ-ΤΟ-ΘΕΙΟ-ΤΡΑΓΙ

΄Ενας αερας φυσούσε κείνη τη νύχτα.
Η δημοσά φειδοσέρνονταν ατέλειωτη
-σαν μια αιωνιότη-στο κάμπο.
Εβούϊζαν οι καλαμιές κρύο έκανε.

Κι αυτός προχωρούσε.

Ήταν παραδομένος στο δρόμο του, σαν ο στραβός στο αιώνιο σκοτάδι
επήγαινε -όλο πήγαινε- σαν μια ψυχη μεσ’ στην ερημία του χρόνου.

Τον είχαν παρεξηγήσει οι άνθρωποι
η σκόνη τον είχε κάνει κατάσπρο κι ο δρόμος
-αχ θέε μου- ο δρόμος ποτέ δε θα τέλειωνε.

Δεν αιστανόταν τίποτε μήτε χαρά μήτε λύπη
αδιάφορος ήτανε κι ήσυχος γιατί:
μήπως δεν ήτανε η δημιουργία στη θέση της;
ή μην είχε αντίρηση για το νόμο της έλξης;
η σιωπή τον εγνώριζε, οι νύχτες το ξέραν
ήταν της ερημιάς το λουλούδι.

Ο κόσμος αργά τα πράγματα αφημένα στο πάει τους
να δημιουργούνται οι ορίζοντες
να γεννιέται ο χρόνος
οι τόποι, οι εποχές να πηγαίνουνε.
Ξέρετε πώς περπατάνε στη γη;
να, πηγαίνουν τίποτ’ άλλο
πηγαίνουν σε προϋπαντάν τα όρια
σε ακολουθάνε οι δρόμοι κι οι πολιτείες
-οι πολιτείες- σου τραγουδάνε βαθιά.
Έχει ένα χτύπο το χάος
έχει ένα σφυγμό το κενό
και μόνο οι ώρες σωπαίνουν
και μόνο οι καιροί δε μιλούν.
Η αιωνιότη σε κοιτάζει και σκέφτεται
τα πλάτη, οι απόστασες,
είναι αφιρωμένα στο βάδη σου
αναθυμιάζει μ’ ευλάβεια
κάτω απ’ το βήμα σου η γη.

Έτσι πάνε όλο ίσα και ντρίτα
ακρη-άκρη στις σιδεροτροχιες, στα ποτάμια
άκρη-άκρη στους ωραίους γιαλούς
πάντα δημοσά κι όλο κάμπο
δεν ανεβοκατεβαίνουν οι δρόμοι,
δεν παν οι στράτες λοξά
για σένα δεξά ή ζερβά να διαβαίνουν τα όρη,
να εξελίσονται οι θάλασσες
ή καμπύλη, ή ευθεία κι ο κόσμος αργά
η αιωνιότη πιστώνει.
Η φυγόκεντρη δύναμη ας είναι ένα παραμύθι των κύκλων
και μόνο μια γραμμή κατακορυφη να ‘σαι συ στις στροφές
έτσι
όπως πάνε οι δρόμοι μοναχοί τους
όπως στέκουν τα βράχια.

Κι αυτός προχωρούσε.

*Το θείο τραγί, Αθήνα 1938.

Μυρτιώτισσα, Σ’ αγαπώ

31

Σ΄αγαπώ. δεν μπορώ
Τίποτ’ αλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρός στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου.

Ω! Μελίσσι μου! πιές
Απ’ αυτόν τις γλυκιές,
Τις αγνές εύωδιές
Της ψυχής μου!

Τα δυό χέρια μου, να!
Στα προςφέρω δετά
Για να γύρης γλυκά
Το κεφάλι

Κι η καρδιά μου σκιρτά,
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνη ως αυτά
Προσκεφάλι!

Και για στρώμα, καλέ,
Πάρε όλην εμέ,
Σβήσ’ τη φλόγα σε με
Της φωτιάς σου,

Ενώ δίπλα σου εγώ
Τη ζωή θ’αγρικώ
Να κυλάη στο ρυθμό
Της καρδιάς σου…

Σ’αγαπώ. τι μπορώ,
Ακριβέ, να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό,
Πιο μεγάλο;

Άννα Νιαράκη, Το στοίχημα

images

Ο καιρός κολλάει πάνω μου
κάθε μέρα ο ιδρώτας μου
παντρεύεται την υγρασία.
Αλλάζω δέρματα μέχρι να βρω
εκείνο, που η αφή σου κάνει
να μοιάζει δέρμα μου.
Δεν είναι εύκολο πράγμα
να ξεγελάς το χρόνο.
Να ζεις με συρραφές στιγμών.
Όμως το ξέραμε καλά κι οι δυό
όταν σταθήκαμε γυμνοί
μπρος στην απιθανότητα.
Είχαμε φροντίσει από πριν
να βάλουμε κάτι μαύρο,
πένθος συμβολικό
για ένα στοίχημα
που ακόμα παίζεται.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ανεπαίσθητες άρπες

522374_3747565287002_1212408990_4050976_1907867411_n

Βγάζουμε στα πλακόστρωτα
την πλήξη μας
ανταριασμένοι και χωρίς
να κλείνουμε την πόρτα
τα παραθυρόφυλλα της ζήσης μας
φουνταρισμένα πλοιάρια
σε πέρατα αραχνιασμένα

…να δω πότε θα κουρντίσουμε
τις ανεπαίσθητες άρπες της ζωής μας
σε ρυθμούς μαγικούς κι ελεύθερους
μέχρι που να μας καλύψει το ηλιόχρωμα…

Μαρία Σερβάκη-Blackstone, Αποσπάσματα

389857_2506234786533_1572952795_32434742_1644350441_n

Βρείτε μου έναν ουρανό που να φυλάει αστραπές
κι ευθύς θα τρέξω να τον μεταποιήσω σε καταιγίδα.

*Από το ποίημα “επιβάλλεται να ‘ναι της Όλγας” που περιέχεται στην πρώτη και άγνωστη ποιητική συλλογή της “Περιπέτεια” (1956).

Όμως γιατί οι ερωτευμένοι
κάθε φορά να κρύβονται στην άνοιξη
χωρίς απαντοχή χειμώνα
χωρίς νεκρά του φθινοπώρου φύλλα για στεφάνι
όμως γιατί οι ερωτευμένοι κάθε φορά
να ζουν εξόριστοι στην ίδια εποχή τους

*Από τη συλλογή “Ο άλλος κήπος”

Νίκος Καρούζος, Σπαράγματα

images

1
ΜΟΝΑΞΙΑ ΧΡΕΩΜΕΝΗ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ

Η νύχτα θερίζει με χρωματιστό δρεπάνι
τους ακίνητους ανέμους της ψυχής
ώρα μικρή
μες στην κόλαση φωταγωγημένη.

2
στόχοι οι στίχοι
με τα τεράστια ελληνικά μου
χαυλιόδοντες αθανασίας

3
ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ ΑΚΟΜΗ ΣΤΗ ΖΩΗ

Ο θάνατος ολάνοιχτος που ίσως
κι από μένα μέλλει να δεχτεί
το κομψότερο δέρμα.

4
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΟΥ

Γεροντόβραχος
αναμένω τη νέα μου αποτυχία
αιέυπνος
στην Αγια-Φωτιά του Ηράκλειτου

παραστέκεται στο πλευρό του
η πρεσβυτέρα γκιαούρα
ψηφιδωτό φωνηέντων και ρω

μακρόσυρτη μοναξιά νιώθοντας
ο Άχραντος Χοιρινός
ετοιμάζοντας την αμφι-απουσία μου
στο έναστρο όνειδος του Σύμπαντος

Continue reading →

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ταραγμένες ώρες

George Grosz, The Painter of the Hole I, 1948

George Grosz, The Painter of the Hole I, 1948

Στις ταραγμένες τούτες ώρες
το κακό μας ξαναβρήκε
όπως δυό μακρινοί εχθροί
που συναντιούνται μετά από χρόνια

Φρανσουά Βιγιόν Ένας Καταραμένος Ποιητής…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο πρώτος “καταραμένος ποιητής” της ιστορίας, o πιο διάσημος και σημαντικός ποιητής του Μεσαίωνα, γεννήθηκε στο Παρίσι το 1431 ως Francois de Montcorbier ή des Loges από πολύ φτωχούς γονείς. Σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και την ανατροφή του ανέλαβε ο ιερέας Guillaume de Villon, ένας άνθρωπος αγαθός και με πολύ ψηλή μόρφωση.

Από τον προστάτη του, που ‘τρεφε απέραντην αγάπη κι αφοσίωση, δανείστηκε το επώνυμο του. Στα 12, γράφεται στο Πανεπιστήμιο και το 1452 παίρνει πτυχίο ως Δάσκαλος Των Τεχνών. Έχοντας το δικαίωμα να εισαχθεί σ’ οποιαδήποτε ανώτερη πανεπιστημιακή σχολή, επιλέγει τη νομική, αλλά πολύ γρήγορα περνά στην όχθη της παρανομίας. Τα κεφάλαια της άσωτης ζωής του περιελάμβαναν κλοπές, ληστείες, προστασία γυναικών, φόνους και παρέα του ήταν τα “εκλεκτά” μέλη του παρισινού υποκόσμου.

Continue reading →

Πάμπλο Νερούδα, Μοναξιά

45531_591394607541109_1982883333_n

Αυτό που δεν έγινε στάθηκε τόσο ξαφνικό
που με καθήλωσε εδώ για πάντα,
δίχως να ξέρω χωρίς να μάθουν την παρουσία μου,
σαν νά ‘μουν κρυμμένος κάτω από πολυθρόνα
ή χαμένος μέσα στη νύχτα:
Τέτοιο υπήρξε αυτό που δεν υπήρξε
κι έτσι με καθήλωσε για πάντα.
Ρώτησα αργότερα τους άλλους,
τις γυναίκες, τους άντρες,
τι έκαναν με τόση βεβαιότητα
και πώς έβλεπαν τη ζωή:
Ακόμα περιμένω την απάντησή τους,
συνέχισαν να ζουν, να χορεύουν.
Είναι αυτό που δε συμβαίνει σ’ έναν
που καθορίζει τη σιωπή,
δε θέλω να συνεχίσω να μιλώ
γιατί έμεινα εδώ περιμένοντας:
Σ’ αυτήν την περιοχή, εκείνη τη μέρα,
δεν ξέρω τί μου συνέβη μα δεν είμαι ο ίδιος.


*Αναδημοσίευση από το http://trenopoiisis.blogspot.com.au/2012/12/pablo-neruda.html

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Βαρκελώνη

9789601700977

II

Το τρένο θα περάσει κι είμαι μόνος πάνω στις γραμμές
τόσα χρόνια παραμίλαγα κι όλοι ακούγανε το παραμιλητό μου
τόσα χρόνια φώναζα εκείνη που αγαπούσα με άλλα ονόματα
φώναζα εκείνη που αγαπούσα και ήταν πεθαμένη
μέσα στους στίχους μου και μέσα στα φιλιά μου πεθαμένη.

Τώρα το τρένο θα περάσει κι είμαι μόνος πάνω στις γραμμές
οι άλλοι πέσανε μπροστά, μπροστά με τις σημαίες
κραδαίνοντας τη ζωντανή ζωή τους καμάρι του θανάτου
καλότυχοι συντροφικοί νεκροί πιασμένοι χέρι χέρι
τραβώντας με τραγούδια τον ανήφορο
που εγώ θα πάρω άοπλος και μόνος.