Γιώργος Αλισάνογλου, “[ΣΧΕΔΟΝ ΜΠΟΝΤΛΑΙΡΙΚΟ] Ή Όρια Άνοιξης ΙΙ”

_MG_0389_inset

Αύριο κάποιοι άλλοι θα είσαστε
Μέσα από τα αξεδιάλυτα μυστήρια
Του χρόνου

Όταν θα πορεύεστε
Στα δροσερά απόκρυφα
Τυχαίων προσφορών
Καρφώνοντας σημαίες μελανές
Στων νεκρών τα μπερδεμένα σκέλια

Τότε θ’ αναφωνήσετε:
Ω! Τι ομορφιά!
Και θα ‘ναι το αιώνιο κρίνο
Που θα σας τρώει με φιλιά
Λίγο λίγο

Και τότε η ζωή σας
Θα αποκτήσει φόντο και ορίζοντα
Και τότε η ζωή σας
Θα θρονιαστεί σε πλαίσια πολυτελή
Και τότε η Τέχνη σας θα μιμείται
Έναν θάνατο επαίτη
Που κουτσαίνοντας
Ανάμεσα στα μάτια σας
Θα σφηνωθεί

Θα τυφλωθείτε από Τέχνη
Αλίμονο!
Θα τυφλωθείτε!
Κι έτσι θα μοιάζει το καινούργιο σας
Πορτραίτο

Γιατί αύριο θα πρέπει να ζήσετε
(Έστω τυφλοί)
Ψηλαφώντας αυτή την θαμπή υποψία
Αιωνιότητας και Άνοιξης

Γιατί αύριο θα πρέπει να μιλήσετε
Αύριο θα πρέπει να πείτε για τον
Άγγελο της Ποίησης
Αν τύχει και συναντήσετε ποτέ
Μια τέτοια πολυτέλεια!

[Ο αληθινός άγγελος είναι εκείνος που διανύει το χάος/ που διανύει τον δρόμο προς το τέλος της ιστορίας/ με ψήγματα/ με όρια Άνοιξης στο πέτο/ εν τέλει, αυτός είναι και ο μόνος τρόπος του να υφίσταται ως Ποίηση/ και αυτό είναι το μόνο στέρεο σημείο ανάμεσα στην ενόραση, στην Τέχνη και στον ίλιγγο του υπάρχειν!]

*Από ανέκδοτη ποιητική ενότητα, 2003) βλέπε και http://bibliotheque.gr/?p=14308
**Ποίημα και εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://poemsgolitsis.blogspot.com

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Καίγομαι, μέχρι να γίνω στάχτη

Από τον τοίχο της Χara Moraiti και από το Αρμενάκι Λογοτεχνικό
tsvetaeva

Όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται, φέρτε τα σε μένα,
Όλα πρέπει να καούν στη φωτιά μου,
Τραβάω σαν μαγνήτης τη ζωή και το θάνατο
Για να τα προσφέρω, μικρό δώρο, στη φωτιά μου.
Στη φλόγα αρέσουν τα πράγματα που δεν έχουν βάρος’
Τα κλαδιά του περασμένου χρόνου, οι κορόνες, οι χαμένες λέξεις,
Η φλόγα ξεπετάγεται όταν τροφοδοτείται από τέτοια πράγματα
Και θα ξαναγεννηθείτε πιο καθαροί από τη στάχτη.
Τραγουδώ μόνο μέσα στη φωτιά, όπως και ο Φοίνικας.
Στηρίξτε γερά τη ζωή μου,
Καίγομαι στα σίγουρα, καίγομαι μέχρι να γίνω στάχτη.
Έτσι, η νύχτα θα είναι διάφανη για σας.
Φωτιά από πάγο, πηγή από φωτιά,
Υψώνω ψηλά τη σιλουέτα μου,
Κρατώ ψηλά την αξιοπρέπειά μου
Με την υπόσταση της συνομιλήτριας και της κληρονόμου!

Ιβάν Γκολ, Από τα “Μαλαισιακά τραγούδια”

fish-pompei2

XVII

Είμαι το ρυάκι σου
που μέθυσε με δυόσμο

Σκύψε πάνω μου
για να σου μοιάσω

Κολύμπησε μέσα μου
να νιώσεις πως τρέμω

Φάε τα ψάρια μου
να μ’ αφανίσεις

Πιες με
να με στερέψεις

Αγάπησέ με
Θα σε συντρέξω να πνιγείς

Γιάννης Σκαρίμπας, Χαλκίδα

Chalkida19c

Νάν’ σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ’ όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν’ σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι νάν’ σπασμένοι, νά φυσά απ’ τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .

*Από τη συλλογή “Ουλαλούμ”.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τίποτα δεν τελειώνει για τους κατοίκους της πόλης μου

4nfDohdYs5aJAyDoHarN7o_LHFb1HKvAibZodL4Ze5Eqh1bELj6JRUUikkkaG-_pqHj5Tks9ug5lSWrnbZ8sB2U5nwfHTlmvT2y2JT-FY9UYXZtfYLHDkQzg5Q

Νυχθημερόν
οι κάτοικοι της πόλης μου
διώχνουν με μανία τα πουλιά
ανοιγοκλείνουν τις πόρτες εν ακαρεί
ασθμαίνουν σε δρόμους υψικάμινους
διακινώντας κάτι
ανταλλάσοντας κάτι
κάτι πετώντας στα σκουπίδια
άρον άρον.
Αποφεύγουν τις χειραψίες
τις συνομιλίες
τα χαμόγελα
σωσίες υποκαθιστούν τα πρόσωπά τους
εν ριπή οφθαλμού.
Απεχθάνονται τα χρώματα και τους καθρέφτες.
Στέκονται αφηρημένοι στις λεπτομέρειες
τις αχρηστεύουν
κουράζονται χωρίς να κινηθούν
με σκυμμένη ψυχή καταφεύγουν σε γεύματα
σε αγορές
στην εικόνα που βλέπουν κι αμέσως τη χάνουν
μέσα σε τοίχους ορόφους.
Τίποτα δεν τελειώνει για τους κατοίκους της πόλης μου
τα πάντα ρίσκο και πυροτέχνημα
όλα δρόμος
προφάνεια – αρχείο και τανάπαλιν
αυθάδεια που τους πλακώνει
τους πλακώνει
και τους αγνοεί.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Χαράγματα στο Χρόνο

images

Θα μαχαιρώσει ο άνεμος τον ουρανό
κι αυτός θα κλάψει με το αίμα των ποιητών
πριν φύγει…

…ανάμεσα στα χαλάσματα της κοσμοχαλασιάς
απλώνεται ένα βλέφαρο και φυτρώνει ένας κρίνος

ο ουρανός πενθεί τις ψυχές που λησμονήθηκαν,
τις ψυχές που πίστεψαν και αγάπησαν τα μάταια
που αγαπήθηκαν
προτού ξυπνήσουν πλάι στους “αγγέλους”.

Χάθηκαν οι “άγγελοι”, βυθίστηκε ο κόσμος στη δίνη της Χάρυβδης..
..καίγεται ο ουρανός με τη φλόγα του πένθους και κλαίει,
κι ο κρίνος των ψυχών τους γίνεται μαύρος
αναβρύζοντας το μύρο του αίματός τους…

ένα αόρατο χέρι χαράζει τη γη…
δυο αόρατα χέρια χαράζουν τη γη…
τρία αόρατα χέρια χαράζουν τη γη…
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
εκατομμύρια αόρατα χέρια δολοφονούν τον εαυτό τους χαράζοντας τη γη…

..κι η Μητέρα βλέπει..

ο θάνατος μια λύτρωση, ο “έρωτας”* το πένθος..

“Νέττα”

* Εδώ, ως η ένωση με τη Μούσα..

Diane Di Prima, Ένα ποίημα

559274_4049483206779_1861123264_n

Αυτό, λοιπόν, είναι το δώρο που μου έδωσε ο κόσμος
(που μου δώσατε)
απαλά το χιόνι
χουφτιάζεται σε κοιλότητες
που βρίσκονται στην επιφάνεια της λιμνούλας
ταιριάζοντας στα μακριά λευκά μου κεριά
που ορθώνονται στο παράθυρο
που θα καούν το σούρουπο, ενώ το χιόνι
καλύπτει μέχρι πάνω την κοιλάδα μας
αυτό το κοίλο
όπου κανένας φίλος δεν θα περιπλανηθεί εκεί
κανείς δεν θα καταφτάσει καφετί από το Μεξικό
από τα ηλιοχώραφα της Καλιφόρνια, φέροντας δοχεία
που είναι διάσπαρτοι τώρα, νεκροί ή σιωπηλοί
ή καταραμένοι μέχρι τρέλας
με μια φωτεινότητα που ουρλιάζει
στο κάποτε κοινό μας όραμα
και αυτό το δώρο σου –
λευκή σιωπή
γεμίζει τα περιγράμματα της ζωής μου.

*Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης

Ανωνύμου, Παρίσι 1968

13575845

Επιμένω να πιστεύω
Ότι η θέση ενός ποιητή αυτή τη στιγμή
Είναι ο δρόμος
Πρέπει να επιτεθείς
Στους πύργους από ελεφαντοστούν
Ισοπεδώνοντάς τους
Κηρύσσοντας
Κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Όταν αφήνομαι
Να μυξοκλαίω για τη μιζέρια μου
Εάν αυτή η μιζέρια
Δεν είναι δική σου
Τότε αναγνώστη
Χτύπα με
Δεν υπάρχει άλλη
Απούσα ποίηση
Τόσο βιαστικά γραμμένη στον τοίχο.

*Ποίημα ανωνύμου για τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη του 1968. Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Η δεξίωση

%CE%A0%CE%95%CE%A4%CE%A9+%CE%9C%CE%95+%CE%93%CE%9B%CE%91%CE%A1%CE%9F%CE%A5%CE%A3

Τα είχα όλα φροντίσει.
Πρόσεξα και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Ήθελα φεύγοντας να πείτε:
“Ήταν μια όμορφη βραδυά”.
Το σπίτι μονοκατοικία σε προάστειο.
Τα έπιπλα κομψά. Τίποτα περιττό.
Όλα με γνώση, στην εντέλεια φροντισμένα.
Κι εγώ
να στροβιλίζομαι ανάμεσά σας,
άθυρμα ανάλαφρο μιας ψεύτικης χαράς,
ρωτώντας χωρίς αγωνία,
χωρίς και διάθεση να σας ειρωνευτώ,
αν τάχα αισθάνεστε άνετα,
αν έχετε από τίποτα ανάγκη
και κάθε λίγο να αποσύρομαι διακριτικά
όχι να στρώσω τα ατίθασα μαλλιά μου,
ούτε τον κόμπο να ισιώσω της γραβάτας μου,
μόνο,
σκουπίζοντας με το μαντήλι μου το μέτωπο,
να κάνω ολοένα και πιο έντονα συστάσεις
στον ενοχλητικό επισκέπτη
που κρύβεται μέσα μου.

Bertolt Brecht, Μήνυμα Του Ετοιμοθάνατου Ποιητή Στη Νεολαία

brecht

“Εσείς οί νέοι άνθρωποι των εποχών πού έρχονται
Καί της καινούργιας χαραυγής πάνω στίς πολιτείες
Πού δέ χτίστηκαν ακόμα, καί σεις
Πού δέ γεννηθήκατε, άκούστε τώρα
Τη φωνή τή δική μου, πού πέθανα
Όχι δοξασμένα.
Αλλά
Σάν τόν αγρότη πού δέν όργωσε τό χωράφι του
Καί τόν χτίστη πού ξετσίπωτα τό ‘βαλε στά πόδια
Σάν είδε την τρύπια στέγη,
Έτσι κ’ εγώ,
Δέ βάδισα μέ τήν εποχή μου, ξόδεψα τίς μέρες μου,
Καί τώρα πρέπει νά σας παρακαλέσω
Νά πείτε εσείς αυτά πού δέν ειπώθηκαν,
Νά κάνετε αυτά πού δέν έγιναν, καί μένα
Γρήγορα νά μέ ξεχάσετε, σας παρακαλώ,
Γιά νά μήν παρασύρει καί σας
Τό δικό μου κακό παράδειγμα.
Αχ, γιατί κάθησα στων στείρων τό τραπέζι
Τρώγοντας τό φαΐ
Πού αυτοί δέν ετοίμασαν;
Αχ, γιατί ξόδεψα τά καλύτερα μου λόγια
Στη δική τους
Έξω όμως
Διάβαιναν οι άδίδαχτοι
Διψασμένοι νά μάθουν.
Αχ, γιατί
Τά τραγούδια μου δέν υψώνονται στά μέρη εκείνα
Πού θρέφουν τίς πολιτείες, εκεi
Πού ναυπηγούνται τά καράβια;
Γιατί δέν υψώνονται
Απ’ τίς γρήγορες ατμομηχανές
Σάν τόν καπνό
Πού αφήνουν πίσω τους στόν ορίζοντα;
Εκείνων πού είναι χρήσιμοι καί δημιουργικοί.
Ούτε μιά λέξη
Δέν ξέρω νά πω σέ σας, γενιές των εποχών πού έρχονται,
Μήτε μιά υπόδειξη δε θά μπορούσα νά σάς κάνω
Μέ δάχτυλο τρεμάμενο,
Γιατί πώς τό δρόμο νά δείξει
Αυτός πού δέν τόν διάβηκε!
Έτσι σπατάλησα άλλο δέ μένει
Παρά νά σας ζητήσω
Νά μή δώσετε προσοχή σε λέξεις
Πού βγαίνουν άπό τό δικό μας
Σάπιο στόμα, μήτε καί συμβουλή
Καμιά νά μή δεχτείτε
‘Απ’ αυτούς πού στάθηκαν τόσο ανίκανοι,
‘Αλλά μόνοι σας ν’ αποφασίσετε
Ποιό τό καλό γιά σάς καί τί σάς βοηθάει
Τόν τόπο νά χτίσετε πού εμείς αφήσαμε
Νά ρημάξει σάν τήν πανούκλα,
Καί γιά νά κάνετε τίς πολιτείες
Κατοικήσιμες”