Πάει ο παλιός ο χρόνος.
Μαζί του ψόφησε κι ο απόκρυφος έρωτάς του
για το σκοτάδι.
Πάει κι ο χαμένος χρόνος
που τον έβρισκε γονατιστό
να πελεκάει τις λέξεις και ν’ αναμένει.
Νιώθει πως έρχεται η αλήθεια να τον δικάσει.
Η ασυνείδητη έκρηξη
της εφηβικής έπαρσης
βυθίζεται στα μπουντρούμια του μυαλού
και ξεψυχάει.
Τώρα δεν ξέρει τι να περιμένει.
Η ποίηση δεν είναι κτήμα της φαντασίας,
ούτε το ονειρικό μονοπάτι της σιωπής.
Η ποίηση είναι το κέλυφος του σαλιγκαριού
που απομένει στα χωράφια
σαν τα κόκαλα της ελπίδας
κι ο ποιητής είναι το χώμα
που πλένει με χώμα το κορμί της.
Καρλ Μαρξ, Ερωτικά ποιήματα
Τα Δυό Αστέρια
Πολύ μακριά
στα βάθη τ’ ουρανού
Ζούνε δυό μικρά
χαριτωμένα άστρα
Που αιώνια απομακρύνονται
το ένα απ’ τ’ άλλο
Κι αιώνια προσπαθούνε
να πλησιάσουν.
Απλώνουν τα φτερά τους
τ’ αραχνοΰφαντα
Για να ‘ρθουνε το ένα
δίπλα στο άλλο
Αλλά και τα δυό τους
φεύγουν προς τα πίσω
κάθε φορά που πρόκειται ν’ αγγίξουν.
Τζένη, γνωρίζεις
Αυτά τ’ αστέρια;
Ή θά πρέπει μήπως
να σου πω στ’ αλήθεια
Ότι δε μας μοιάζουν-
Γιατί είμαστε πάντα μαζί.
Εκεί πέρα
στο άπειρο Σύμπαν
Μέσα από το πόλεμο
των φυσικών στοιχείων
Φτάνει στη καρδιά σου
το ρέμα της αγάπης μου,
Της ανυπομονησίας μου
και της θλίψης.
Σονέτα Για Τη Τζένη
Ι
Πάρε όλα, πάρε όλα τα τραγούδια μου
Που απλώνει ταπεινά ο έρωτας στα πόδια σου,
Όταν η πλούσια μελωδία της Λύρας μου,
Αφήνει την ψυχή ελεύθερα να λάμπει.
Ώ! Ας έβρισκε η ηχώ του τραγουδιού τη δύναμη
Να ξεγελάει την αγωνία με τρυφερές ωδές,
Με πάθος να γεμίζει τον χτύπο του σφυγμού
Έτσι που τέλεια η καρδιά σου να χτυπάει,
Τότε θα γίνω μάρτυρας από μακριά
Του πώς η Νίκη σε φωτίζει πάλι,
Τότε θα πολεμήσω με άλλη δύναμη,
Κι η μουσική μου στο ψηλότερο σημείο θ’ αγγίξει,
Ελεύθερος και μεταμορφωμένος
Θα παίξω τις χορδές του τραγουδιού μου,
Και με γλυκό παράπονο θ’ αφήσω
Τη Λύρα μου να κλάψει.
Τελευταίο Σονέτο Για Τη Τζένη
Απόμεινε ακόμη ένα πράγμα να σου πω
Για να σ’ αποχαιρετήσω μικρό μου παιδί
Τώρα που το τραγούδι μου τελειώνει,
Είναι τα τελευταία κύματα των ασημένιων παλμών
Και της φουσκοθαλασσιάς όπου χαρίζει τη Μουσική της, η ανάσα της Τζένης μου.
Σα χελιδόνι πάνω από γκρεμό
Πέφτει το σούρουπο στους καταρράκτες
Και στ’ απέραντα δάση,
Οι ευκίνητες στιγμές της ζωής συνεχίζουν Βιαστικά να κυλούν ώσπου πάλι να βρούνε Σε σένα τα όρια της απόλυτης τελειότητας.
Θαρραλέα ντυμένες με χιτώνες φωτιάς
Που κυματίζουνε, περήφανες καρδιές εξυψωμένες
Και μεταμορφωμένες απ’ το διάφανο φως,
Ελεύθερες τώρα δεσπόζουν για πάντα,
Κι έτσι εγώ σταθερά θα μπορώ να πατήσω Μέσα στο απέραντο διάστημα, Νικώντας κάθε πόνο στη λάμψη του προσώπου σου Τη στιγμή που τα όνειρα πάλι προβάλλουν Σαν αστραπές γύρω απ’ το Δένδρο της Ζωής.
*Από το βιβλίο Καρλ Μαρξ «Ερωτικά Ποιήματα». Εισαγωγή, μετάφραση Ευγένιος Αρανίτσης. Εκδόσεις ΕΡΑΤΩ, 1982. Αναδημοσίευση από το http://peri-grafis.com/ergo.php?id=366
Μια κριτική του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου στο Βύρωνα Λεοντάρη
Βύρωνα Λεοντάρη: Ψυχοστασία ( Ιανουάριος 1972, Προτάσεις)
Ο Βύρων Λεοντάρης βγαίνει κατ’ ευθείαν μέσα από τα καπνίζοντα ερείπια της δεκαετίας ‘40-‘50. Ανήκει φύσει και θέσει σ’ ένα κύκλο νεώτερων ποιητών που πολώνονται γύρω από δυο σημαντικούς ποιητές κάπως παλιότερους: Τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Μ. Κατσαρό. Στη μεταπολεμική μας ποίηση θα μπορούσε κανείς να διακρίνει σχηματικά δυο μεγάλα ρεύματα.
Το ένα συνεχίζει την Παλμική μεγαληγορία έχοντας επικεφαλής τους Ρίτσο, Λειβαδίτη και τον Ελύτη του “Άξιον Εστί”.
Το άλλο εκπορεύεται μέσα από τον υποτονικό χαρακτήρα του Σεφερικού λόγου και μ’ ενδιάμεσο σταθμό τον Αναγνωστάκη καταλήγει στον Θ. Κωσταβάρα, στον Θωμά Γκόρπα, στον Β. Λεοντάρη και λίγο πιο πέρα στον κύκλο του προ δεκαετίας “λαθρόβιου” περιοδικού “Μαρτυρίες”.
Του δεύτερου αυτού ρεύματος ο τόνος είναι πιο οικείος, πιο ανθρώπινος. Επιδιώκοντας να διαπλάσει ένα αντιηρωικό κλίμα, απομυθοποιεί ορισμένες καταστάσεις με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να διεκδικήσει έναν τόνο μοναδικής γνησιότητας. Η ποίηση αυτή δεν έχει να υμνήσει κατορθώματα και συγκλονιστικές συγκρούσεις.
Γεννήθηκε μετά τη μάχη και δεν ντρέπεται να το ομολογήσει: “Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω – ανίατα μεσοπόλεμος…” ψιθυρίζει πικρά ο Λεοντάρης κι ο στίχος αυτός χαρακτηρίζει το γενικό κλίμα της “Ψυχοστασίας”. Εύκολα λοιπόν μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι εκείνο που είχε ονομαστεί “ποίηση της ήττας” από τον ίδιο τον Β. Λεοντάρη σαν κυριαρχικό ρεύμα μέσα στην ποίηση της δεκαετίας ‘50-‘60 εξακολουθεί να επιβιώνει ανανεωμένο και μετά το 1970.
Υπάρχει ένας στίχος που αυτοχαρακτηρίζει την ποίηση του Β. Λεοντάρη: “Η τέχνη ένας πανικός μπρος στην πραγματικότητα”. Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να πει, μετά από την ανάγνωση της “Ψυχοστασίας”, ότι η τέχνη, έστω και πανικόβλητη, δεν μπορεί να υπάρξει σαν τέχνη: Επιτέλους πριν σκεφτούμε να προχωρήσουμε, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη φοβερή όψη της πραγματικότητας (και τον πανικό μας).
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Διαπίστωση”, τευχ. 4, Μάιος 1972, σελ. 139. Εμείς το αναδημοσιεύουμε από το http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_25.html
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Το πηγάδι
Ζήσαμε σε μιαν άλλη εποχή,
ψιθυρίζοντας στίχους του ουρανού και της θάλασσας.
Καθόμαστε στην πλατεία με τα χαμόσπιτα,
χαζεύοντας τις γελαστές πόρτες,
που ανοιγόκλειναν δειλά.
Τώρα οι τοίχοι έχουν ψηλώσει
κι η πλατεία βάθυνε σιγά-σιγά
λιγοστεύοντας πάνω μας τον ουρανό.
Κάποιος θα μίλαγε για πηγάδι.
– για ένα πηγάδι
ξερό.
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Αποχαιρετισμός
Συναντηθήκαμε αργά το απόγευμα κάπου προς τον παλιό σταθμό.
Φυσούσε από το πρωί κι η θάλασσα ήταν έρημη στα καφενεία
και στα τραμ της αφετηρίας
Κοιτούσα τα χέρια του που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή συγκατάθεση,
τα δικά μου. Μες στο σακίδιο ήταν όλος ο κόσμος του
– πουλόβερ, βιβλία, γράμματα…
Έπρεπε να ‘ρχονταν τα πράγματα αλλιώς, μα το θελήσαμε τάχα
Άχρωμο φως, μια Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα.
Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε.
Θεέ μου, τόση ερημιά
Έβρεχε στην επιστροφή και ο αυτοκινητόδρομος
γέμισε φωτεινά σήματα, πικρά ολομόναχα φώτα
Δείτε και τα παρακάτω links http://www.youtube.com/watch?v=iePeYxDp-Dc και http://www.youtube.com/watch?v=j-lv1FW6LLM
Γκαμπριέλ Θελάγια, Η ποίηση είναι ένα όπλο που γεμίζει το μέλλον
Όταν πια τίποτα το συναρπαστικό δεν περιμένουμε για εμάς
περισσότερο παλλόμαστε και περισσότερο πλησιάζουμε στη συνείδηση
…ζώντας σαν αγρίμια που επιτίθενται στα τυφλά
και σαν σφιγμός που χτυπά μέσα στο σκοτάδι
Όταν κοιτάμε κατά πρόσωπο
τα ιλιγγιώδη καθαρά μάτια του θανάτου
λέμε αλήθειες:
τις βάρβαρες, τις τρομερές, τις ερωτικές ωμότητες
Λέμε τα ποιήματα
που ανοίγουν τα πνευμόνια όλων εκείνων που ασφυκτιούν
που ζητούν να υπάρξουν, που ζητούν τον ρυθμό
που ζητούν μέτρο για όσους νιώθουν την υπερβολή
Με την ταχύτητα του ενστίκτου
με τη φωτεινότητα του θαύματος
σαν μια μαγική βεβαιότητα, η πραγματικότητα μας μεταμορφώνει
στον ίδιο μας τον εαυτό
Ποίηση για τον φτωχό, ποίηση αναγκαία
σαν το ψωμί της κάθε ημέρας
σαν τον αέρα που χρειαζόμαστε 13 φορές τη μέρα
για να είμαστε στο ύψος της ύπαρξής μας
για να δώσουμε την κατάφαση που μας δοξάζει
Καθώς ζούμε με τη γροθιά και ίσα που μας αφήνουν
να πούμε ότι είμαστε αυτοί που είμαστε
τα τραγούδια μας δεν μπορούν να είναι στολίδια χωρίς αμαρτία
Ακουμπάνε στον πάτο του βάθους.
Καταριέμαι την ουδέτερη ποίηση
που περνιέται για πολυτέλεια
Όλων εκείνων που νίπτουν τα χέρια τους, αδιαφορούν και ξεφεύγουν
Καταριέμαι την ποίηση εκείνων που δεν δρουν μέχρι να βρωμίσουν
ως το μεδούλι
Κάνω δικά μου τα λάθη μας και τον πόνο μας, των ανθρώπων,
και τραγουδώ όπως αναπνέω
Τραγουδώ και τραγουδώντας πέρα από τους προσωπικούς μου πόνους,
μεγαλώνω
Θα ήθελα να σας δώσω ζωή και να προκαλέσω καινούριες πράξεις
Νιώθω ένας μηχανικός του σκουληκιού, ένας εργάτης
που δουλεύει μαζί με άλλους
το ατσάλι της Ισπανίας
Τέτοια είναι η ποίησή μου: ποίηση – εργαλείο
ομόφωνο χτύπημα της καρδιάς και τυφλή ταυτόχρονα
Τέτοια είναι, όπλο που γεμίζει με το διάχυτο μέλλον
μέσα από την οποία κοιτώ την καρδιά σου
Δεν είναι ποίηση που σκέπτεται σταλιά τη σταλιά.
Δεν είναι όμορφο προϊόν. Δεν είναι τέλειο φρούτο.
Μοιάζει με τον αέρα που αναπνέουμε
Είναι το τραγούδι που ανοίγει χώρους σε αυτό που κουβαλάμε μέσα μας
Είναι λέξεις που τις επαναλαμβάνουμε, βιώνοντάς τις σαν δικές μας
κι έπειτα πετάνε. Δεν είναι πια αυτό που ονομάζουν
αλλά κάτι σημαντικότερο: αυτό που δεν έχει όνομα
Είναι κραυγές στον ουρανό και πάνω στη Γη είναι πράξεις
Ann Sexton, Ο θάνατος της Σύλβιας
(στη Σύλβια Πλαθ)
Ω Σύλβια, Σύλβια
μ’ ένα φέρετρο λίθων και κουταλιών
με δυο παιδιά, δυο μετεωρίτες
περιπλανώμενα σαν τ’ αδέσποτα στο λιλιπούτιο δωμάτιο των παιχνιδιών,
με το στόμα σου μέσα στο σεντόνι,
στης στέγης το δοκάρι, στη βουβή προσευχή,
(Σύλβια, Σύλβια,
πού πήγες
αφότου μου ‘γραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια των πατατών
και τα μελίσσια;)
τι περίμενες,
πώς ακριβώς ξάπλωσες μέσα;
Κλέφτρα! –
πώς σύρθηκες εντός,
σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στον θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα
ο θάνατος που είπαμε πως κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας
αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι Μαρτίνι στη Βοστώνη,
ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,
ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;
(Στη Βοστώνη
η θανάσιμη
βόλτα με ταξί,
ναι, θάνατος ξανά,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).
Ω Σύλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο ντράμερ
που πάλλεται πάνω στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία,
πόσο θέλαμε να τον προσκαλέσουμε
σαν έναν σαδιστή ή μια αδερφή της Νέας Υόρκης
να κάνει τη δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα άνοιγμα στον τοίχο ή μια φάτνη,
και από εκείνον τον καιρό περίμενε
κάτω απ’ τις καρδιές μας, το ερμάριό μας,
και τώρα βλέπω πως τον διαφυλάξαμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες
και ξέρω απ’ τις ειδήσεις για τον θάνατο σου,
μια φρικτή γεύση αυτό, σαν τ’ αλάτι.
(Και εγώ,
εγώ επίσης.
Και τώρα, Σύλβια,
ξανά εσύ
ξανά με θάνατο,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).
Και λέω μόνο
με τα χέρια μου τεντωμένα μέσα σ’ εκείνο το πέτρινο μέρος,
τι είναι ο θάνατος σου
παρά ένα παλιό βιος,
ένα μόριο που έπεσε
από κάποιο σου ποίημα;
(Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι κακό
και ο βασιλιάς έχει φύγει
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη αδιέξοδο
ο μεθύστακας είναι πρέπον να τραγουδήσει!)
Ω μικροσκοπική μητέρα,
εσύ επίσης!
Ω αστεία δούκισσα!
Ω ξανθό πράγμα!
Θοδωρής Βοριάς, Στίχοι απὸ ἕνα ταξίδι μὲ τὸν ἥλιο
Ξημέρωμα γαντζώθηκα στὸν ἥλιο
γιὰ νὰ πετάξω.
Έμειναν κολλημένα τὰ παπούτσια μου
στὴν ἄσφαλτο,
ἔκλεψα καὶ τὸ πρωινὸ τραγούδι
απ’ τὴν κορφὴ μιᾶς ακακίας
γιατὶ στὸ χωματόδρομο τῆς γειτονιᾶς μας
παίζαμε ξυπόλητοι
κι εἶχα ακακίες στὴν αὐλὴ
κι ἕνα τραγούδι
ποὺ τὸ σκεπάσανε μὲ ἄχαρο μπετόν.
Ἀπὸ τὸ χθὲς ξεκόλλησα μιὰ ζωγραφιὰ
-τρία παιδιὰ ποὺ σχεδιάζουν στὸ χῶμα τῆς αλάνας
τὴ ζωή τους-
τὴν ἔδειξα καὶ στὰ πουλιὰ…
εἴχαμε κι ἐμεῖς φτερὰ
πρὶν μεγαλώσουμε.
Τὸ μεσημέρι ἔσκισα τὰ ροῦχα μου,
τὸ φόβο κι ὅλες τὶς προσωπίδες·
ἐδῶ ψηλὰ δὲν ἔχει δρόμους γιὰ νὰ ντρέπεσαι.
Τὸ δειλινὸ ἐλευθέρωσα τὰ ποιήματα
νὰ φτερουγίσουν πάνω απὸ τὰ κύματα.
*Από τη συλλογή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.
Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τα μπλουζ είναι κόκκινα
Τα μπλουζ είναι κόκκινα
κατακόκκινα
σαν γλιστερό ηλιοβασίλεμα
σαν καταραμένο πάθος
σαν συνεχή πτώση στα βάθη της ήττας.
Όταν τελειώνουν τα συμβάντα κι οι γύρες
όταν καταρρέει ο ουρανός των αισθήσεων
κι όλα γυμνώνονται
τα μπλουζ
ακούν στα βάθη το βοριά της παλιάς οιμωγής
βλέπουν θαμπά τ’ αλλόκοτα συρσίματα της ορφάνιας
θυμούνται φτώχεια
αίμα και φόβο
σύρματα και προβολείς χιαστί.
Ερωτοτροπώντας με τη ζάλη της πιο απόκρυφης σκέψης
στο παράπονο βουτούν του τελευταίου συναισθήματος
διπλώνουν τρυφερά μέσα τους τις κατακλεμμένες ζωές
τα ξεριζωμένα χάδια
τα χαραγμένα βλέμματα
κι ευλαβικά σωπαίνουν.
Προσεκτικά κοινωνούν το μυστήριο της οργής
χρώματα
ύμνοι
οσμές τα τυλίγουν
ασθμαίνουν
γυρνοφέρνουν
συσπειρώνονται
κι απλώνονται παράφορα ως τα μάκρη
κόκκινα
κατακόκκινα
ζεστά για να μας πνίξουν.
Myron Lysenko, Η Βόμβα έπεσε
Η Βόμβα έπεσε σήμερα
χωρίς καμιά προειδοποίηση
Το σπίτι ήταν ακατάστατο
δεν είχα κέφια για επισκέπτες
αλλά προσκάλεσα τη Βόμβα
για ένα ποτό.
Η Βόμβα φαινόταν τρομερή
Έχω καιρό να σε δω, της είπα
Θα μπορούσες να μου τηλεφωνήσεις
τουλάχιστον.
Δεν αισθανόμουν καλά, είπε η Βόμβα
Τα πράγματα δεν πάνε καλά για μένα,
γίνομαι τριανταπέντε φέτος
και η ζωή μου είναι μια αποτυχία.
Δεν έχω ζήσει σύμφωνα με τις επιθυμίες μου.
Μα είσαι ονομαστή, είπα,
έχεις ξακουστή υπόληψη.
Είμαι η πιο μισητή φυσιογνωμία της γενιάς μας
είπε η Βόμβα.
Μην τρελαίνεσαι, είπα, ο κόσμος
δεν σε φοβάται πια όπως πριν,
έχει συνηθίσει το πρόσωπό σου…
μάλλον διέρχεσαι κρίση μέσης ηλικίας…
Ο κόσμος μου επιτίθεται όπου κι αν πάω,
έσκουξε η Βόμβα… Έχεις ένα τσιγάρο;
Έχω σταματήσει το κάπνισμα, είπα.
το έκοψα.
Κι εγώ το έκοψα, είπε η Βόμβα,
θα αυτοκτονήσω.
Η Βόμβα πήδηξε έξω.
Έτρεξα στο παράθυρο
Η Βόμβα κούτσαινε άσχημα κάτω
στο δρομάκι του κήπου.
Τα καλύτερά σου χρόνια
είναι ακόμα μπροστά σου, φώναξα, αλλά
η Βόμβα δεν άκουσε.
Η νύχτα άρχισε να με τυλίγει.
*O ποιητής Myron Orest Lysenko (γεν.1952) είναι Αυστραλός ουκρανικής καταγωγής. Βραβευμένος και πολυδημοσιευμένος. Συνιδρυτής και εκδότης του ποιητικού περιοδικού της Μελβούρνης Going Down Swinging. Γράφει χαϊκού. Το παρόν ποίημα δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικο-πολιτικό περιοδικό Overland το 1988. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.









