Ηλίας Λάγιος, Η Έρημη Γη (απόσπασμα)

iliaslagios

[…] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ’ όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
Που μου δόθηκε σ’ αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ’ το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…

[…] Βρωμάει τριγύρα ο δρόμος
Κάτουρο και τυρί
Οι πόρνες αραγμένες
Στις πόρτες στους στύλους
Μπούτια γυμνά το κρέας
Σαν τους σκύλους
Να ‘ρθει ο πελάτης να χαρεί
Οι πολιτσμάνοι γιούργια
Κάνουν στη γωνιά
Εδώ υπάρχει νόμος
Ην πιάσαν τη Μυτιληνιά.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

Ο Γιάγκος και η Μοιραία
Κρατώντας τα πηρούνια
Ροτόντα φορτωμένη
Με χίλια δυο καλά
Ψυχής και στο μαχιού
Η τρέλα – τράλαλα –
Φορεί χρυσά σπιρούνια
Παίζοντας η ορχήστρα
Ξανάφερνε στη μνήμη
Ιδανικά σπουδαία
Σαμπάνιας κι αστακού.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

«Τουαλέτες και γαμήλια εμβατήρια.
Στο σπίτι μου με ανέθρεψαν με αρχές.
Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου
Με παρέδωσαν στα χέρια του.
Το εσπέρας η μαμά μου του έδωσε
Να πιεί δυο τρία ποτήρια
Κι ύστερα ανέβηκε στο δώμα
και πήρε την παρθενιά μου».
«Ο οργασμός μου ξόφλησε στα γραμμένα φρύδια του,
Κι η ελπίδα κάνει παρέα στον οργασμό μου
Κάποιο θλιμμένο λεφτό
Κοιταχτήκαμε γελώντας.
Υποσχεθήκαμε μια καινούρια πατρίδα,
Γεράκι φωτός. Ύστερα παντρευτήκαμε,
Του γέννησα παιδιά.
Τι θέλεις πια να ονειρευτώ;»….


*Από το βιβλίο “Η έρημη γη”, εκδόσεις Ερατώ


**Για μια ματιά στον Ηλία Λάγιο ρίξτε μια ματιά εδώ http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=24

Παναγιώτης Παπαπαναγιώτου, Ο τσιμεντένιος τάφος

edited and resized for web use

Στον Θεοχάρη Παπαδόπουλο

Βγάλτε με έξω θα σκάσω!
Η ζωή μου υπολογίστηκε και μπήκε
σε σχήματα και έννοιες
τεχνικών χαρακτηριστικών.

Βοήθεια! Βγάλτε με έξω θα σκάσω!
Η ζωή μου μετρήθηκε, ζυγίστηκε,
και βρέθηκε υπερβολική,
για αυτούς που αποφασίζουν
με αριθμούς, ψηφία και αλγόριθμους.

Βγάλτε με έξω θα σκάσω!
Η ζωή των παιδιών
βρέθηκε και αυτή υπερβολική
και διατάχτηκε άμεση αφαίμαξη,
για πώληση αίματος έναντι χρέους
με τόκο 10%.

Βγάλτε με έξω θα σκάσω!
Εάν δεν με βγάλει κανείς έξω,
θα βγω μόνος μου
από τον τσιμεντένιο τάφο.
Όσες ταφόπλακες δεν σπάνε με βαριά
σπάνε με δυναμίτη!


*Ο Παναγιώτης Παπαπαναγιώτου γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1978 στην Αθήνα στο δήμο Αγίου Δημητρίου. Τελευταίος γιος μιας πολύτεκνης οικογένειας πέντε παιδιών απέκτησε πολλές κακές συνήθειες και «ελαττώματα». Ένα από αυτά τα «ελαττώματα» είναι και ο έρωτας για την ποίηση και το όραμα για μια νέα, καλύτερη κοινωνία. Το Δημοτικό σχολείο το έκανε στον Άγιο Δημήτριο και αποφοίτησε από το Γυμνάσιο στο ΣΔΕ Καλλιθέας. Πολιτικά δραστηριοποιοείται στο χώρο της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Η ποιητική συλλογή του «Σαπράνθρωποι» εμφανίστηκε σαν ατομική αυτοέκδοση και αυτοέκφραση της προσωπικής οργής και αηδίας, αλλά και της χαμένης αγάπης και απώλειας, που νιώθει ως άνθρωπος και ποιητής, μέσα σε μια κοινωνία, που όπως έλεγε ένας παλιός φιλόσοφος: «Πίνει από κρανία σφαγμένων ανθρώπων».

C.P.Cavafy, Walls

kavafis

Without consideration, without pity, without shame
they have built great and high walls around me.

And now I sit here and despair.
I think of nothing else: this fate gnaws at my mind;

for I had many things to do outside.
Ah why did I not pay attention when they were building the walls.

But I never heard any noise or sound of builders.
Imperceptibly they shut me from the outside world.

L. Binswanger, L.A. Sass, Γ. Βασιλάκος, Παθογραφίες – Ilse, Artaud, Kafka (εκδ. Εντροπία)

dtbook200413

Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται τρεις μελέτες για μια υπαρξιακή – φαινομενολογική κατανόηση της σχιζοφρένειας.

Το εν λόγω βιβλίο γίνεται σημαντικό και μόνο από το γεγονός ότι περιλαμβάνει –για πρώτη φορά σε ελληνική μετάφραση– μια μελέτη του κορυφαίου στοχαστή και θεμελιωτή της λεγόμενης “υπαρξιακής ανάλυσης” στην ψυχιατρική, Ludwig Binswanger. Επίσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον –για το ευρύτερο κοινό– παρουσιάζουν και οι μελέτες των Louis A. Sass και Γιώργου Βασιλάκου, οι οποίες επίσης συγκροτούν το ανά χείρας βιβλίο και οι οποίοι εξετάζουν τα βιώματα και τη διαγωγή των συγγραφέων Αντονέν Αρτώ (Antoin Artaud) και Φραντς Κάφκα (Franz Kafka).
Πέρα από την παρουσίαση των τριών συμπληρωματικών κατανοήσεων της σχιζοφρένειας, ο αναγνώστης θα συναντήσει στον παρόντα τόμο κριτικές αναλύσεις για τα προβλήματα της διάγνωσης και του θετικισμού στην ψυχιατρική, αλλά και παρατηρήσεις που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα φαινομένων – από τα αδιέξοδα του ορθολογισμού και της ενδοσκόπησης μέχρι το νόημα του χαμόγελου της Τζοκόντα, ένα χαμόγελο που συμπίπτει με την εμφάνιση της ψυχολογίας ως λέξης και επιστήμης και εκείνου του Kafka που εμφανίζεται στην αυγή του 20ού αιώνα, την περίοδο δηλαδή της εμφάνισης της ψυχανάλυσης, της θεωρίας της σχετικότητας και των κοινωνικών αναταραχών.

Continue reading →

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δύο ποιήματα

dtbook040513

Πυροβολήστε τα όνειρα

Ποιόν να δικάσεις;
Όσους παίζουν στον τζόγο
τα όνειρά σου;
Eσένα που τους αφήνεις
σιωπώντας,
(είναι και η σιωπή ήττα καμιά φορά)
ή τα ίδια τα όνειρα;
Nαι, στην εποχή των παραλογισμών,
δεν θα΄ταν απίθανο
κάποιοι να καταδικάσουν και τα όνειρα.
Ναι, ναι, τα όνειρα φταίνε για όλα!
Πυροβολήστε τα όνειρα.

Αντίδραση

Μου λένε συνέχεια
γράψε για την εποχή σου
για την πόλη σου
για τους τετράγωνους κυβερνώντες
για το μνημόνιο
για τους Ευρωπαίους
για τις διαδηλώσεις των αγανακτισμένων
για την καταλυση της εθνικής ταυτότητας
για τα πολιτικά σκάνδαλα
για την απώλεια της αξιοπρέπειας
για το γενικό ξεπούλημα της χώρας σου
για την κρίση
για το αμφίβολο μέλλον
για τους ξοφλημένους νέους
για την γενιά των τετρακοσίων ευρώ
και άλλα παρόμοια.
Μα εγώ θα γράψω μόνο για την Ποίηση
Που με βοηθάει να τ΄αντέχω όλα αυτά.

*Από τη νέα ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη “Εποχή μου είναι η ποίηση”, εκδ. Γαβριηλίδη, 2013

Sylvia Plath, Αγγελιαφόροι

sylvia_plath1

Η λέξη ενός σαλιγκαριού στο πιάτο ενός φύλλου;
Δεν είναι δική μου. Μην τη δεχθείς.

Οξικό οξύ σε κονσερβοκούτι;
Μην το δεχθείς. Δεν είναι γνήσιο.

Ένα δαχτυλίδι από χρυσό με τον ήλιο μέσα του;
Ψέματα. Ψέματα και μια θλίψη.

Πάχνη σ’ ένα φύλλο, η άσπιλη
Χύτρα, που παραμιλάει

Και κροταλίζει σε κάθε κορυφή
Των εννέα μαύρων Άλπεων.

Μια ενόχληση σε κάτοπτρα,
Η θάλασσα συντρίβοντας το γκρι της –

Έρωτας, έρωτας, η εποχή μου.

4 Νοέμβρη 1962

*Μετάφραση Χάρης Βλαβιανός

Πάμπλο Νερούδα, Έρωτας και θάνατος

543760_10151838571813852_1880890027_n

Ενώ ο μέγας αφρός της Ίσλα Νέγρα,
το άλας, ο ήλιος, στο κύμα σε μουσκεύουν,
εγώ παρατηρώ τα έργα της σφήκας,
ενέχυρο στου κόσμου της το μέλι.

Πάει κι έρχεται ζυγιάζοντας το ξανθό πέταγμά της
σαν να κυλούσε απάνω σ’ ένα αόρατο σύρμα
του χορού την κομψότητα, της μέσης της τη δίψα
και τους φόνους που κάνει το φθονερό κεντρί της.

Πετρέλαιο και νεράντζι φτιάχνουν το ουράνιο τόξο της,
ψάχνει σαν αεροπλάνο μες στα χόρτα,
με σούσουρο σταχιού πετάει και χάνεται,

ενώ βγαίνεις εσύ γυμνή απ’ το κύμα,
και στον κόσμο επιστρέφεις γεμάτη αλάτι κι ήλιο,
άγαλμα αστραφτερό, σπαθί της άμμου.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

luisbeltranfirst

Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς

Άρχισα να ξηλώνω
τα ρούχα μου,
ώσπου έμεινα γυμνός
στη μέση του πουθενά
φωνάζοντας
σε μια γλώσσα άγνωστη
(έτσι κι αλλιώς ποιος θα με καταλάβαινε;)
μα δεν με συνέλαβαν
για προσβολή δημοσίας αιδούς.
Για να σταματήσω τις φωνές
με κέρασαν αψέντι
και μ’ έντυσαν στην τρίχα,
όμως τα κορδόνια μου
δεν ταίριαζαν
με την γραβάτα τους.
Δεν άφησα ρέστα
για πουρμπουάρ.
Δεν σκόνταψα διαγωνίως.

***

Ιανός

Πολυκατοικία πια
η γειτονιά μας,
το ασανσέρ κολλημένο
μεταξύ ρετιρέ
και ουρανού
κι εμείς μέσα
συνωστισμένοι άνετα,
χωρίς ανάσα
(και χωρίς σήμα
το κινητό μας),
στο παραπέντε απόδρασης
από το savoir vivre
σαν έτοιμοι από καιρό
για περιπτύξεις
(πότε προλάβαμε άραγε
να ερωτευτούμε;)
στο απόγειο
μετέωρων βημάτων,
στο υπόγειο ημι-διλημμάτων
του Ιανού.

***

Δούναι και Λαβείν

Σκάψαμε με τα χέρια
το χώμα της ανάστασης
(μήτρα ζωής η γη
υιών και θυγατέρων),
ποτίζοντας ρίζες
που αλωνίσαμε
(δούναι και λαβείν
κατά φύσιν κεκτημένα),
ξεθάβοντας νεκρούς
που αφορίσαμε
(δούναι και λαβείν
παρά φύσιν
τεκταινόμενα).

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης (του Luis Beltran) δημοσιεύονται μετά από ευγενή παραχώρση του Δημήτρη Π. Κρανιώτη. Δημοσιεύτηκαν στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2013/04/blog-post_26.html

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, «Οι Δώδεκα. Μια ημιτελής συμφωνία» (Αιγαίον/Κουκκίδα, Λευκωσία 2011)

dtbook270413

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος ανήκει σε εκείνη την “ομάδα” σύγχρονων Ελλήνων ποιητών τα μέλη της οποίας όχι μόνο χαρακτηρίζονται από το νεαρό της ηλικίας τους αλλά και από την άκρως σημαντική, άμεση και αισιόδοξη σύνδεσή τους με τα πολιτικο-κοινωνικά τεκταινόμενα του καιρού τους τα οποία και εκθέτουν στην ποίησή τους.

Να τι λέει η ποιήτρια και λογοτέχνης Ευτυχία Παναγιώτου, στο λογοτεχνικό ιστολόγιό της Εξωτικό (http://exwtico.wordpress.com):

“Η μόνη βόμβα που ξέρει είναι ένα βιβλίο, έγραψε κάποτε ο Στεφάν Μαλαρμέ, και ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος παραθέτει τον στίχο στα γαλλικά ως προμετωπίδα στο πρώτο του ποίημα. Μας προδιαθέτει έτσι˙ οι καιρικές συνθήκες των στίχων του δεν θα είναι ακριβώς ομαλές. Πρώτον, γιατί ο ποιητής διαλέγει να αναμετρηθεί με την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων, ένα θερμό παρόν και βίωμα. Δεύτερον, τοποθετεί τον ποιητή στη θέση του προφήτη, θέλοντας ίσως να αποκαταστήσει τον παλιό ρομαντικό του ρόλο.

Ο ποιητής μιλά διά στόματος τεσσάρων Αποστόλων, των Ναθαναήλ, Ανδρέα, Ιούδα, Πέτρου, που στέκονται ενώπιον μιας ζοφερής Αθήνας στο Κέντρο, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στα Εξάρχεια, στο Στέκι Μεταναστών Τσαμαδού.

“Κι’ αίφνης, εβόησε / άδυτη γριά φωνή μέσα στο μαύρο πλήθος: /— ’νθρωποι μόνο χέρια! :μόνο κλαδιά από χέρια! / Τα δένουν τώρα αίματα στον άνανθο κορμό της ιστορίας”.
Η διαλεκτική ανάμεσα στη βιβλική-μυθική πραγματικότητα και τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική, που ενσαρκώνουν τα τέσσερα, όσοι είναι και οι προφήτες, ποιήματα, αποτελεί γλωσσική και υφολογική πρόκληση. Τα συγκεκριμένα ποιήματα πάντως, όπως και οι προηγούμενες συλλογές του Παπαντωνόπουλου, δίνουν την αίσθηση πως η ομορφιά αντλείται από την καθαρότητα της ποίησης ή από την κάθαρση στην οποία αποσκοπεί. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υπόλοιπες τρεις προμετωπίδες του βιβλίου ανήκουν επίσης σε ποιητές, στους Ζήση Αϊναλή, Γιώργο Μπλάνα και Αλ. Μπλοκ, ίσως οι «Δώδεκα» της συλλογής, ένα προσωπικό αγιολόγιο του ποιητή, να είναι συγγενείς, με κοινό τους όπλο επιβίωσης και έκφρασης τις λέξεις: τέσσερα ποιήματα, τέσσερις προφήτες και τέσσερις ποιητές. Γιατί όμως ο Παπαντωνόπουλος αποκαλεί τούς Δώδεκα «ημιτελή συμφωνία;»

Να παραθέσω κι εγώ με τη σειρά μου μερικούς ενδεικτικούς στίχους του Παπαντωνόπουλου από τη συλλογή αυτή:

Πότ’ έθρεψε κάτι αγαθό στα σπλάχνα της
αυτή η πόλη – πότ’ έδωσε κρίνο ανθό τη γέννηση
πάνω σε κόψη αγκάθια; Και τώρα
πώς γέρνει το σκούρο βυζί της σε στόμα προφήτη;

Χθες, μόλις:
έμποροι και αυλικοί κι’ ιερείς και πατριώτες
μετρούσαν νόμισμα χαλκό τη ράτσα των παιδιών τους
στον πάγκο ενός θεού ενεχυροδανειστή.

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος είναι ποιητής και μεταφραστής. Γεννήθηκε το 1980 στο Μεταξουργείο, στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία. Έχει εργαστεί ως διορθωτής, επιμελητής εκδόσεων, βιβλιοπώλης και κειμενογράφος. Εξέδωσε τα ποιητικά βιβλία “Δ” (εκδ. Ερατώ, 2006), “Συμεών Βάλας” (εκδ. Μελάνι, 2010) και “Οι Δώδεκα” (εκδ. Αιγαίον/Κουκκίδα, 2011). Έχει μεταφράσει έργα των Γκέοργκ Τρακλ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Όσκαρ Ουάιλντ, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς, Νοβάλις κ.ά. Συνεργάζεται με το ένθετο «Αναγνώσεις» της εφημερίδας «Η Αυγή» και με την κυπριακή εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος». Διατηρεί προσωπικό ιστολόγιο στη διεύθυνση http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος” Σάββατο, 27 Απρίλη 2013.

Βύρων Λεοντάρης, Η σιωπή που ακολουθεί

ΚΑΦΚΑ+ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Όχι μόνο τ`αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυό στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η “ενός λεπτού σιγή”,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

*Από την “Ψυχοστασία [Ποιήματα 1949-1976]