Το τυχαίο γεμίζει
τα κενά των σπιτιών
ο ήλιος έχει παραδοθεί
σαν παλιός μετανάστης
με κλαδιά αφομοίωσης
στα χέρια
κι οι κουβέντες ξεραίνονται
πάντα στα χείλη.
XX
Στο φιλί σου πιο βαθύ κι απ’ το θάνατο
νιώθω τη λύσσα σου να ξαναμπείς στη γη
να γυρίσεις πίσω στο χάος σου
Λιώνεις
χάνεσαι
σύννεφο πέφτεις
ποτάμι τρέχεις στη θάλασσά σου
Κι η σάρκα μου σε δέχεται σαν ένα μνήμα
XXV
Σκεπάστηκα με εφτά πέπλα
για να με ξεσκεπάσεις
εφτά φορές
Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
για να με μυρίσεις
εφτά φορές
Σου είπα εφτά ψέματα
για να με αφανίσεις
εφτά φορές
*Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς.
Ήσουν η κοκκινόμαυρη σημαία μου
Υψωμένο του πόθου λάβαρο στο κέντρο του κόσμου.
Ήμουν το ματωμένο σου σπαθί
Όταν έσκισες τον ουρανό στα δύο
και του άδειασες το μπλε.
Μια κυανή λίμνη σχηματίστηκε στο έδαφος
Απ’ όπου ενωμένοι γευτήκαμε τον πόνο του.
Χαμένη στο όνειρο της ηδονικής πληγής
Μου δόθηκες με δάκρυα στα μάτια
Κι εγώ φίλησα το πορφυρό αγκάλιασμα της αγάπης σου
Μην προσδοκώντας τίποτα περισσότερο
από την αιμορροούσα ψυχή σου.
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://bibliotheque.gr/
Ιθαγενής γη
Γεννηθήκαμε
μέσα
στις μακρόσυρτες
σκιές
μικρών θεών.
Τα νησιά
δεν μπορούν
να καταλάβουν
αυτές
τις ιθαγενείς
εκτάσεις
****
Προσευχητής
Λέξεις πηγαίνουν
χάνονται στις στάλες της βροχής
με την πρώτη δύση
την πρώτη νύχτα.
Τα λουλούδια βρέχονται απ’ τη νεροποντή.
Βγαίνω έξω, μετά την προσευχή,
ένας καλόγερος στέκεται
ατενίζοντας
την καθάρια νύχτα
Επιφώτηση!
*Ο Kenneth Trimble είναι Αυστραλός ποιητής που μένει και γράφει στη Μελβούρνη. Τα δύο αυτά ποιήματα είναι από την τρίτη ποιητική του συλλογή “The Barking Mad Poems” (Littlefox Press, 2013). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Κουρελιασμένοι απ’ τ’ αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρός
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ’ το ξέφρενο κυνηγητό
της ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών .
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
Κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις…
ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ
Πρώιμη στάχτη
της υψικαμίνου
πεταμένη στο πέλαγος,
σαν άλλη ξενιτιά
της μοίρας μας,
το αβέβαιο
της θέλησής μας
και το άβατο
της ηθικής μας,
κάθε πρωί
που θρηνούμε όνειρα,
κάθε βράδυ
που κερνάμε υποσχέσεις.
ΑΛΛΗ ΓΟΗΤΕΙΑ
Πουλάω
ό,τι μου χάρισες,
ένα βλέμμα
κι ένα χαμόγελο
σε οδοντοστοιχία
απολύτως λευκή,
μα τόσο τηλεοπτική.
Γιατί να θυσιάσω
κι άλλες νύχτες
θερινού σινεμά
με πασατέμπο,
για παζάρια
ημιθανών προσκλήσεων
σε γεύμα υποκρισίας;
Μου αρκεί
η ξέφρενη προσμονή
μιας άλλης γοητείας,
που δεν ενοικιάζεται,
ούτε πουλιέται.
Τι απέμεινε τελικά;
Τα δυό σου πόδια,
γερμένα στην κοιλιά μου.
Το δεξί μου,
γερασμένο χέρι,
αλαφιασμένο κάτω απ’ τα σκεπάσματα.
Ο επιθετικός έρωτας
που πάντα κρύβεται στ’ αναφιλητά του πρωινού.
Μια μέρα που γδυθήκαμε
κι ήταν γιορτή.
Ένα απόγευμα στη πόλη,
που κούρνιαζαν τεμπέλικες πράξεις.
Τα μέτωπά μας που θράσευαν,
στη γύμνια των υποφερτών,
περασμένων στίχων.
Ύστερα πάντα,
η ρημάδα
η βροχή
αυτή
που υπόμενε,
χιλιάδες ανιαρούς γραφιάδες
να πορεύονται
στα μειλίχια λαγόνια σου.
*Από την ποιητική συλλογή “Άννα”, εκδόσεις Εριφύλη, Αθήνα 2005.
Πέρασε ήδη ένας χρόνος από τότε που
κυνηγημένο το αστέρι των Μάγων υιοθέτησε το μέτωπό σου
κι εκεί εξαντλήθηκαν τα επιχειρήματα
και τα επίχειρα του έρωτα.
Μετά έδωσα στις εποχές τη μουσική
για να αγαπήσουν,
έτσι πια είμαι σίγουρος ότι κάτι έστω
ελάχιστο θα μείνει
δικό μου στον ανυποψίαστο κόσμο.
Και μια ημερομηνία θα γίνει ταμείο
για να καταθέτω τις ώρες
που μοιράζομαι
τις πιο ουσιαστικές αναμνήσεις που υποσχέθηκα
για το μέλλον.
Τόσο λάμπουν τα μάτια σου
αν και τόσα δειλινά έχασες.
*Από τη συλλογή “Υπέρπυρα ρόδα” (2011)
Δεν χάσαμε και τίποτα σπουδαίο
στις παρακάμψεις των καλών ελπίδων
ψεύτικοι φάροι μας θαμπώσανε για λίγο
— κάτι χρονάκια που είχαμε τα δώσαμε στο γραίγο.
Ύστερα συνεχίσαμε σονέτο τη μισή ζωή
δεχτήκαμε κατάστηθα το μέλλον
— όσοι ξεφύγαν τις ριπές των αρχαγγέλων
δεθήκαν σε 12σύλλαβο σκοινί.
Μια τέχνη άχρηστη σε όλους.
Όμως ακούω να τρίζει στο κουπί
βήξιμο αποτσίγαρου του πρόγονου η φωνή
«Αν θέλεις τον Παράδεισο, βρες τα με τους διαόλους».
(Μια τέχνη άχρηστη σε όλους. Όμως καλύτερα έτσι, παρά εμι-
γκρές Πολωνός, γράφοντας εγγλέζικα αριστουργήματα.)
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολογιο Παμπάλαιο Νερό στη διεύθυνση http://pampalaionero.wordpress.com
Πες μου,
γιατί να γράφεις ποιήματα
όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;
Οι άνθρωποι απελπίστηκαν
και βγήκαν στους δρόμους.
Κι η ποίηση μοιάζει τώρα μακρινή ανάμνηση,
μια τέχνη γραφική…
Εδώ υπάρχει η ζωή που πρέπει να διασωθεί.
Υπάρχουν τα παιδιά
και τα παιδιά δεν μεγαλώνουν με λέξεις
Εδώ χρειάζονται χέρια και σώματα
και περίστροφα
που θα δολοφονούν τους δισταγμούς και τις αναβολές.
Tell me,
why you write poems
when there are no readers?
People are despaired
and took to the streets.
And poetry now seems a distant memory,
a picturesque art…
There is life here that must be rescued.
There are children
and children are not growing up with words
Here hands and bodies needed
and revolvers
killing hesitations and postponements.
English translation: Dimitri Troaditis