Γρηγόρι Νέστωρ Ρουντένκο, Ζήτω η Αναρχία

anarcho-syndicalism-photoshop2

Βλέπω τον φτωχό απ’ τον φτωχό πιότερο να βοηθιέται.
Τα μάτια μου βουρκώνουν για την πόρνη, τον κακούργο, τον επαίτη.
Η καρδιά μου σκίζεται όταν βλέπει φυλακισμένες ψυχές
και σβήνει όταν η ελευθερία οποιουδήποτε χτυπιέται.

Εκείνοι που μοχθούν τα λιγότερα έχουν,
και στην γιορτή αυτοί δεν συμμετέχουν.
Αυτή που κλέβει ψεύτικο δαχτυλίδι θα βιαστεί,
αυτός που αυτοκρατορία κλέβει, βασιλιάς θ’ αναδειχτεί.

Τέσσερεις ήρωες βλέπω να κρέμονται απ’ τις θηλιές
και μαζί τους τις ελπίδες τους να κρέμονται νεκρές.
Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, μέλλον,
χαμένα, αδύνατα, το άτομο αβέβαιο.

Νέους πολλούς τα περασμένα βλέπω να θυμούνται χρόνια.
Τα μάτια μου λάμπουν από νέες ελπίδες, όχι από δάκρυα.
Σαν το χαρούμενο πουλί η καρδιά μου κελαηδεί.
«Αφήστε την φωνή των ανθρώπων (τώρα) ν’ ακουστεί!»

*Από το “Give Me Soil to Fly In” του Richard Rudolph, Dennis Sullivan (εκδ.), Baobab Books Publishers, Βούρισβιλ, Ν. Υόρκη, 1977, σελ. 17.

Ποίηση του Ταξικού Πολέμου

jans+scans028


Άτιτλο

Ο πιο πολύς κόσμος αγνοεί
την ποίηση
επειδή η ποίηση
αγνοεί τον πιο πολύ κόσμο.


Έκλεισα την πόρτα

Έκλεισα την πόρτα στον τρόμο
Και ο τρόμος παρέμεινε μέσα.

Ένας άνθρωπος που τρώει κρέας

Ένας άνθρωπος που τρώει κρέας
θέλει να βάλει στα δόντια του κάτι.
Ένας άνθρωπος που δεν τρώει κρέας
θέλει να βάλει στα δόντια του κάτι άλλο.
Εάν αυτές οι σκέψεις σ’ ενδιαφέρουν
έστω για μια στιγμή
είσαι χαμένος.

Το γράμμα

Όταν πήρα το γράμμα σου
στα χέρια μου δεν μπορούσα να πω
αν θα το διαβάσω ή όχι.

Λοιπόν ποτέ δεν απάντησες

Λοιπόν ποτέ δεν απάντησες στα γράμματά μου
Δεν περιμένω πια ή δεν απαιτώ κάτι
Σ’ αυτό το ύστερο στάδιο θα είναι παράξενο
να ρωτήσεις τον ταχυδρόμο
εάν έχει για μένα
ένα φάκελο που να αντιφεγγίζει
σ’ ένα μικροσκοπικό άστρο.

*Τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται σε ένα μικρό τόμο με τον τίτλο «Poetry of the Class War» που εκδόθηκε τη δεκαετία του 1980 στο Leeds της Αγγλίας από την ομάδα Anarchist Black Cross για την οικονομική ενίσχυση δράσεων αλληλεγγύης σε πολιτικούς κρατούμενους. Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Μπορείτε να κατεβάσετε τον τόμο σε ζιπαρισμενο φάκελο από το http://www.mediafire.com/?mqnnmdzmzyn

Γιώργος Β. Μακρής, Συμβάντα

DSC06273GIORGOS-MAKRIS-autobiogr-BLOG

Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο και λέει στα άνθη με την κλειστή
της ομπρελίτσα.

Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…

(1944)

Massimiliano Damaggio, Ετούτο το τοπίο (δεν) είναι σκληρό σαν τη σιωπή

cluster+16236435

Είμαι μακρινός σαν μακρινή χώρα σε μακρινό τόπο
λυρικά επικαλούμαι την φιλία της πέτρας
που δεν αλλάζει το σχέδιο της:
να υπάρχει.
Ετούτο το τοπίο δεν είναι σκληρό σαν τη σιωπή.
Είναι σιωπηλό σαν άνθρωπος μονάχος.
Το φως είναι πολύ
ο οργανισμός εξατμίζεται:
μένουν κάποια κόκκαλα, που ο ήλιος γυαλοκόπησε.
Θα ήθελα να μείνω εδώ
στην άσπρη καρέκλα του χρόνου
να ακούσω τις πέτρες και τον άνεμο
μέχρι το σώμα, διάτρητο από το φως
να στεγνώσει λοξά, σαν μια νεκρή αγαύη.

*Από τη συλλογή “Εννέα ποιήματα στα Ελληνικά”.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Αναδρομές

tumblr_lmv7kp2Cdh1qksiu6o1_500-300x221

Αναδρομές μένουν σ’ αρχαίους παραστάτες
όνειρα αιώνιων απομνημονευμάτων
παραπληροφόρηση παλαιάς κοπής
σε σύγχρονο περιτύλιγμα
καταβύθιση σ’ αδιάφορες αφηγήσεις
ελώδεις επιφάνειες λογιδρίων ασυνάρτητων
που προβάλλονται ως αξιοπρεπείς φράσεις

όλα αυτά φράζουν τις διεξόδους μας
απαράδεκτα και με θράσσος
αποκλείουν τα μονοπάτια
λαβύρινθοι διαβολικής έμπνευσης
τεχνηέντως ειρημμένοι

δεν υπάρχουν είσοδοι και έξοδοι
άνοδοι και κάθοδοι
μόνο φάσεις κι αντιφάσεις
να τις πολεμήσεις
τα τείχη αυτά να πέσουν
να διαρραγεί η βαρβαρότητα
να φιλήσεις τα βλέφαρα της κόρης
για να λυθούν τα… μάγια

Octavio Paz, Μούτρα

PAZ+OCTAVIO

Σαν μια μητέρα που πολύ αγαπάει, μητέρα τρομερή που πνίγει,
σαν λέαινα εξόχως σιωπηλή και αυθεντικώς ηλιακή,
σαν ένα κύμα που μόνο του είναι όλη η θάλασσα
έφτασ’ αθόρυβα, και στον καθένα μας τη θέση της επήρε σάμπως βασιλιάς,
και οι γυάλινες ημέρες έλυωσαν και σε κάθε στήθος τώρα πια οικοδομείται   
θρόνος ακανθών και ανθράκων
και η επικράτειά του είναι ένας επίσημος λόξυγκας, μια συντεθλιμμένη   
αναπνοή θεών και ζώων με μάτια διεσταλμένα,
και στόματα γεμάτα έντομα ζέοντα που προφέρουν την ίδια συλλαβή μέρα   
και νύχτα, μέρα και νύχτα.
Καλοκαίρι, στόμα αχανές, φωνήεν φτιαγμένο με αχνούς και λαχανιάσματα!

Continue reading →

Κωνσταντίνος Καβάφης, Δύο ποιήματα

385189_429166953819537_502966545_n

Στες Σκάλες

Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,
από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή
είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.

Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδείς, και συ
πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβοντας,
και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα
όπου την ηδονή δεν θά ’βρες, καθώς δεν την βρήκα.

Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ’ τον δώσω·
τον έρωτα που ήθελα — τα μάτια σου με το ’παν
τα κουρασμένα καί ύποπτα — είχες να με τον δώσεις.
Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν·
το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.

Aλλά κρυφθήκαμε κ’ οι δυο μας ταραγμένοι.

Μισή Ώρα

Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.

Είναι, δεν λέγω, λύπη. Aλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.

Έτσι στο μπαρ προχθές —βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός—
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.

Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί
μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν να ’ναι το σώμα σου κοντά.

Δημήτρης Τσαλουμάς, Το ψυγείο

579325_558112197552971_802739674_n

Στις στοές των ψυγείων κρέμονται αναιμικά
τα σφαχτά. Ξαφνικός και επιδέξιος
με ριγωτή ποδιά στο σκίρτημα του φωτός
εμφανίζεται μες στα τσιγκέλια αυτός,
κι επιλέγοντας γυμνότατον αμνόν απέρχεται
σφραγίζοντας ξανά το σκοτάδι.

* Αναδημοσίευση από το http://logocafe.blogspot.com.au/2012/12/blog-post_5393.html

Κατερίνα Γώγου, Η μοναξιά

2012111800159-preview

Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλιών «καλών» καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοϊδίσιο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω απ’ όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοκτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είν’ η Κοτζιά –
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατέλειωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ–ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γαντζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω απ’ τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει…
Κ.ΓΩΓΟΥ

Θεόδωρος Ντόρρος, Καμιά φωνή

549826_567770126580447_58510893_n

Δε με χωρούν οι τόποι σας
Ούτε οι χαρές σας ούτε ο πόνος μου
Δεν είναι δυνατό μου να ζω κάθε στιγμή ο ίδιος σας.

Σας θάβω και με θάβετε.
Και η ασκήμια του πεθαμού σας λυπητερότερη απ’ το θάνατο.
Κουβέντες μόνο
απ’ τα ψηλώματα του νου.
Τέτοιες, που σβήνουν κάθε «πιο αληθινό»
με στεναγμούς υπομονής,
και μ’ ομορφιές ελπίδας του αδύνατου.

Πάντα το άγνωστο, η μοίρα και το μέλλον.

Με διώχνει από παντού ο ξαφνιασμός μου:
Γιατί, δε φώναξα μονάχος, δυνατά, ποτές μου.
Και σε κανένα μπρος.
Κι ούτε ποτές μου θα φωνάξω,
σαν τρελός,
με φλέβες φουσκωμένες.
Κι άλλος κανείς.

Φωνή της ανθρωπιάς
κείνης που βγαίνει καυτερή ως το πετσί,
και που παγώνει κάθε ψέμα ζεστασιάς,
ακόμα δεν ακούστηκε.
Μόνο να πει:

«Σταθείτε και σωπάστε.
Ξεχάστε τις αντίζωες του πίθηκου αξίες.
Πάψτε ζητώντας τα μεγάλα της ζωής
και τα δικά σας
στων αλλονών το μικρανθρώπισμα,
στις κυριότητες του νυσταγμού σας

Γίνετε λίγοι.

Πολύ λίγοι για να ’στε ζωντανοί».

Κει που ’στε μαζεμένοι, η ανθρωπιά ντροπή.
Και βάρβαρη η δική μου
όταν μου λείπει η συφορά σας.

Δε με χωρούν οι τόποι σας. Δεν ξέρω πού να ζήσω.

*Από τη συλλογή “Στου γλυτβμού το χάζι”, Εκδόσεις Αμοργός 1981 – πρώτη έκδοση συλλογής Παρίσι 1930.