Να σε κοιτάζω να παίζεις ήταν πάντοτε μια απόλαυση τόσο επιθετική που ένιωθα τα χέρια σου γύρω από τον λαιμό μου ενώ αυτά απλώς έσφιγγαν τη λαβή μιας ρακέτας.
Πώς μαθαίνει κάποια να χάνει εγώ εξασκήθηκα μεταξύ πτώσης να σκόνης σ’ ένα χωράφι που είχαν χαράξει στη μέση μια γραμμή από ξεραμένη λάσπη.
Να χάνεις από την αδελφή σου –κοίτα, η μπάλα έγινε κομήτης, η ουρά της μου καίει τις βλεφαρίδες. Έχασα από εσένα όλους τους τελικούς που μπόρεσα να φτάσω, αλλά έρχομαι σε κάθε σου παιχνίδι για να δω μυς να τεντώνονται κάτω απ’ τον ήλιο -τι όμορφη που είσαι σήμερα
τόσο όμορφη που σε πέταξαν έξω -έξω φώναξαν και δεν εννοούσαν την μπάλα σαν εχθρικοί διαιτητές που κάθε αγώνα επιβάλλουν κοντές φούστες
Οργισμένη βροχή είσαι και κεραυνοβολείς Όποια περάσει τη γραμμή χάνει και τρώει το χώμα του καλοκαιρινού ελαιώνα
Η μικρή μου αδελφή είσαι που έγδερνες εδώ το γόνατά σου και τώρα καθρεφτίζεται στο μέταλλο άχρηστων επάθλων.
Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει γεύση κι είναι αδύνατο να κοιμηθείς στο εσωτερικό τους.
*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν 31, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2024.
Για τον καθηγητή της Ιστορίας-Που παραμίλαγε-Σφαγές-Αυτοκρατορίες-Σύμφωνα-Με μυαλά τιναγμένα στου Δρομοκαΐτη τα κτίρια-Έλεγαν πως έφταιξε η υπερβολική του μόρφωση-Και μια ερευνητική αποτυχία-Αν δεν είχε αρρωστήσει-Θα διέπρεπε στα πανεπιστήμια-Ο καθηγητής βρισκόταν χαριστικώς στο σύστημα-Άθυρμα του καθενός μαθητή και της καθεμιάς μαθήτριας-Αφού λόγω έλλειψης καθηγητών παρέδιδε κανονικά-Βγάζοντάς τα πέρα δύσκολα-Μπέρδευε τάξεις-Βαθμολογίες-Την ύλη που δίδασκε-Μια μέρα όμως-Μας αναγκάζει να κάνουμε ησυχία-Για του Τουταγχαμών τον τάφο μίλησε-Με ευλάβεια κι ηρεμία-Από πολιτισμική ταφική συνήθεια-Με τα αγαπημένα του παιχνίδια-Τον βάλανε στην Πυραμίδα-Σε άριστη κατάσταση βρεθήκανε απ’ την Αρχαιολογία-Μας ανακοίνωσε-Ύστερα μας έδειξε φωτογραφία-Και λες και μας είχανε κάνει μαγικά-Που οι Αιγύπτιοι τον Φαραώ τον έστειλαν στο θάνατο να παίξει-Κουδούνι χτύπησε κι ένα καθίκι δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση-Για τον καθηγητή της Ιστορίας-Που παραμίλαγε-Σφαγές-Αυτοκρατορίες-Σύμφωνα-Με μυαλά τιναγμένα στου Δρομοκαΐτη τα κτίρια-Έλεγαν πως έφταιξε η υπερβολική του μόρφωση-Και μια ερευνητική αποτυχία-
*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.
Φίλε μου αυτές τις ώρες που η βροχή ξυπνάει τις ρίζες της γενιάς μας να ‘ξερες πώς σε νοσταλγώ! Θυμάμαι πάντα τη φωνή σου που ‘λεγε: «Κάτω από ποιον αστερισμό να βάλουμε τα όνειρά μας; Με τι σπαθιά θα λύσουμε τους κόμπους της αγάπης;» Φίλε μου ξύπνα η ψυχή μας άρχισε να κάνει φοβερά παράσιτα ξύπνα καλέ μου, χρειαζόμαστε αντένα η μουσική ήταν άλλοτε ωραία τώρα μονάχα μια γραμμή ενώνει τις παλάμες μας κ’ ίσως η γνώση του θανάτου φίλε μου ξύπνα, δε βαρέθηκες το θάνατο; θυμάσαι τις ωραίες θέσεις μας για τη μεταθανάτια επιβίωση; τότε ο εχθρός φορούσε ακόμα προσωπίδα ήταν αλήθεια μια περίεργη εποχή γεμάτη καπνούς και χαμόγελα τα επίχρυσα γράμματα της Ιστορίας είχανε ξεθωριάσει όμως φαντάζεσαι πότε; σαν ήρθε η ώρα, αντίς ευχή, μού ‘κλεισε μες στη φούχτα ο πατέρας μου ένα κουτί μπρουτζόσκονη έτσι κινήσαμε οι σάλπιγγες δε σήμαιναν πια ηρωισμούς και όμως κοίταξε τώρα εδώ γυμνοί όλα τα δώσαμε όλα στον έρανο του θανάτου εμείς που είχαμε ασκήσει χρόνια το κορμί μας’ για ν’ αντέχει στο θάνατο και τις επιθυμίες καλέ μου με γελάσανε μ’ ένα στεφάνι δάφνης εμένα που είχα καταθέσει μαθητής ακόμα ένα στεφάνι όνειρα στον τάφο της καρδιάς μου αγαπημένε αυτές τις ώρες που η βροχή ανοίγει τα κλειστά παράθυρα του τάφου μου κι’ ορμούν κάποια πουλιά μέσα στα στήθεια μου αυτές τις ώρες σε θυμάμαι και σε πεσμένο εκεί στο πλάι μου κι’ είναι σα να πεθαίνω πάλι.
*Από τη συλλογή «Καφενείο “Το Βυζάντιο” και άλλα ποιήματα», β’ έκδοση, εκδ. Ερμής, 1980.
Αλήθεια, πώς μπορεί να χαρακτηριστεί καταλληλότερα ο Γιώργος Μακρής (1923-1968). Ο μεγάλος άγνωστος της ποίησης; Ιδιοφυής προσωπικότητα; Διανοούμενος; Μπητ; Ροκ; Θρύλος; Μποέμ παράσιτο της κοινωνίας; Στο τι πραγματικά υπήρξε δεν συμφωνούν ούτε οι οικείοι του. Οι μεν τον θεωρούν ανερμάτιστο ον, προβληματική προσωπικότητα που κατασπατάλησε την οικογενειακή περιουσία και δεν τελείωσε ποτέ τη Νομική. Οι δε τον θεωρούν έναν χαρισματικό άνθρωπο και ανεξάρτητο πνεύμα που επηρέασε σημαντικά τις συναναστροφές του (και μετέπειτα ανθρώπους των τεχνών, διανόηση κλπ). Ίσως απαντά ο ίδιος για λογαριασμό του με τους χαρακτηριστικούς αυτούς στίχους του:
Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι; Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι. Ό,τι οι κοινωνίες δεν μπορούν να κατανοήσουν, το πολεμούν.
Τον Γιώργο Μακρή δεν τον “έζησε” κανείς σε κάποιο πεδίο δραστηριότητας. Όλοι τον γνώριζαν σχεδόν μόνο “κοινωνικά”, ακόμη και οι κοντινοί συγγενείς του.
Η απόσταση που τους χώριζε –ιδιαίτερα μετά τα 28 χρόνια του– που χώριζε τον Μακρή από τον καθένα που τον πλησίαζε ή που ο Μακρής συναλλασσόταν, ήταν μεγάλη. Η μόρφωση, αλλά και οι εμπειρίες του Μακρή ήσαν άνισες με τον οποιοδήποτε απέναντί του.
Ο Γιώργος Μακρής ήταν ένας νέος περισσότερο διαβασμένος από τους νέους της εποχής του. Η απόσταση των ιδεών και των στοχασμών που του παρείχαν τα αναγνώσματά του στη σχέση της με τη βιωμένη πραγματικότητα υπήρξε απροσμέτρητη, αχανής. Η μετεμφυλιακή Αθήνα δεν επαρκούσε να καλύψει την ιδεαλιστική εικόνα που μπορεί να έχει ένας νέος ενός ορατού μέλλοντος για τον κόσμο.
Φεύγει για το Παρίσι σε ηλικία 33 ετών όπου έχει πεισθεί –με μόνη εμπειρία τα αναγνώσματα– ότι εκεί είναι η βίωση που πλησιάζει περισσότερο το όραμά του.
Δυστυχώς γι’ αυτόν, όμως, προσγειώνεται ανώμαλα, όταν μόνο για την εκστόμιση δημοσίως δύο φράσεων, τρώει εκεί δύο φορές άγριο ξύλο. Τη μία από τους μπάτσους (φλικ) όταν βλέποντας να δέρνουν ένα κοριτσάκι τους κράζει: “Ες Ες”! Και την άλλη, τον πατάνε κάτω “τακτοποιημένοι πολίτες και νοικοκυραίοι” γιατί βλέποντας μια πορεία διαμαρτυρίας, βροντοφωνάζει: “Ζήτω η Αλγερία”.
*Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε στη ζωή του ένας δανδής. Περιφρονούσε τα πεπατημένα. Προκαλούσε την καταστροφή. Είχε μια μεγαλοπρέπεια, που λίγοι άνθρωποι την έχουν. Έπαιρνε τη ζωή του στα σοβαρά. Ενώ άλλοι την υποτιμάνε επίτηδες για να επιζήσουν. Για τον έναν ήταν ο ξενύχτης που τριγύριζε σε απίθανα μέρη, ο νoμαδικός περιπλανώμενος, για άλλον ήταν ο τσίφτης, ο διανοούμενος φιλόσοφος, ο περιπατητικός, για έναν τρίτο ήταν ο σύντροφος ο πολυδιαβασμένος, γι’ άλλους η γοητεία, το πνεύμα του. ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
*Ακόμα και για τον ύπνο, προτιμούσε τα σπίτια των αμέτρητων φίλων του, μ’ όποιους τύχαινε να ‘χει ξενυχτήσει αποβραδίς. Τι έκανε στα καφενεία μόνος του, ή μάλλον με την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι μόνος; Μα – διάβαζε. ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ
*Την 31η Ιανουαρίου 1968 αυτοκτόνησε, πέφτοντας από την ταράστα της πολυκατοικίας όπου έμενε, ένας από τους πιο πνευματικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει στην ζωή μου. Λεγόταν Γιώργος Μακρής. Τό όνομά του σήμερα, μπορεί να είναι εντελώς άγνωστο στους πιο πολλούς. Χωρίς να το θεωρώ υπερβολή, νομίζω πως μπορώ να ισχυριστώ, πώς υπήρξε ο πιο προχωρημένος, ο πιο πρωτοποριακός διανοούμενος που είχαμε στην Ελλάδα. Θ.Δ.ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
*Από το βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη “Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων”, εκδ. Τυφλόμυγα, 2014. ΥΓ. Όταν ο Χρηστάκης, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, προσπάθησε να προτρέψει τον Μακρή να συμμετέχει λίγο περισσότερο δραστήρια στα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά πράγματα, απάντησε ο μεγάλος “χαμένος” ποιητής: “Λεόν, υπάρχει τόση ψευτιά γύρω μας που εμείς θα συντριβούμε μόλις θα ξεκινήσουμε”.
Παρουσιάζουμε τρία πρώιμα ποιήματά του, μεταξύ των οποίων, το φλογερό μανιφέστο “Εμείς οι λίγοι”.
Εμείς οι λίγοι (1950)
Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι. Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες το αίμα μας Κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου. Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει. Εμείς ερωτευτήκαμμε την ουσία του είναι μας και σ’ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε. Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές. Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’ αυτόν τον κόσμο. Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο. Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων. Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.
*
Τοιχογραφία ΙΙ (1942)
Τα πάθη είναι γνώση, μα και η άρνησή τους άλλα πεδία γνώσεως προσφέρει. Ζήσε παράλληλα τις δύο καταστάσεις αν θέλεις να μη ζήσεις ούτε μια. Κι αν πάλι δεν μπορείς να αποστρέψεις το πρόσωπό σου ολοκληρωτικά εμείς θα σε δεχτούμε με ζεστά τα βλέφαρα αδύνατοι άνθρωποι, έχοντας νοσταλγήσει τον Χριστό μα και την ειδωλολατρία ταυτοχρόνως.
* Περί θανάτου (2/1943)
Ω! η αρχή και το τέλος του ανθρώπινου σπόρου καταργώντας μέσα μου την έννοια της φυλής και του καιρού (αν εξαιρέσει τα των ενδυμασιών). έτσι πεθαίνοντας εγώ με διάφορους τρόπους όταν εκάστοτε έρχεται το πλήρωμα του χρόνου στην Παλαιστίνη από βαθιά γεράματα όταν ήμουν ανάμεσα στους πρόδρομους του νέου φωτός στο Βύρτσμπουργκ μεσήλικας αστός πεθαίνοντας από επιδημία γρίππης κρατώντας ένα αντίτυπο αγίας γραφής και το κερί μου και στην Κορέα κίτρινος καλλιεργητής ρυζιού από πανούκλα σε φρικτή αποσύνθεση κουβάλησα τον αέναο τούτο σπόρο μέσα μου όπως ένας καρπός που κλείνει στο κέντρο το κουκούτσι του. Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί! Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο πέφτοντας από τα’ άλογο στις εκστρατείες των βασιλιάδων. Στην εξιλαστική πυρά της Λισσαβώνας φορώντας ένα san-benito πένθιμο εβραίος τεσσαρακονταετής την ηλικία. Στο στήθος και στο μέτωπό μου έχουν ανθίσει πορφυρά λουλούδια του θανάτου όταν εγώ πεταλωτής, δάσκαλος ή και επιπλοποιός πολέμησα για να δοξάσω την πατρίδα μου. Έχω πεθάνει στο Παρίσι από σύφιλη και στο κανάλι της Αμβέρσας δολοφονημένος. Από δυστύχημα τυχαίο σ΄όλες τις γωνιές της γης (ενώ περίεργοι κοιτούν απ’ τους εξώστες). Ω! χιλιάδες απρόσωποι μου θάνατοι θάνατοι του φορέα του ανθρώπινου σπόρου, που κουβαλώ ωσάν μικρόβιο μέσα μου. Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.
Ανούσιος ευαγγελιστής ξαγρύπνια άστολη κορύφωση υποταγής υποσχέσεις στον κανένα τίποτα νέο ένας βηματισμός προς τα εμπρός ένας προς τα πίσω
έτσι έβλεπε την φύση των πραγμάτων και λέξεις από ξένη γλώσσα την συντρόφευαν μέχρι που έφτασε στην πόρτα του σπιτιού της και όλα ήταν όπως πριν.
*
Για ένα απόγευμα
Θρυμματίζει ένα μικρό ξερόψωμο με νευρικότητα και ραθυμία ονειρεύεται εποχές με άλλη άνοιξη
του έτους με ρυθμό χορευτικό οι θόρυβοι κρύσταλλοι στα δάκτυλά της το βλέμμα όλα τα μαζεύει με ζέση
η πλούσια σοδειά από γεγονότα την κούρασαν όπως τα συναισθήματα που μαγκώθηκαν σε δωμάτιο μικρό κι όμως ο χρόνος είναι δικό της αρκεί να περπατήσει πάνω του.
*
Το βιβλίο
Εκείνη η πεταλούδα της το είπε κι ο γκιώνης και η δεκοχτούρα και το τριζόνι μα ήταν πιότερο μια μουσική παρά μηνύματα κι όμως σημάδια κραύγαζαν και ο μετρονόμος πέρα δώθε πέρα δώθε
μετά από όλα αυτά έκλεισε το βιβλίο και απομακρύνθηκε από την βιβλιοθήκη.
*
Μια άλλη ματιά
Ήθελα να γίνω μυρμήγκι για ένα βράδυ Να δω τις αντοχές μου και την ζωή με άλλα μάτια Να δω τον κόσμο μια ελάχιστη αναπνοή πάνω απ’ το χώμα Να δω τις σταγόνες της βροχής καθώς διαθλώνται γύρω μου Το χιόνι καθώς το αντικρίζω μέσα από την φωλιά μου Το πάτημα του ανθρώπινου παπουτσιού να με συνθλίβει
*
Μου έδωσε μια ιδέα…
Συμφωνώ με τις αρκούδες στο κρεβάτι μου λοιπόν όταν κάνει κρύο όταν δεν έχω σοκολάτα όταν δεν περιμένω το τίποτα όταν έξω έχει ψιλόβροχο τον ύπνο του δικαίου 26/7/24
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω. Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Κ.Π. Καβάφης, «Τείχη»
Είναι δύσκολο να βρει κανείς ακόμα και στις κηδείες, ή πίσω απ’ τα θολά παράθυρα των δημοτικών βιβλιοθηκών ή και σε όλα τα τελετουργικά του ύπνου, τη σιωπή. Όλες οι δομημένες ταυτότητες έχουν τη δική τους προσωπική ιστορία σιωπής. Σε ορισμένες περιοχές της Λατινικής Αμερικής, όταν γεννιέται ένα παιδί, το πρώτο πράγμα που του λένε, με το πρώτο του κιόλας κλάμα, είναι: «Να είσαι πρόθυμο να παραμένεις σιωπηλό σε αυτόν τον κόσμο, να είσαι υπομονετικό». Ζούσα σε ένα σπίτι όπου τα λόγια τριών διαφορετικών γενεών μάχονταν για τη διατήρηση του κύρους τους – την ώρα που κάποιοι μιλούσαν απ’ τις αναμνήσεις, μια φωνή από την άλλη πλευρά του τοίχου ήταν γεμάτη προσδοκίες. Σε αυτόν τον καθημερινό πόλεμο με ξιφολόγχες τις λέξεις, μόνο ακούγοντας, με την ένταση ανεβασμένη, τη μουσική του Άρβο Περτ ή του Κολτρέιν άνοιγε ένας δυνατός χώρος για τη σιωπή της σκέψης. Εξακολουθώ να ζω σε σπίτια προσωρινά, καθώς διασχίζω τα σύνορα χωρών των οποίων τις γλώσσες δεν καταλαβαίνω, χτίζοντας αναμνήσεις στις οποίες ποτέ δεν θα ξαναγυρίσω. Φωτογραφίζω τα δωμάτια που αφήνω αντί για τα μνημεία γύρω απ’ το ξενοδοχείο. Όλες οι καρτ ποστάλ μεταφέρουν τη σιωπή μαζί με τις παγωμένες στον χρόνο εικόνες απ’ τις πλατείες, τα μνημεία, τα πρόσωπα των ανθρώπων. «Όλες οι ερειπωμένες γωνιές της πόλης, όλοι οι ήχοι και όλα τα πράγματα έχουν κι αυτά τις δικές τους σιωπές, ακριβώς όπως, το μεσημέρι στα βουνά, υπάρχει η σιωπή των πτηνών, του τσεκουριού, των τζιτζικιών.»[i] Για τον κόσμο απ’ τα Βαλκάνια, η διαφυγή είναι περισσότερο ένα ζήτημα μέτρησης του χρόνου παρά μια έλλειψη χωρική. Μετά από τόσους πολέμους, πιστεύω περισσότερο στη σιωπή των ανθρώπων παρά στον θόρυβο των μνημείων. Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν έγραψε: «[Παράσημο] Απονέμεται, / όταν δεν συμβαίνει τίποτα, / όταν σιγάσουν τα πυρά, / όταν ο εχθρός εξαφανιστεί».[ii]Ο ποιητής δεν χρειάζεται παράσημο για να πει την αλήθεια. Η σιωπή της ειρήνης είναι αρκετή. Κατά τη διάρκεια πολέμων και δικτατοριών η ποίηση πρέπει να γίνει μια ισχυρή ευθραυστότητα, μια ένδειξη έξω από τα εργαλεία της εξουσίας.
Είμαι απόγονος προσφύγων των Βαλκανικών Πολέμων που πρωτομετακινήθηκαν πριν από εκατό χρόνια, οι οποίοι για να επιβιώσουν συνήθιζαν να μένουν σιωπηλά κρυμμένοι σε κελάρια. Η σιωπή ήταν η δική τους μητρική γλώσσα. Ήμουν δεκαοκτώ ετών όταν νέοι πόλεμοι άρχισαν στη Γιουγκοσλαβία. Στο κρεβάτι μου, ο όλεθρος του πολέμου επέβαλε στολές πάνω στις πιτζάμες της αθωότητάς μου. Ένα πολιτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από ένα άλλο. Και οι δύο αλλαγές έγιναν ταυτόχρονα, καταστρέφοντας τους γυάλινους τοίχους της παιδικής μου ηλικίας και τις βαριές κουρτίνες της υποσχόμενης σιγουριάς. Ξαφνικά, συγγραφείς που βρίσκονταν στις αναγνωστικές λίστες των σχολείων ανακηρύχθηκαν είτε εχθροί του κράτους είτε κλασικοί, και αυτό είχε μόνο μία σημασία: κανείς πια δεν τους διάβαζε. Έπρεπε να κόψω τον ομφάλιο λώρο μόνος μου, εντάσσοντάς με στον απέραντο κόσμο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Έκτοτε, ολόκληρη η ζωή μου μεταμορφώθηκε σε μια φυγή – από κάτι τρομακτικά άγνωστο σε κάτι ελκυστικά άγνωστο. Εμπιστεύομαι περισσότερο τα σημάδια του χρόνου πάνω μας παρά τα μοτίβα στις στολές. Όταν σκοτώνεται ένας στρατιώτης, ένας άλλος παίρνει τη στολή του και πετάει όλες τις οικογενειακές φωτογραφίες και τα γράμματα του προηγούμενου από τις τσέπες. Η σιωπή του νεκρού είναι δυνατότερη από την κραυγή του δολοφόνου. Επαναλαμβάνω μόνο την ιστορία των προγόνων μου οι οποίοι αναγκάστηκαν εξαιτίας του πολέμου να εγκαταλείψουν το σπίτι τους, χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους παρά μόνο το κλειδί που θα ξεκλείδωνε τις πύλες της μνήμης. Εγώ, όταν ταξιδεύω, δεν παίρνω μαζί μου τα κλειδιά. Η γλώσσα απέμεινε για μένα το μόνο προπύργιο σιγουριάς. Θυμάμαι συχνά τα λόγια του Τσαρλς Σίμιτς, ο οποίος έλεγε πως δεν ήταν σίγουρος αν το ότι ήταν πρόσφυγας ήταν αυτό που τον έκανε ποιητή, αλλά τον έκανε, όμως, τον ποιητή που είναι.[iii] Τα Βαλκάνια είναι γεμάτα από ποικίλες επίσημες αλήθειες και η σφοδρότητα του προσωπικού πόνου είναι παρόμοια διασυνοριακά. Οι επίσημοι πόλεμοι υπάρχουν έτσι ώστε οι ήρωες να μπορούν να καταμετρηθούν. Σε όλους τους ανεπίσημους πολέμους υπάρχουν μόνο θύματα. Αισθάνομαι ως σιωπηλός εθελούσιος πρόσφυγας στην εποχή της επιβεβλημένης ειρήνης. Το μόνο που μου έμαθε ο Ψυχρός Πόλεμος είναι να επιζητώ τη θαλπωρή ανάμεσα σε δύο σιωπές. Δεν ονειρεύομαι έναν κόσμο αλλαγμένο απ’ την ποίηση, προτιμώ να μιλώ για κόσμους οικοδομημένους απ’ την ποίηση. Τα τελευταία χρόνια έχουν εκδοθεί ορισμένες ανθολογίες με θέμα την εξορία. Λόγω της ανθρώπινης ανάγκης να είναι κανείς παντού και πάντα παρών, ένας ποιητής –κατακλυσμένος από τη σκιά της στιγμιαίας απόγνωσης– μπορεί να γράφει για σκηνές γεμάτες αστέγους, ενώ παρακολουθεί, καθισμένος στη ζεστή μαλακή πολυθρόνα του, τις ειδήσεις. Αν κλέψεις μια στροφή, η νομοθεσία θα στραφεί εναντίον σου. Τι γίνεται, όμως, όταν κλέβεις τον πόνο κάποιου;
Μπορώ να μυρίσω τα ανοιχτά τραύματα του πολέμου όταν διαβάζω τα μικρά επιστολικά ποιήματα που βρέθηκαν στην τσέπη του Μίκλος Ραντνότι, ή αποστηθίζοντας τους στίχους Ουκρανών ποιητών που γράφτηκαν στη σιγαλιά, ανάμεσα σε δύο χτύπους της καρδιάς και στις βόμβες. Ακριβώς όπως η ήττα ή η νίκη δεν μπορούν να αποσαφηνιστούν με στρατιωτικούς όρους, όπως επισήμανε ο Νταρουίς, έτσι και η οικουμενικότητα των λέξεων δεν μπορεί να μετρηθεί από τον αριθμό των κοινοποιήσεων και των «μου αρέσει», αλλά με το βάθος που αφήνουν τα σημάδια πάνω στο εύθραυστο σώμα της μνήμης. Η ποίηση θυμάται τα σημάδια των λησμονημένων. Η ποίηση ταξιδεύει σιγά σιγά κι αθόρυβα σαν ένα πούπουλο ανάμεσα σε ρημαγμένα κτίρια, περιπλανιέται για βάθος χρόνου όπως ένα γράμμα που του λείπει από τον φάκελο η διεύθυνση του παραλήπτη.
Όταν προφέρω τη λέξη Σιωπή, την καταστρέφω.
(Βισουάβα Σιμπόρσκα, «Τρεις λέξεις πιο παράξενες»)[iv]
Η σιωπή ως μια απλή απουσία λέξεων με τρομάζει, μιας και στην αρχή δεν υπήρχε η λέξη – υπήρχε η αναπνοή. Ο Στοκχάουζεν είπε πως στον κόσμο δεν υπάρχει απόλυτη σιωπή και πως ήθελε να χρωματίσει τη σιωπή, «προσπαθώ πάντα να επεκτείνω τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του ήχου που είναι απών και του ήχου που μπορεί να ακουστεί».[v] Βλέποντας μια σκιά, δεν σκέφτομαι το φως που χάνεται αλλά το απτό και όμορφο σχήμα του αντικειμένου. Η σιωπή είναι το φως που πλάθει το σώμα των λέξεων. Ο ποιητής κάνει τους ήχους ορατούς και τους μεταμορφώνει ξανά σε σιγή μέσω της ίδιας της πράξης της δημιουργίας. Ο Ντελέζ σημειώνει πως το πρόβλημα δεν είναι να καταφέρεις τον κόσμο να εκφραστεί, αλλά να θέσεις στη διάθεσή του μικρά χάσματα μοναξιάς και σιωπής στα οποία θα μπορούσε τελικά να βρει κάτι να πει.[vi] Το να γράφεις ποίηση είναι ένα ταξίδι ανάμεσα στις σκοτεινές φλέβες των ατελειών των λέξεων, ανακαλύπτοντας ότι η σιωπή και το σκοτάδι είναι τα δύο μισά του πυρήνα του παγκόσμιου κώδικα κατανόησης. Στη σιωπή όλοι οι ήχοι είναι ίσοι, στο σκοτάδι όλα τα αντικείμενα είναι ίδια. Η μουσική έχει το δικό της σώμα, όπως ακριβώς το κείμενο έχει τη δική του φωνή. Ο Κολτρέιν ήθελε να φανερώσει το θείο στους ανθρώπους με μια μουσική γλώσσα που υπερέβαινε τις λέξεις. Συνήθιζα να πιστεύω, ως αδέξιος αγγελιαφόρος των σκέψεών μου, πως χρησιμοποιώντας λέξεις θα μπορούσα να βελτιώσω τη σιωπή. Η Ντίκινσον έγραψε: «Η Σιωπή όμως είναι Απεραντοσύνη».[vii] Η γιαγιά μου συνήθιζε να μου λέει πως μόνο όταν πεθαίνουμε, γινόμαστε απέραντοι. Πίστευε ότι αν κατά τη διάρκεια του βραδινού όλοι μας σταματούσαμε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να μιλάμε και μια δυσάρεστη σιωπή κάλυπτε το δωμάτιο και τα σώματά μας, τότε ένας άγγελος θα ίπτατο πάνω απ’ το τραπέζι.
Η Ιστορία έβαλε ένα σύμβολο στάθμισης ανάμεσα στη ζωή και στις λέξεις, αφού η σιωπή είναι συνδεδεμένη με τη συμμετρία των τάφων. Ωστόσο, είναι ακριβώς πάνω απ’ τους τάφους που κάποιος κλαίει γοερά. Ως παιδιά είχαμε ανάγκη τη μοναξιά για να κάνουμε μπροστά στον καθρέφτη όλες εκείνες τις περίεργες, σιωπηλές γκριμάτσες που μας απελευθέρωναν πιστεύοντας ότι ήταν μια ουσιώδης προσωπική πράξη, και μόνο αργότερα μάθαμε πως στην πραγματικότητα όλοι μας κάναμε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ο κόσμος άρχισε να μας αποκαλύπτεται μόλις αρχίσαμε, ακολουθώντας την ηχώ της ατομικής μας αλήθειας, να φανερώνουμε μετρημένα και με φόβο τα μυστικά μας, σαν τα πρώτα βήματα ενός ναρκωμένου σκύλου. Ωστόσο, είναι η πράξη της δημιουργίας που φέρνει την ποίηση στην πηγή της προσωπικής μας αλήθειας, στα βάθη του χρόνου πέρα απ’ τα ημερολόγια. Το να γράφεις ποίηση είναι το χτίσιμο μιας καινούργιας γλώσσας, όπου η σιωπή ξεκινά, είναι ο σιγανός θάνατος του φόβου του θανάτου. Η ποίηση είναι ο όμορφος και υπομονετικός τρόπος που πέφτει η άμμος στην κλεψύδρα, παρά μια απώλεια χρόνου.
Η σιωπή είναι η έσχατη ενός άλλου κόσμου χειρονομία του καλλιτέχνη· με τη σιωπή, απελευθερώνεται από όλα όσα τον υποδουλώνουν σ’ έναν κόσμο…
(Σούζαν Σόνταγκ, Η αισθητική της σιωπής)[viii]
Το να σκίζει ο συγγραφέας τις σελίδες παραμένει ίσως η πιο δυνατή, ηχηρή εκδήλωση της πάλης του με την αυτολογοκρισία, ενώ το κάψιμο των βιβλίων στις πλατείες μάς θυμίζει, μόνο, το δραματικό τέλος μιας ιδεολογίας. Τώρα, στο πάτημα ενός κουμπιού, κόσμοι και υποσχέσεις μπορούν σιωπηλά να εξαφανιστούν. Πολλοί ποιητές, λόγω της έλλειψης χαρτιού κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σεράγεβο, έγραφαν πάνω σε χαρτοπετσέτες και χαρτί τουαλέτας, όπου το στυλό εύκολα διαπερνούσε και τα δύο, όπως με την ίδια ευκολία οι σφαίρες διαπερνούσαν τα κορμιά τους. Δεν υπήρχε ο χρόνος για να αλλάξεις τις γραμμένες σου λέξεις, να αλλάξεις την ηχώ της σιωπής που ταξίδευε στην αρχή του κόσμου. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, η μόνη διόρθωση που μπορεί κανείς να κάνει είναι η διόρθωση της δικής του ιστορίας, αυτό το οποίο ούτε έχει ειπωθεί ούτε έχει γραφτεί. Η πράξη της δημιουργίας ενώπιον του πολέμου δεν προκύπτει από κληρονομημένους φόβους. Συμβαίνει όταν κάποιος δημιουργεί μια νέα γλώσσα για να εκφράσει μέσω της σιωπής την ένταση του κόσμου, όπως ένα πουλί προβλέπει έναν βομβαρδισμό αποχωρώντας αθόρυβα και στα κρυφά. Εκείνοι στους οποίους προκαλεί απορία η πράξη της γραφής, θα πουν ότι ο ποιητής χρειάζεται τις αλυσίδες για να μιλήσει για την ελευθερία ή πως το πουλί πρέπει να ζει σε κλουβί για να τραγουδήσει για τον ουρανό. Και στις δύο περιπτώσεις, μια εξωραϊσμένη απόσταση δημιουργείται, η οποία δεν μπορεί να σπάσει τους κρίκους της αλυσίδας και να λυγίσει τα κάγκελα του κλουβιού. Ο πατέρας μου μιλούσε πολύ πιο συχνά για τον καιρό που πέρασε στον στρατό από ό,τι για τον χρόνο που περνούσε με τους φόβους του και με ό,τι αγαπούσε. Μιλούσε φορώντας τη στολή του κοινού πόνου και μπορούσα να δω τις τυμπανοκρουσίες της απουσίας στα μάτια του. «Η σφαίρα που έριξα / κατά τον μεγάλο πόλεμο / έκανε τον γύρο της Γης / και με βρήκε στην πλάτη», έγραψε ο Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ στο «Μια μικρή καρδιά». Το ίδιο ακριβώς γίνεται και με τις λέξεις του ιστορικά διαμορφωμένου μίσους. Ένα σιωπηλό ζωντανό πουλί δίπλα στο νεκρό σώμα ενός στρατιώτη ή ένα νεκρό πουλί στην παλάμη ενός παιδιού που κλαίει αντιπροσωπεύουν τον ολοκληρωτικό θάνατο της ελευθερίας.
Σε καιρούς επιβεβλημένης σιωπής από δικτατορίες και πολέμους, ο ποιητής έχει δικαίωμα στην ελευθερία της εσώτερης σιωπής του, έχει δικαίωμα να αφουγκραστεί τη γλώσσα του δικού του αίματος, να πάρει μια ανάσα πριν απελευθερώσει την πρώτη λέξη απ’ τα σημάδια των τραυμάτων. Η σιωπή της καταπίεσης δεν σκοτώνει τις λέξεις, κόβει την αναπνοή. Ο Μπέι Ντάο γράφει πως «η ελευθερία δεν είναι παρά η απόσταση / ανάμεσα στον κυνηγό και τον κυνηγημένο».[ix] Όταν γράφεις είσαι ταυτόχρονα και τα δύο, και ο σιωπηλός κυνηγός και το όμορφο θήραμα, ενώ η ποίηση είναι η τρομακτικά κοντινή απόσταση που ονομάζουμε ελευθερία.
(Αυτές οι σκέψεις υπάρχουν από τότε που εξέφρασα την πρώτη μου λέξη και αναδιαμορφώθηκαν στο MacDowell και στο Yaddo, ΗΠΑ 2023.)
Κι ύστερα ήρθαν όλα όπως δεν τα περίμενες Ένα χάδι, ένα φροντισμένο πρωινό, ένα τσιγάρο με μίξη σάλιων πολλές ερωτήσεις, άπλυτα μπλεγμένα, λερωμένα σεντόνια Μια αφορμή ασήμαντη, κάτι που δεν κόλλησε το ποτήρι έσπασε, το ρολόι μια στιγμή στο καντράν καρφώνει: οι πνιγμένοι επιστρέφουν πάντοτε στην όχθη απ΄ όπου ξεκίνησαν και βυθίζονται
*
αναστροφές
Ανάποδα, σας παρακαλώ διαβάστε με ανάποδα τόσες φορές -το είπαμε- το ποίημα γράφεται από κάτω, από πάνω διαιωνίζεται μόνο, κεφάλια πολλά έχει
Κύκλοι
Έβαλα το αυτί μου στο στήθος σου Έβαλα τον στίχο μου στο αυτί σου Έβαλα το στήθος σου στον στίχο μου Δύο στήθη όλη η ιστορία, τελικά
*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, εκδόσεις Ενύπνιο, 2022.
Το ξύπνημα της Άνοιξης* με όση ομορφιά και αν το ντύσεις θα είναι βίαιο.
Το σώμα ξέρει.
Στο πέρα των περιγραφών διαφεύγοντας της συρρίκνωσης που προσπαθούν τα λόγια σημαίνοντας τον χρόνο σταθερά ανθίσταται στην ταξινόμηση ορίζει την τάση δείχνει την κατεύθυνση.
Εξεγείρεται.
*Frühlings Erwachen – Eine Kindertragodie θεατρικό έργο του Frank Wedekind
*
Πράξεις
Στον Β.
Μιλάς και λιώνουνε τα χιόνια. Εμένα η άνοιξη μου έρχεται φθινόπωρο. Στο σύστημα των συντεταγμένων ανάμεσα μηδέν και άπειρο ανάμεσα συν και πλην είμαι εξίσωση και με λύνεις άγνωστος σαν x.
Πες μου πες μου πώς από υπερβολή έγινα έλλειψη.
*Από τη συλλογή “τρύπα στο πάτωμα”, εκδόσεις_των_άλλων, 2021.
Το κρανίο της γερακίνας Μάνας μου αντάρτισσας Με τη σάρκα ζαρωμένη Στο μέτωπο αόρατα Να συγκρατεί με τιάρα Τα λιγοστά επαναστατημένα Μαλλιά της.
—Μάστορα, ξέχασες το κόκαλο μιας ελληνίδας άνασσας να ρίξεις στ’ άσπρο σεντόνι της βραχυπρόθεσμης περιμετρικά του νεκρότοπου καινής ταφής.
Θώρακας αρχιλοχικός και Μάχιμος τριών πολέμων Γάλα ν’ αρνιέται και Πυρομαχικά την παράδοση Στο χώμα με το σκουλήκι Βαθμοφόρος βασιλικά κι Άναρχα αδιάλυτος.
Μιχάλης Αλμπάτης, Η κατάλυση του χρόνου, εκδόσεις νήσος, Αθήνα 2024, ISBN:978-960-589-219-7.
[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ στις 29/6/2024]
Μολονότι, κατά γενική ομολογία, η σύγκριση με το προηγούμενο βιβλίο του Μιχάλη Αλμπάτη είναι αναπόφευκτη και αμείλικτη, ορθώς ο συγγραφέας προτίμησε τη δύσκολη οδό στην Κατάλυση του χρόνου αναδεικνύοντας με ενάργεια ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Η στάση αυτή του συγγραφέα διόλου δεν θα πρέπει να θεωρηθεί αυτονόητη ή δεδομένη. Ας μας επιτραπεί μια υπόθεση εργασίας: κάποιος άλλος στη θέση του συγγραφέα του βιβλίου Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους (εκδόσεις νήσος, Αθήνα 2022) εκμεταλλευόμενος στο έπακρο την επιτυχία του θα έγραφε τη συνέχεια της ιστορίας του Φανούρη (sequel το λένε οι νεώτεροι) εξασφαλίζοντας ενδεχομένως a priori μια καλή πορεία για το βιβλίο. Ο Αλμπάτης προβαίνει λοιπόν σε μια στρατηγική επιλογή: αποφεύγει την επανάληψη και υπερβαίνει κάθε είδους μανιέρα.
Η δράση του βιβλίου Η κατάλυση του χρόνου τοποθετείται σε μια κωμόπολη της Τσεχοσλοβακίας, το Νεμπόβιτσε, που ήταν «ξακουστή για τα εργαστήρια ωρολογοποιίας» (μν. έργ., σελ. 7) και τη βαριά μαύρη μπύρα της. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οι ναζί συγκεντρώνουν όλους τους Εβραίους της πόλης για να τους μεταφέρουν και να τους εξοντώσουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο μόνος που γλιτώνει από όλη την εβραϊκή κοινότητα είναι ο δεκατετράχρονος Γιόσουα Ζακάι, ένας ατίθασος νέος, που του άρεσε να ψαρεύει πέστροφες με τους φίλους του χάρη στη φροντίδα μιας γριάς μοδίστρας. Η τελευταία με χίλιες προφυλάξεις τον κρύβει στη σοφίτα του σπιτιού της, όπου ο μακαρίτης αδελφός της διατηρούσε μια πολυπληθή και ενημερωμένη (μέχρι το 1917) βιβλιοθήκη. Έτσι ξεκινάει για τον Γιόσουα ένα ταξίδι στη γνώση και στη μαθητεία μέσω της ανάγνωσης και των βιβλίων. Εδώ ίσως εστιάζεται και το μόνο σημείο σύμπτωσης με τους Νεκρούς: ο ήρωας είναι και πάλι νεαρός, που λόγω εκτάκτων συνθηκών του βίου αναγκάζεται πρόωρα και απότομα να ενηλικιωθεί και να ωριμάσει.
Η θεματολογία και η στοχοθεσία του βιβλίου είναι πολυεδρική και πολυπρισματική. Τα βασικά θέματα είναι η αξία των βιβλίων και της ανάγνωσης, η σημασία του χρόνου και η σχέση του με την ιστορία, η επανάσταση, η ουτοπία και η τελική ματαίωση. Εδώ ο Αλμπάτης επιλέγει μια υβριδική γραφή μεταξύ λογοτεχνίας και δοκιμίου, όπου τα όρια των δυο ειδών δεν είναι πάντοτε ορατά και ευδιάκριτα. Το βιβλίο αποτελεί έναν ύμνο για την ανάγνωση, τη φιλαναγνωσία και τη βιβλιογνωσία. Σταχυολογούμε στη συνέχεια ελάχιστα μόνο ψήγματα και θραύσματα που προκύπτουν αβίαστα από την ανάγνωση του βιβλίου και αφορούν κάθε βιβλιόφιλο: η σαγήνη που προκαλεί η ανάγνωση∙ η εν δυνάμει ανέλιξη του αναγνώστη και των απαιτήσεων του∙ το κάλλος των βιβλίων και των βιβλιοθηκών και η μεταμορφωτική δύναμη της ανάγνωσης∙ η επίδραση της ανάγνωσης και η σιωπή των βιβλίων, για να θυμηθούμε τον George Steiner.
Από την άλλη πλευρά, τίθεται επί τάπητος το πολυσυζητημένο ζήτημα της σχέσεως χρόνου και ιστορίας και αναδεικνύονται καίριες πτυχές του με τον ιδιαίτερο τρόπο του συγγραφέα: η ενικότητα, το παρόν, η εσχατολογία, το παρελθόν, η ιστορικότητα και εν τέλει η κατάργηση του χρόνου από μια ομάδα αφελών νέων, που διαμορφώνουν την κομμούνα του Νεμπόβιτσε.
Είναι σαφές ότι η δύσκολη αυτή οδός, που συνειδητά επέλεξε ο συγγραφέας, συνιστά μεγάλο ρίσκο. Ο Αλμπάτης ανάμεσα στο σκόπελο της επανάληψης και στους υφάλους του μαξιμαλισμού επιτυγχάνει μια οιονεί πύρρειο νίκη: αποστασιοποιείται μεν δυναμικά από την προοπτική του προηγούμενου και ομολογουμένως λίαν επιτυχημένου βιβλίου του, όχι όμως και από τα αρνητικά σημεία του. Εξηγούμαι: ο αναγνώστης θα συναντήσει και στην Κατάλυση του χρόνου μια αδικαιολόγητη πληθώρα καλολογικών στοιχείων και μια γλώσσα λίαν επιτηδευμένη, που ενίοτε φτάνει στα όρια της υπερβολής, του ακκισμού και της αδολεσχίας (δείγματος χάριν συνάντησα το ρηματικό τύπο «έμνεσκε» τρεις φορές στο βιβλίο και κάμποσα άλλα οιονεί «άπαξ λεγόμενα», όπως το ουσιαστικό «ο ουδός» στη σελ.119, το καστοριαδικό «αλύσωση» στη σελ. 129 κ.α.π.).
Έτερο αρνητικό σημείο του βιβλίου είναι ο απροκάλυπτος, απροϋπόθετος και άγονος αντικληρικαλισμός, που φτάνει σε σημείο εμμονής και δεν εξυπηρετεί, παρά μόνο κατ’ επίφασιν, την πλοκή του έργου. Προβληματικό επίσης είναι το πέρασμα από την άγνοια του ήρωα στο πρόταγμα της επανάστασης. Θεωρώ ότι δεν σκιαγραφείται επαρκώς ο ήρωας, όπως στο προηγούμενο βιβλίο.
Υπάρχει προσέτι στο βιβλίο μια αδιανόητη πραγματολογική ανακρίβεια, που δεν δικαιολογείται εξαιτίας κάποιας λογοτεχνικής αδείας: σε δυο διαφορετικά σημεία του βιβλίου (βλ. σελ.12 και 75) ο συγγραφέας αναφέρει ότι οι ο Χριστός σταυρώθηκε από τους Εβραίους! Είναι πανθομολογούμενο ότι εσταυρώθη από τους Ρωμαίους. Δεν θα προβώ σε υποθέσεις για το τι μπορεί να εξυπηρετεί αυτή η ηθελημένη παρανάγνωση.
Θα μπορούσα να παραθέσω πάρα πολλά αποσπάσματα από το, κατά τα άλλα, καλογραμμένο βιβλίο. Κατέληξα στο ακόλουθο: «(…) Χρειάζεστε σκουπιδιάρηδες που να διαβάζουν Καντ, το είδος του όντος δηλαδή που εγώ μέσα από τη βασική εκπαίδευση πασχίζω μάταια να δημιουργήσω! Ίσως βέβαια τότε οι σκουπιδιάρηδες να μη χρειάζονται εσάς!» (σελ. 167).
Συνελόντι ειπείν, η αναμέτρηση του Αλμπάτη με τη μεγάλη φόρμα στέφεται και πάλι με επιτυχία στα σημεία, παρά τις επιμέρους εγγενείς αδυναμίες και εμμονές του.