Θα πρέπει αιώνες να κοιλοπόνεσε η Μέδουσα – με τις αμοιβάδες Και δε θεραπεύονται ριζικά Ριζώνουν βαθιά μέσα στο αίμα που στοχάζεται το σφυγμό τους Ασφυκτικά πολιορκημένο απ’ τους καταπέλτες των ερωτηματικών Τα ερωτήματα γυρίνοι που σαλεύουν τις ουρές τους Αυτές που πάντα υποψιάζονται οι μακαρίως κοιμώμενοι Κι αποκοιμίζοντες με ψυχρά ρεύματα Με ρευματισμούς κι αρθριτικά ακινητοποιώντας Τις κινητοποιήσεις στη λάσπη Που πήζει ολόγυρα στα πόδια τα μάτια τις καρδιές Η αποκαρδίωση προχωρεί σε βάθος όπως η σκουριά στο σίδερο Πραγματοποιώντας τον κύκλο της φαυλότητας Με παλλόμενα περιγράμματα φαγωμένα Από τα φτιασίδια και τα κάθε είδους παρασκευάσματα των ειδικών Τα πάντα εντοιχίζονται στις μήτρες των εξειδικεύσεων Χωρίς πρόσωπο με μια μόνο κίνηση ρυθμισμένη από πολύ μακριά Έτσι που όλα να παίρνουν ένα ρυθμό προπηλακισμένο Αγνώριστο μέσα στην πολλαπλότητα των αντιφάσεων θρυμματισμένο Ένα θρίλερ με όλες τις προεκτάσεις βιασμού Κι εκείνη ανάσκελα πεσμένη αδρανής Δεμένη στον τροχό της αδράνειας Περιστρέφει τους ήλιους της Γύρω ἀπ’ τον ίδιο πάντοτε άξονα Αρχέτυπο ξόανο για εκμυστηρεύσεις τζιτζικιών Όταν η σιωπή πέφτει σα σίδερο στον κάμπο
*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτα”, εκδόσεις Κέδρος 1978.
Ίσως να μην τα αδιέξοδα τα νιώθει το φεγγάρι όταν το κρύβουνε τα σύννεφα μα όταν στον ανέφελο ορίζοντα προβάλλει
*
ΣΚΑΜΜΑ
Πυκνογραμμένη παλάμη το φύλλο φθινοπώριασε με τις αναβολές θα πέσει δεν θα πέσει Σαν το μαζεύω και το πλάθω κλείνοντας τη χούφτα μου πολλές μαζί φωνούλες αθωότητας το εγκαταλείπουν σαν καφεκίτρινη σκόνη και μια μακρόσυρτη ακολουθεί οριζόντια ησυχία την τελευταία του πνοή
*
ΣΤΙΓΜΕΣ
Οιωνοσκόποι που διαρκούν χάνονται και σε λίγο έρχονται πάλι ιερής απόκρισης στιγμών υπενθύμιση
ω πάρε από τώρα αυτό το πέτρινο κεφάλι σκαλισμένο από βράχο επάνω
με τις φωνές του
πάρε την έκκληση και σε διάδοχη των στιγμών χαρά παρούσα σε διάδοχη εναργή φωτιά
άναψε
*Από τη συλλογή “Ως σχίνον αντιπαλεύον τον στάχυν”, Αθήνα 2005.
Ζούσα στις παρυφές της πόλης σαν φανοστάτης που τη λάμπα του κανείς δεν αλλάζει. Ιστοί αράχνης συγκρατούσαν τους τοίχους, και ο ιδρώτας τα σφιχτοπλεγμένα χέρια μας. Έκρυβα το αρκουδάκι μου σε εσοχές χοντροφτιαγμένων πετρότοιχων κι έτσι το έσωζα από τα όνειρα.
Μέρα νύχτα ζωντάνευα το κατώφλι επιστρέφοντας σαν μέλισσα που πάντα επιστρέφει στο προηγούμενο λουλούδι. Ήταν καιρός ειρήνης όταν έφυγα από την πατρίδα: το δαγκωμένο μήλο δεν είχε μαυρίσει, στο γραμματόσημο ένα παλιό ερημωμένο σπίτι.
Από γεννησιμιού μου μεταναστεύω σε γαλήνια μέρη και τα κενά κολλημένα κάτω απ’ τα πόδια μου όπως το χιόνι που δεν γνωρίζει αν ανήκει στη γη ή στον αέρα.
*
Μετά από εμάς
Μια μέρα κάποιος θα διπλώσει τις κουβέρτες μας και θα τις στείλει στο καθαριστήριο για να αφαιρεθεί κι ο τελευταίος κόκκος αλατιού από πάνω τους, θα ανοίξει τα γράμματά μας και θα τα χωρίσει σύμφωνα με την ημερομηνία όχι ανάλογα με τη συχνότητα που διαβάστηκαν.
Μια μέρα κάποιος θα αλλάξει τη θέση των επίπλων στο δωμάτιο όπως τα πιόνια στην αρχή μιας νέας παρτίδας, θα ανοίξει το παλιό κουτί παπουτσιών όπου φυλάμε κουμπιά από πυτζάμες, ξελιγωμένες μπαταρίες και πείνα.
Μια μέρα θα επιστρέψει ο πόνος στην πλάτη μας από το βάρος των κλειδιών του ξενοδοχείου και την καχυποψία του ρεσεψιονίστ όταν παραδίδει το κοντρόλ της τηλεόρασης.
Ο οίκτος των άλλων θα αρχίσει να μας κυνηγά όπως το φεγγάρι κυνηγά ένα περιπλανώμενο παιδί.
*
Είναι ταχύς ο αιώνας
Είναι ταχύς ο αιώνας. Αν ήμουν άνεμος θα είχα ξεφλουδίσει τον φλοιό των δέντρων και τις προσόψεις των κτιρίων στος παρυφές.
Αν ήμουν χρυσός, θα με είχαν κρύψει σε κελάρια, στο εύθρυπτο χώμα και ανάμεσα σε σπασμένα παιχνίδια, θα με είχαν ξεχάσει οι πατέρες, και οι γιοι τους θα με θυμούνταν για πάντα.
Αν ήμουν σκύλος, δεν θα φοβόμουν τους πρόσφυγες, αν ήμοον φεγγάρι δεν θα έτρεμα τις εκτελέσεις. Αν ήμουν ρολόι τοίχου θα είχα καλύψει τις ρωγμές στον τοίχο.
Είναι ταχύς ο αιώνας. Επιβιώνουμε μετά από ασθενείς σεισμούς κοιτάζοντας στον ουρανό, όχι στο χώμα. Ανοίγουμε τα παράθυρα για να μπει ο αέρας των τόπων που δεν επισκεφθήκαμε ποτέ. Πόλεμοι δεν υπάρχουν, αφού κάποιος πληγώνει την καρδιά μας κάθε μέρα. Είναι ταχύς ο αιώνας. Ταχύτερος από τον λόγο. Αν ήμουν νεκρός, θα με πίστευαν όλοι τότε που σιωπούσα.
*Από τη συλλογή “Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”, εκδόσεις Θράκα, 2024. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα.
Μη μ΄ αφήνεις μόνο στην αγαπητή κόλαση. Τι να πω τώρα βυθισμένος με το όχι να εκσφενδο- νίζεται από το τρύπιο μου στόμα. Ήσουν εσύ τη χαραυγή. Γι΄ αυτό είχα επιμείνει Γι΄ αυτό έγραφα γράμματα -θηλυκό γουρούνι- που άφηνα στις τσέπες του πεθαμένου. Ούτε μιια φορά αυτή Ούτε μια φορά “τον έχω!” φωνή
*
Κι όμως
Κι όμως δεν είχα αρνηθεί το φεγγαρόφωτο Πλάθοντας με την σκιά σχήματα. Κι όμως το βλέμμα όρισε το μέλλον να φτερουγίζει πάνω σου μέχρι να φτάσει έως το χιόνι πλαγιάς.
Οι νυχτερίδες κάτω από τις γέφυρες Αρχίζουν το κλάμα φτάνει το δηλητήριο στον φράκτη και δεν υπάρχει τίποτα πέρα από το στάχυ και σχοινιά σφικτά δεμένα.
*Από τη συλλογή “Καππαδόκες”, εκδ. Κουκκίδα, 2020.
Η Πομπηία κοιμάται, αλλά η νύφη γεννάει αίμα φλογερό που περπατάει πάνω στα κόκκαλα σας και οι πατεράδες σας, σαν άλλοι Νώε φωνάζουν: Ας έρθουν. Στον βράχο, στον γκρεμό, το ένα καρφί το άλλο σκίζει.
~
Δεν είμαι ο νέος κήπος της Εδέμ. Τα μάτια μου οργώνουν μάχες, ανάμεσα στο γέλιο του θανάτου. Ούτε γυναίκα, ούτε παιδί είμαι η λεπίδα όλων των τρελών του κόσμου. Είμαι το αίμα που ξεβράζει η θάλασσα καθώς αδειάζει από τα βογγητά της. Είμαι ένας ποιητής, ένας ζωγράφος που σπάει τα αντρικά σας κόκκαλα. Είμαι γυμνός σε όλες τις μπόρες. Μη στέκεστε τσακίστε, σπάστε τη βρόμα που ακουμπάει τον ήλιο τα μουχλιασμένα καμαρίνια τα χειροκροτήματα τα δελτία τύπου τις καλοστημένες έδρες, που βλαστημούν τις νύχτες μας και σβήνουν τα αστέρια. Δεν έχει ορίζοντα να φεύγεις προτού να γεννηθείς.
~
Συλλαβίζει το χώμα τρυπάει το κοιμισμένο αυτί της νύχτας χτυπά τους λεκέδες στα γόνατα αρπάζει το μαχαίρι. Ούτε σημάδι. Θα πέσουν αύριο, θα σφίξουν τα δόντια στα στενά και στις πλατείες το δέρμα του λιονταριού σαν μαύρο σε άσπρο θα ζήσει ορφανό φτωχός πολίτης δίχως στέμματα Καισαρικά και χρυσοκέντητα άμφια σαν μεθυσμένος μέσα σε βάρβαρες ασωτείες με πρόσωπο μουσκεμένο από ιδρώτα σαν άλλος στρατιώτης που δαγκώνει τις αναπνοές του ήλιου και ο φόβος λιώνει μέσα στα καταφύγια των φυλακών. Εδώ είναι βαριά τα σίδερα. Ακούστε, το άλλο κύμα έρχεται και οι τρελές μανάδες θα σκίζουν τα λιμάνια, βλέποντας το νυχτερινό πλοίο να φεύγει σαν θηρίο.
*Από τη συλλογή, “Η τελευταία νύχτα της Πομπηίας”, εκδ. Κύμα, 2024
Αθανασία Δρακοπούλου, «Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου», εκδόσεις Τύρφη.
Οι «αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου» είναι ένας τίτλος μιας συλλογής που δεν συναντάται συχνά στα λογοτεχνικά σαλόνια της κοσμικής ποίησης. Τίτλος ξεκάθαρα αντικοινωνικός, ασύμβατος, σχεδόν τρομακτικός, διαρρηγνύει εκκωφαντικά την αστική ευπρέπεια, ταράζει την καλά σταθμισμένη κοσμική σιγή, που διέπει τις αδιάφορες πια παρουσιάσεις και συστάσεις βιβλίων και, παράλληλα, σε προετοιμάζει, προειδοποιώντας σε υπόκωφα για εκείνη την ακατάπαυστη οδοντική μανία που ασταμάτητη κοχλάζει κάτω από τη γλώσσα σου, όπως συμβαίνει με τις αναρίθμητες βρισιές που εκτοξεύουμε κατά τον χαρακτηρισμό κάποιου ως κωλόπαιδο». Η λέξη «κωλόπαιδο» όμως έχει μια χαριτοδιπλωμένη και διττή σημασιολογία . Γεμάτη άλλωστε η λογοτεχνία από υπερβατικά σχήματα λόγου: την ίδια στιγμή που εκπορεύεται η ομολογουμένως αρνητική πρώτη αίσθηση που προκαλείται κατά τον χαρακτηρισμό κάποιου ως «κωλόπαιδο» σχηματίζεται αυτόχρημα και η εξαγνιστική διάστασή του.
Πείτε μου, ποιο κωλόπαιδο γράφει για τις ραγισμένες οθόνες αφής των κινητών;
Τα κορίτσια των πολυκατοικιών:
Τα κορίτσια των πολυκατοικιών περιμένουν νέα από το μέτωπο τον ήχο μιας σειρήνας. Όμως τα ανοιχτά μέτωπα είναι πολλά και κανείς μας δεν ξέρει αν προμηνύεται η λήξη ή η έναρξη του πολέμου σε μια ραγισμένη οθόνη αφής.
Τα ποιήματα της Δρακοπούλου είναι μικρά θεατρικά οικογενειακά τραπέζια, σύντομες και μικρές, αλλά ταυτόχρονα τόσο μεγάλες με την έννοια της διαχρονικότητας, αέναες και επαναφορτιζόμενες, οικογενειακές ιστορίες. Το σπίτι, η μάνα, ο πατέρας, το πεζοδρόμιο των παλιών ρηγμάτων, παιδική ηλικία, το ψωμί, το γλυκό στο ψυγείο, τα απορρυπαντικά των πιάτων, όλα εκείνα που μας ταλανίζουν πότε στο οικείο πια σαλονάκι της ψυχολόγου και πότε πλησίον του νεροχύτη, όταν τρέχει το ζεστό νερό και αφηρημένες ξεπλένουμε για κάνα τέταρτο τα πιάτα. Το πέρασμα της ποίησης στο κουζινάκι ή την κουζίνα σπάει υπερήφανο τα ταμπού και τα ελιτίστικα κλισέ που αγχωμένα δυσθυμούν όταν μαθαίνουν πως το ποιητικό υποκείμενο –αλλά και το αναγνωστικό κοινό– μπορεί να κλαίει υπερήφανο κάτω από τον απορροφητήρα, να φοράει ποδιά και ταυτόχρονα να σιγομαγειρεύει καλύτερα και από τον πιο πολυδιαφημιζόμενο γραφιά τις λέξεις λύσσα στο αλάτι.
Η ίδια, όπως και η ποίησή της, δεν διατηρεί καμία απόσταση από τα γραφόμενά της. Ποίηση βιωματική, αυτοπαθής, υπαρξιακή, σπαραχτική, αληθινή, ατόφια, κρίσιμη εν καιρώ κρίσης, γεμίζει τις σελίδες της με λέξεις και πυροβολεί τα μηνίγγια μας χωρίς καμιά διάθεση να μας σώσει. Όχι, μην τα συνδέετε. «Αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι κωλόπαιδο. Άλλωστε τα «κωλόπαιδα» ή καλύτερα τα κατ’ εξορκητικό ευφημισμό «κωλοπαίδια» είναι σε πολλές από τις περιπτώσεις τους οι τρυφερότεροι των τρυφερών, εκείνοι που επωάζουν φοβισμένοι την ευαισθησία τους κάτω από ένα περίβλημα απόρθητο και σκληρό για να μπορέσουν να υπάρξουν σ’ έναν κόσμο που αδυσώπητα μας συνθλίβει. «Μοιάζουν με αφρικάνικες μάσκες που ξορκίζουν το κακό και τον θάνατο» είχε πει κάποτε ο Σαχτούρης όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη δουλειά του κι έχω την αίσθηση ότι και η Δρακοπούλου, συνειδητά ή ασύνειδα, χρησιμοποιεί έναν τέτοιο ηχηρό τίτλο για να αντιμετωπίσει πάνοπλη τον κωλοπαιδισμό αυτού του κόσμου.
Η Δρακοπούλου ενσαρκώνει τα ποιήματά της στίχο τον στίχο – μεδούλι το μεδούλι. Η ίδια έχει το δικό της κεφάλαιο στις ιστορίες ανθρώπων που δεν επιδιώκουν τη δημοσιότητα, που αγνοούν με θάρρος τα φώτα της πόλης, που συνεχίζουν να κρύβονται στο καθημερινό τους πόστο, χαϊδεύοντας μας με αγιότητα στα διαλείμματα της δουλειά μας. Άτμητη, εκείνη μαζί με τα ποιήματά της, η Δρακοπούλου συγκινεί όπως ακριβώς μας συγκινούν και μας τραβάνε από το μανίκι οι λαμπεροί αδικημένοι, οι επισήμως ξεχασμένοι, εκείνοι οι φιλήσυχοι απόκληροι, που αποστρέφονται με θράσος τη στρογγυλεμένη αρτιότητα, τη σπουδαγμένη καθολοκληρία και την καλά σιγουρεμένη βεβαιότητα.
ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΑΛΟΓΑ
Ποιητής δεν ήμουν ούτε το ζήλεψα. Αυτοί βλέπουν μόνο πουλιά λευκά ή μαύρα στις μέσα, έξω, άνω και κάτω χώρες.
Η ποίηση, θα πει κανείς, δεν είναι κάτι υπερβατικό; Kάτι μεγαλειώδες και πολύ φιλολογικό, κάτι που αρδεύεται επιμελώς στα σαλόνια ειδικών και επαϊόντων; Όχι, η ποίηση δεν είναι αυτό. Η ποίηση δεν είναι φιλολογικός ορισμός, δεν είναι αποστειρωμένος ορισμός που διακινείται αυστηρώς στα μεγαλόσχημα γραφεία των επαγγελματιών γραφιάδων, ούτε η φιλεύσπλαχνη φιλοτεχνία των πονεμένων. Η ποίηση γεννάται ασύντακτη σε θολά νερά, αγαπάει με μητρική αγάπη τα λάθη, θέλγεται από το καθημαγμένο, βουτάει χωρίς μελετημένη ανάσα στο κενό, χαϊδεύει τα μαλλιά της τραγωδίας, αγκαλιάζει το ανθρώπινο εκκρεμές και σταλάζει τα νοήματά της στο κρυμμένο περιθώριο των λευκών της σελίδων. Η ποίηση, η αληθινή, η μεγίστη και η σπουδαία, σκάβει τα σύννεφα ακούραστη για την ελάχιστη χαραμάδα ουρανού.
Και εδώ εντοπίζεται το εξής ωραίο και αντιφατικό: πώς γίνεται να με διαλύει επισταμένα και συνταγμένα κάθε φορά η ποίησή της, όταν εκείνη, ομοούσια και αδιαίρετη δεν έχει την παραμικρή απόσταση από τις λέξεις που τόσο αγαπά, υπηρετεί και φροντίζει. Η φιλολογική μου ιδιότητα ίσως να θολώνει τα νερά και τις καθηγητικές αναλύσεις μιας και το αντικείμενο της διάλυσης περνάει σε άλλο επαγγελματικό κλάδο, ωστόσο, σαν μαθήτρια που γοητεύεται από τα γραπτά που ανοίγει αντάμα με τα τετράδιά της, χαίρομαι και απολαμβάνω τόσο πολύ αυτή την άλυτη άσκηση στο σπίτι. Αρράγητη και αρραγής, πιστή στα αδιέξοδα που μόνο η ποίηση συνθέτει, μακριά από τους κανόνες και τις φιλολογικές απομυζήσεις, η Δρακοπούλου μαζί με την κατοικίδια ποίησή της μας ξηλώνει κλωστή-κλωστή και ύστερα μας κεντάει με το βελονάκι της στην καρδιά, συνεχίζοντας εκείνο που μόνο οι πεπρωμένοι ποιητές ξέρουν -χωρίς διατυμπανισμούς- να κάνουν. Να φτιάχνουν, δηλαδή, σύμπαντα έκλυτα και άλλο τόσο μυστικοπαθή, να σε καρφώνουν στην πληγή αλλά παράλληλα να σε φροντίζουν, ν’ αποδίδουν στους αφανείς την ηρωικότητά τους και να γράφουν για να μην γίνει η ιστορία τους σιωπή.
Διαβάσεις Πεζών
ακούραστος εργάτης ο κότσυφας βιάζεται φύλλα να πληγώσει. Είναι το ιδρωμένο κόκκινο τριαντάφυλλο που τις φλέβες του ασύστολα χτυπούν οι μαύρες στρατιές τα πέντε χρόνια στο κέλυφος του εδάφους. Και πάντοτε της λάσπης οι ηττημένοι
Αναμφίβολα ο «κωλοπαιδισμός» αποτελεί συνιστώσα του αστικού πολιτισμού. Η αναρριχώμενη εξουσία των καθαρμάτων γεμίζει καθημερινά τα στόματά μας κάθε φορά που αφήνουμε να βγει απ’ το στόμα ένας τέτοιος χαρακτηρισμός. Πόσες φορές όμως, αποκαλούμε κάποιον χαριτολογώντας «κωλόπαιδο», όταν καταφέρνει να μας συγκινήσει; Εκείνα τα ευαίσθητα, λοιπόν, κωλόπαιδα, που καταφέρνουν να συνυπάρχουνε ανάμεσά μας, συγκινώντας μας και ταράζοντάς μας ξεσηκωτικά κάθε φορά με τις πυρωμένες αναμνήσεις και τις εξεγερτικές τους λέξεις είναι η μεγαλόστομη απάντηση στην Πατρίκια κατάφαση για το πώς η ποίηση μας βρίσκει. Και οι «αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου» είναι τελικά οι υπομνήσεις ενός παιδιού που βρίσκει την καρδιά ακόμα ν’ αγαπάει.
*Η Αφροδίτη Κατσαδούρη είναι φιλόλογος και συγγραφέας. Η τελευταία της ποιητική συλλογή έχει τον τίτλο «Η σάρκα στάζει στο μπαλκόνι», εκδόσεις Έναστρον, και μπορείτε να τη βρείτε σε κεντρικά βιβλιοπωλεία. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε εδω: https://www.fractalart.gr/oi-ypomniseis-enos-paidioy/
Σ’ ανηφοριά καλόβολη, μπρος στην αυγή, στη δύση σιώπησα. Στη ροή κοντοστάθηκα, ακούγοντας φωνές γητεύτρες, την βία να αφοπλίζουν, στην ανεμελιά παραδίδοντάς την. Της γαλήνης την πλήξη επεδίωξα, των τρυφών τις ράθυμες ιαχές! Πλήξη δύστυχη εχόρτασα μέσα από δόλιο, ανηλεή δαρμό που οι άνθρωποι εκθειάζουν, αναζητώντας τον. Πάντα ο έρωτας απλοϊκός θα μοιάζει εις την έξιν, της αλγηδόνος έλξεως.
Η φωτογραφία αυτή του Μ.Μ., που κοσμεί τον τόμο του Περάνθη, τραβήχτηκε στην Κέρκυρα το 1894 και την απέστειλε ο ίδιος ο συγγραφέας στον Γιάννη Βλαχογιάννη.
Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
Στις 6 Ιουνίου του 1916, ο Μιχαήλ Μητσάκης πεθαίνει από περιπνευμονία στο Δρομοκαΐτειο. Από διετίας εξάλλου, «είχεν εξαφανισθή από τα κέντρα και ιδίως από τα γραφεία των πρωινών εφημερίδων των οποίων ήτο το στοιχειό όπου εκεί έγραφεν αλλόκοτους ελληνογαλλικούς στίχους».
Οι εφημερίδες της εποχής αντιμετωπίζουν το γεγονός του θανάτου του σαν αυτούς στα ποιήματά του «που φτιάχνουν τα κλειδιά, κόβουνε τα καπίκια».
Η χθεσινή μελαγχολική πομπή δεν ήτο αναμφιβόλως η κηδεία του, μολονότι μας ωδήγησεν εις το νεκροταφείον. Ειπέτε καλύτερα ότι ήτο μια επιμνημόσυνος δέησις, εις την οποίαν συνέβη τούτο το περίεργον, να έχωμεν μαζί μας και τον νεκρόν.
γράφει ο συνονόματός του Περάνθης στον τόμο για το έργο του.
Ο Μητσάκης γεννήθηκε το 1868 στα Μέγαρα και πήγε σχολείο στην Σπάρτη όπου και εξέδωσε την χειρόγραφη βραχύβια εφημερίδα «Ταΰγετος». «Τρελλούτσικος, μύωψ και αδύνατος, πολλά υπέφερε μικρός από τους συνομηλίκους του», έγραφε ο ίδιος, «ο αργός περιπατητής, πλάνης αδιάφορος που έσερνε το βήμα του το άσκοπον, ξένος προς την πέριξ κίνησιν ακολουθών των φευγαλέων σκέψεών του τον ειρμόν ή βυθισμένος εις τα σκότη των κενών του». Αν και φοίτησε για δύο έτη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στην δημοσιογραφία με αρκετές αποστολές, ταξιδεύοντας σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και αποτυπώνοντας τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες.
Ακάθιστος και πολυπράγμων, συμμετέχει αρχικά στη σύνταξη της σατιρικού περιεχομένου εφημερίδας Ασμοδαίος, δημοσιεύει άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά των Αθηνών, εκδίδει τις ευθυμογραφικές εφημερίδες Θόρυβος και Πρωτεύουσα, υπογράφοντας με ψευδώνυμα μεταξύ των οποίων Ιξίων, Καιροσκόπος, Πλανόδιος, Κόθορνος, Κρακ, υπήρξε διευθυντής του Ελληνικού Ημερολογίου του Π. Δ. Σακελλαρίου, συνίδρυσε το σατιρικό Άστυ μαζί με τους Θέμο και Μπάμπη Άννινο.
Παράλληλα με τη δημοσιογραφική του ενασχόληση, ο Μητσάκης παράγει και έργο λογοτεχνικό, αφού κατά βάθος αυτά τα δύο ενυπήρχαν στον Μητσάκη χωρίς αυτοτελή προάσκηση στον έναν ή τον άλλο τομέα, συγκεράστηκαν στα κείμενά του, σε μια ιδιότυπη ισορρόπηση που θα δυσκόλευε τον οιονδήποτε ν’ αποφανθεί ποιος απ’ τους δυο άραγε ζημιώθηκε, ο δημοσιογράφος ή ο λογοτέχνης.
Άνθρωποι, χριστιανοί, αδελφοί, δεν γνωρίζετε να μου υποδείξετε κανένα θηριοδαμαστήν δι’ αυτά τα δύο αγρίμια, αυτόν τον πάνθηρα και αυτήν την τίγριν, άτινα φέρω εντός μου, κατασπαράσσοντα την σάρκαν μου – τον Εγκέφαλόν μου και την Καρδίαν μου;
Διηγήματα, χρονογραφήματα, κριτικά δοκίμια, επιγράμματα και ποιήματα, μπαλαντζάροντας «εις δυο γλώσσας» ενίοτε, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, σε μία Ελλάδα που έψαχνε να βρει τη γλώσσα της, κάποτε στην καθαρεύουσα και κάποτε στη δημοτική, όπως «Η θλίψις του μαρμάρου» που έγινε «παράπονο», ιδιαιτερότητα που οδήγησε τον Παλαμά να τον χαρακτηρίσει «Κάλβο του πεζού λόγου».
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΟΥ (Αφιερώνεται εις τον αγαπητό μου Γεώργιο Καλοσγούρο.)
Με τα πόδια σπασμέν’ από το γόνατο, με τα χέρια κομμέν’ από τον άγκωνα, κοίτεται μέσα στο μουσείον το παλληκάρι το αρχαίο. Μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέρνοντας ζερβά λίγο το κεφάλι, είναι ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του, και φαίνεται ωσάν να κοιτάζη το ίδιο του το κορμί. Ακέρηο απ’ άκρη σ’ άκρη, το σώμα του τεντόνεται, σαν κατάλευκ’ ονειροφάντασμα ωραιότητας και γεροσύνης. Της γλυκειάς ωσάν κοριτσιού, της παλληκαρίσιας σαν ήρωα μορφής του το αλαφρό σήκωμα, βαστούνε, του εξαίσιου λαιμού του οι χαριτωμένες γραμμές. Από το σβέρκο του που σκύβει λιγάκι, φεύγουνε πίσωθε, ανοιχτές, οι δυνατές πλάτες του· μα από μπροστά, τα στήθια του ορθόνονται εύρωστα, σφιχτά, με φουσκωμένα, ξαναμμένα τα βυζά, σα ναν τ’ ανασηκόνη ο πλούσιος χυμός, που αναβράζει από μέσα τους. Η ράχη του μακριά, ίσια, κατεβαίνει, χωρισμένη με αυλάκι βαθύ, και τυλίγει, λες και το βλέπεις, αποκάτου από το δέρμα, το κανονικότατο φκιάσιμο των κοκκάλων και το αξεχώριστο δέσιμό τους. Απαλή, με τα πλευρά πλεγμέν’ αρμονικά, τώνα με τ’ άλλο, λυγίζεται η μέση του η λεπτή, που σε πάει μαλακά μαλακά, από το ανδρικό τέντωμα των στηθών του, εις της τρεμάμενης, της ανθισμένης σάρκας των πισινών του την αφροδίσια εμμορφιά, στα ρυθμικά μάγια των λαγαρών του. Λαμποκοπάει, γυαλιστερή σαν καθρέφτης, όλη, με ανεπαίσθητες ζάρες εδώ κ’ εκεί, η κοιλιά του, η πλατειά και η σύμμετρη αντάμα, και καταμεσής της χαμογελάει γλυκύτατα ο αφαλός του, που μόλις φαίνεται, και από κάτου της, ξέσκεπο, ελεύθερο, περίλαμπρο, ολόφωτο, το θείο βασίλειο της νειότης του υψόνεται. Ακμαία, γενναία, τορνευμένα, στρογγυλόνονται τα μεριά, και τραβούν κατά κάτου, ομαλά, ευθύγραμμα, για να βρουν τα κορδωμένα ντικλίνια. Δώθε και κείθε δίπλα εις το κορμί, ξεφυτρόνουν από τους ώμους του τα νευροδύναμα μπράτσα του, κι απάνω τους, χωρισμένοι, καθαρά καθαρά, καθ’ ένας από τον άλλον, μα κ’ ενωμένοι αξεκόλλητα εντούτοις, ήσυχοι, αξέννοιαστοι, ωσάν ν’ αναπαύονται με απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, προβάλλουνε οι μυώνες, καμαρωτοί και περήφανοι. Αλλά κει που με τον αγκώνα η πήχη θα εκαρφωνότανε στερεά στο μπράτσο, κει που η πανώρηα καμάρα της άντζας θα εκολλούσε σφιχτά με την ισάδα την τολμηρή του μεριού, σα μια πληγή ανώμαλη και βαθειά, με απότομα τα ξεπεταχτά της τα χείλια, μονάχη δείχνει, πού θα ήντουσαν τα στιβαρά χέρια, τα επιδέξια να ρίχνουνε το λιθάρι ή να κατεβάζουν τη γροθιά, πού θα ήντουσαν τα πόδια τα φτερωμένα, τα πόδια τα άφθαστα εις το τρέξιμο και τα ασύγκριτα εις το πήδημα. Σαν ναν την έχη δομένη παλάμη άγνωστη, οπού να προμελέτησε το χτύπημα, που να επροσχεδίασε το άδικο, τ’ άρπαξε, χέρια και πόδια, καθώς κατέβηκε, η βαθειά πληγή, και λείπουνε παρμένα. Όλο το άλλο του το σώμα, απείραχτο κι ανέγγιχτο και έμψυχο, παρουσιάζετ’ εμπρός σου, μονομιάς, σα ναν του χάρισαν, λες δεν επέρασε ακόμη στιγμή, το δώρο της ύπαρξης, σα να εφύσηξαν μέσα του, λες και δεν είνε στιγμή ακόμη, την πνοή της ζωής. Από τα σκέλια έως εις τα μαλλιά, από την κορφή έως τα ντικλίνια, τίποτα δε θολόνει το φάνταγμα του θαυμαστού του κορμιού, τίποτα δεν ατιμάζει τη μαγική του την όψη, τίποτα δεν ντροπιάζει την όψη του τη λαμπρή. Ούτε το μικρότερο τρίψιμο, ούτε το απλούστερο ράγισμα, ούτε το ελάχιστο χάλασμα, δε ζημιόνει καθόλου του παλληκαριού τη θωριά που σε θαμπόνει. Αλλά των μπράτσων του η πληγή, μα η πληγή των μεριών του, προβάλλει και χάσκει, άσπλαχνη, φρικτή, και κόβει με κακία στη μέση το κατάλευκ’ ονειροφάντασμα, και ξυπνάει το μάτι άξαφνα απ’ το μεθύσι του το γλυκό. Θάλεγες πως μοίρα κρυφή, θάλεγες πως εκδίκηση μυστική, που ή εφθόνησε η ίδια το τέλειο, το μοναδικό το κορμί, ή θέλησε να δουλέψη το άγριο μίσος εχθρού ζηλιάρη, επίτηδες άπλωσ’ απάνω του το βαρύ χέρι της, το χέρι της το αλύπητο, κ’ επίτηδες τ’ άφηκε ανέγγιχτο τ’ άλλο, κι επίτηδες του ’κοψε μονάχα τα άκρα του, για ναν του πάρη τη δύναμι να κινιέται, για ναν το κάμη ν’ απομείνη να σέρνεται, το φτωχό, πεντάμορφο, μα κολοβωμένο, για ναν το κάμη να βλέπη, ωσάν κατάδικος, τον εαυτό του παράλυτο, για ναν το κάμη να παρασταίνη αντάμα και τη μεγαλύτερη εμορφιά και τη μεγαλύτερη ασχήμια. Και ο νέος, κοίτεται τόρα, έτσι, εκεί πέρα, δίχως να μπορή ούτε στα χέρια του να βασταχθή, ούτε στα ποδάρια του να στηρίξη, δίχως να μπορή να σταθή ορθός, δίχως να μπορή να σηκωθή, σαν σακάτης σε κρεββάτι αρρώστιας. Την ασπράδα την άγγιχτη του κορμιού του, θλιβερά αγκαλιάζει η μαυρίλα του ξύλου, που είν’ απλωμένος, κι αποκάτου του ένα ψηφίο φανερόνει τη σειρά που τον έχουν βαλμένον. Απ’ των παραθυριών τα αψηλά τζάμια πέφτει χάμου, θαμπό το φως, και σκορπίζει πένθιμη λάμψι. Γύρω τριγύρω του, συντρόφια του εις τη συφορά του, σα ναν τα σώριασε η ίδια μοίρα, κι αυτά κει πέρα, παρόμοιας κατάρας θύματα, άθλια χαλάσματα της ζωής, οπού γυρεύουν ησυχίαν από τα πάθη… λείψανα τέτοιας τύχης οπού βρήκαν λιμάνι για να φύγουν τις μπόρες, να γλιτώσουν τα βάσανα ταραγμένης υπάρξεως με τον ίδιον τρόπο, απαράλλαχτ’ απάνω στα ξύλινα, απάνω στα μαύρα στηρίγματά τους, σα σε κρεββάτια ξαπλόνονται, γεμίζουν όλον τον τόπο, κοψοπόδαρα, ή κουλά, ή ραγισμένα, ή μισοσπασμένα, ή κατατσακισμένα, σα σε νοσοκομείου ζωγραφιά, λες κι ακαρτερούν το χειρούργο για να ιδή της πληγές τους, ένα σωρό κι άλλα κορμιά σαν αυτόν, ωσάν αυτόν κι άλλα κουφάρια ένα σωρό. Μέσα στην κρύα τη σάλα, τη στρωμένη με πλάκες, η σιωπή είνε απόλυτη, ανέκφραστο παράπονο βασιλεύει και μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέρνοντας ζερβά λίγο το κεφάλι, το παλληκάρι το ωραίο, φαίνεται σαν να βλέπη το ίδιο του το κορμί, και σαν σύννεφο λύπης, που μόλις διακρίνεται, να σκεπάζη την καλή του μορφή, την παλληκαρίσια και τη γλυκειά. Αχ, δεν εφανταζότανε ποτέ βέβαια, αυτήν την τύχη, όταν, λεβέντης καμαρωμένος, εσυργιανούσε εις τις στοές και στα γυμναστήρια της παλαιάς πόλεως την ανεκδιήγητη δόξα των αψεγάδιαστων μελών του. Αχ, δεν εφανταζότανε βέβαια αυτήν την τύχη, όταν, στεφανωμένος αγωνιστής έρριχνε το λιθάρι στο Στάδιο, ή ενικούσε στο πάλαιμα, ή εκουβέντιαζε με τους φιλοσόφους, ή ανέβαινε στην Ακρόπολι, μπροστά μπροστά στα ιερά πανηγύρια. Δεν εφανταζότανε ποτέ βέβαια αυτήν την τύχη, όταν έβγαινε απ’ τα χέρια του γλύπτη του, όταν άστραφτε μέσα στ’ αργαστήρι του, από κάτου απ’ τον ολάνοιχτο ουρανό της Αθήνας, αποκάτω απ’ του ήλιου την ασκίαστη λάμψι, ανατριχιάζοντας όλος από δύναμη κι από αντρειά. Και δεν εφανταζότανε, —αχ, ποτέ βέβαια!— αυτήν την τύχη, όταν, θνητός αυτός, έβλεπε ναν τον στυλόνουνε στο ναό, για να παραστήση του Απόλλωνα ή του Ερμή το αθάνατο το είδωλο. Και σαν νικημένος πολεμιστής, με σπασμένα τα πόδι’ από το γόνατο, με κομμένα τα χέρι’ από τον άγκωνα, είναι ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του. Ακίνητο, με τα μάτια του σταθερά, θάλεγες όμως πως τριγυρνάει το βλέμμα του από τους ώμους του τους νευρώδεις εις τα τορνευμένα του τα μεριά, από τη λυγερή του τη μέση εις το φούσκωμα των στηθών του, απ’ την τρεμάμενη, την ανθισμένη σάρκα των πισινών του στο θείο βασίλειο της γυμνής νειότης του. Καθώς σκύβει ελαφρά το λαιμό του, λες κ’ εξετάζει μονάχος του το σώμα του, και μελετάει τους μυώνες του και σπουδάζει το φκιάσιμό του. Και κάπου κάπου, στον κρυφό του περίπατο, το βλέμμα του φαίνεται σα να καρφόνεται, βαρύ, βαρύ, και εις των γονάτων του τις απότομες λαβωματιές, και εις τις σκληρές των αγκώνων του τις πληγές. Κι αν τον κοιτάξης ώρα πολλή, πολλή, πεσμένον έτσι, με της λύπης το σύννεφο το άφαντο, οπού σκεπάζει το μέτωπό του, θαρρείς πως —τάχα μονάχα σε γελάει το μάτι σου;— σιωπηλό δάκρυο λαμποκοπάει κάπου κάπου, μεσ’ απ’ τα πέτρινα ματόφυλλά του.
Το γεγονός πως μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού του έργου δεν κατάφερε να το εκδώσει, επέτεινε την απογοήτευσή του Μητσάκη και υπήρξε πηγή παθολογικών ιδεών περί καταδιώξεώς του από τους λογοτεχνικούς κύκλους. (Νωρίτερα, συμμετείχε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό το 1891 με εννέα ποιήματα σε ελεύθερο και ανομοιοκατάληκτο στίχο, τα οποία ο εισηγητής Άγγελος Βλάχος απέρριψε: «έχει προδήλως στιχουργικήν ευχέρειαν, ελέγχει δε ενιαχού και δύναμιν εκφράσεως, ήν όμως σπαταλά παλαίων κατά ανεμομύλων.») Το αποτέλεσμα ήταν να νοσηλευτεί τον Δεκέμβρη του 1894 στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας.
Παρ’ ημίν, μετά πεντηκονταετή από της συστάσεως του βασιλείου βίον, μόλις ήδη κατορθώθη να γίνη αισθητή η ανάγκη και η υπό του πολιτισμού επιβαλλομένη υποχρέωσις της υπάρξεως ενός ασύλου των δυστυχών τούτων… Παλαιόν οικοδόμημα και αυτό, μη κατηρτισμένον. Είναι αληθές, βεβαίως, συμφώνως προς πάσας της επιστήμης τας απαιτήσεις, μη δυνάμενον να χρησιμεύση ως υπόδειγμα τοιούτου φιλανθρωπικού καταστήματος… Και η θέα των εγκλείστων δεν παρέχει εκ πρώτης όψεως την ιδέαν εις τον παρατηρητήν ότι ευρίσκεται εν οικήματι τρελλών… Πολλοί συνομιλούν, τινές αναγιγνώσκουν, άλλοι ίστανται απλώς παρατηρούντες σιωπηλοί, άλλοι αποτελούσι πολυαρίθμους ομάδας, άλλοι περιπατούσι μακράν των λοιπών εν υπερηφάνω απομονώσει. Με τινάς εξ αυτών πρέπει να συνομιλήσης επί πολλήν ώραν δια να εννοήσης ότι είναι πράγματι παράφρονες… Επί δε της μορφής πάντες σχεδόν φέρουσιν αποτυπωμένην του παθήματός των την σφραγίδα, οφθαλμούς απλανείς, χρώμα ωχρόν, χείλη τρέμοντα… Τα προς ίασιν μέτρα φαίνεται ότι καθυστερούσιν… Το συνηθέστερον είναι το απλούστερον – το ξύλον…
Η ήδη υπάρχουσα ψυχική ταραχή του τον οδηγεί δύο χρόνια αργότερα στο Δρομοκαΐτειο με την διάγνωση της «φρενοπάθειας των εκφύλων». Ο ποιητής Ταγκόπουλος, και εκδότης ενός μέρους των ελληνικών του κειμένων το 1920 και το 1922, γράφει:
Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ μια τραγική μου συνάντηση. Ανέβαινα βράδι-βράδι προς το Σύνταγμα, όταν εκεί έξω από του Ζαχαράτου βλέπω τον Μητσάκη και κάτι λούστρους που τονέ σταυρώνανε. Ο Μητσάκης αγριεμένος έλεγε λόγια ασυνάρτητα, έβγαζε άναρθρες κραυγές και μ’ ένα μικρό μπαστουνάκι που κρατούσε, προσπαθούσε να αμυνθεί κατ’ αυτών των λύκων.
Κατά την δεύτερη εισαγωγή του στο ψυχιατρείο, στο βιβλίο εισαγωγών αναφέρεται ότι ο ασθενής βρισκόταν σε κατάσταση «ελαφράς ψυχοκινήτου διεγέρσεως» και παρουσίαζε αδυναμία των λειτουργιών της μνήμης. Ακόμη, βρισκόταν συνεχώς σε ταραχή και ήταν διαρκώς απορροφημένος από την έμμονη ιδέα να δραπετεύσει. Απαντούσε πάντα στη γαλλική γλώσσα στις ερωτήσεις. Δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι είναι σε νοσοκομείο. Επίμονα πίστευε ότι είχε έλθει μόνο και μόνο για να παντρευτεί την κυρία που τυχαία είχε ερωτευτεί και η οποία δέχτηκε, τη παρακλήσει των δικών του, να τον συνοδεύσει ως το άσυλο. Δεν συνειδητοποιούσε την παρούσα κατάσταση του και η γενική του συμπεριφορά ήταν παθολογική.
Μετά την έξοδο του από το ίδρυμα, τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, έπαψε να δημοσιεύει, όμως άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και στα «ελληνο-γαλλικά». Νωρίτερα, σε μία σειρά γραπτών του με τίτλο «Γιατί», καλούσε τους αληθινούς ποιητές και πεζογράφους, «στο να πάρουν από όπου μπορούν λέξεις», προσέχοντας να είναι ικανοί να τους εμφυσήσουν «την πνοήν την κινούσαν και την δονούσαν»:
— Γιατί ο Γκούτεμπεργ δεν εφεύρισκε καλλίτερα την ουσιογραφίαν ; — Γιατί πολλοί προτιμούν και αυτήν την μητρομανίαν από την μετρομανίαν (του Παλαμά ή άλλου στιχουργού μας, αδιάφορο, διότι εγώ δεν αποπειρώμαι να τους εξευτελίσω και προσωπικώς, θεός φυλάξοι!); — Γιατί ο αγαπητός φίλος Παλαμάς τού ήρθε ύστερα από τόσων χρόνων σωφροσύνη να προβάλη τελευταία και ως ιαμ…βιαστής και γιατί δεν καταδιώκεται ως πρέπει;
*
Όπως οι βαλανιδιές επάνω στα όρη Που δεν φοβούνται ούτε τον άνεμο Ούτε τα χτυπήματα του κεραυνού, Ούτε τον πέλεκυ του δαίμονα, Θα σε περιμένω με το πόδι σταθερό Πάνω στο χώμα καρφωμένο, Πνεύμα ταραχώδες, αρμονικό και τρελλό.
Οι παραπάνω στίχοι όπως και κάμποσοι άλλοι στα γαλλικά (μερικούς από τους οποίους μετέφρασε αργότερα ο ποιητής και ψυχίατρος Θανάσης Χατζόπουλος το 1989), βρέθηκαν το 1942 σε ένα παλαιοπωλείο, γραμμένοι στις σελίδες ενός τόμου της Ιλιάδας σε έκδοση του 1818, στα περιθώρια και επάνω στο κείμενο, από τον νευροχειρουργό Άγγελο Καράκαλο, ο οποίος τους κατέγραψε και τους δημοσίευσε το 1957. Χρόνια πριν, το 1935, ο Νικόλαος Ποριώτης είχε δημοσιεύσει και κάποια άλλα σκόρπια ποιήματα, από τα «χαρτιά» που είχε εγκαταλείψει στο δημοσιογραφικό του γραφείο ο Μητσάκης, ενώ ένα σημαντικό μέρος από αυτά συγκέντρωσε και ο Κατσίμπαλης.
Στον τόμο της Ιλιάδας αναγράφεται μονάχα μία ημερομηνία, αυτή της 25ης Μαρτίου 1903, σε κείμενο που τιτλοφορείται «Μemoires de guerre», («Πολεμικές αναμνήσεις») και μιλάει για τον Mitsaky στο πεδίο της μάχης.
Θα σου πω ωραίες ειδήσεις Και ηχηρούς χρησμούς Από το φως και τον αέρα θαμπωμένος Και το αίμα μου νιώθοντας να φλογίζεται Κάτω από τους ατμούς του δάσους, Οι παλαιοί μύθοι των άφωνων βοσκοτόπων Θα κάνω να ξαναγεννηθούν ανανεωμένοι Με την ευκίνητη και λεπτοκαμωμένη χάρη τους Από μια λαμπερή ακτίνα χρυσωμένοι Μέσα από τα πεύκα και τις οξυές, Θα με ακούσεις να σου μεταφέρω Την τόσο απλή και τραχειά γλώσσα Των χωρικών και των στρατοκόπων, Με αγνές προθέσεις και χωρίς υστεροβουλία Αυτή θα κυλήσει, θα γελάσει, θα βοήσει, Απαλλαγμένη από κάθε καυστική σόδα.
«Κι αν δασύτριχο το δέρμα τους, τα μάτια μαύρα, κόκκινα τα στόματα», εβίβα σε αυτούς τους σοφούς των ασύλων που κινήθηκαν ανάμεσα στα όρια της ποιητικής σωφροσύνης και της άλλης! Κάτω από αυτό το φθαρμένο ένδυμα, το τραχύ και πρωτόγονο, θα φουσκώνει πάντοτε μια καρδιά τρελού για το άγριο φιλί.
Είμαι ο πρωτόγονος και περήφανος αλήτης. Δεν ξέρω τι καταπίνω, δεν ξέρω που ξαπλώνω, Δεν εκτιμώ τη δύναμη των εύρωστων μπράτσων μου. Σκοντάφτοντας στους σάπιους τοίχους Των πόλεων, που φυτοζωούν Είμαι ο κτηνώδης και αδιόρθωτος κοντοτιέρος Που η γενναιότητά του είναι ισάξια με την ικανότητά του. Πουλιέμαι σαν τις γυναίκες σε λαούς και βασιλιάδες.
ΠΗΓΕΣ Εφημερίδα Έθνος, 7 Ιουνίου 1916. Ν. Ποριώτης, Ανέκδοτοι στίχοι του Μ. Μητσάκη, Νέα Γράμματα, τ. 1, 1935, σ. 86–99. Γ. Κ. Κατσίμπαλης, Βιβλιογραφία Μιχαήλ Μητσάκη, Αθήνα 1942 (και Βιβλιογραφικά συμπληρώματα, Αθήνα, 1944). Γ. Κ. Κατσίμπαλης, «Η ανέκδοτη σελίδα του Μητσάκη, Νέα Εστία, Ιαν. 1935, τ. 17, σ. 44. Μιχαήλ Μητσάκης, Το έργο του, επιμέλεια Μ. Περάνθης, Εστία, 1956 Μ. Μητσάκης, Παρά τοις δούλοις. Τα Ιωάννινα, φιλολογική επιμέλεια Γ. Παπακώστας, Πατάκης, 2004. Α. Καράκαλος, «Αναζητώντας τον Μιχαήλ Μητσάκη (1863-1916)», Η Λέξη, τ. 90, 1989, σ. 990-998. Α. Καράκαλος, «Επιλογή από τα Γιατί», Η Λέξη, τ. 90 , Δεκ. 1989, σ. 1000-1003. Μ. Μητσάκης, Πεζογραφήματα, (όπου και η αναφορά στη διήγηση του Δ. Π. Ταγκόπουλου), σύμβουλος έκδοσης Μ. Αναγνωστάκης, Νεφέλη, Αθήνα, 1988. Μ. Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών, φιλολογική επιμέλεια Γ. Παπακώστας, Πατάκης, 2004. Μ. Σ. Φαφαλιού. Ιερά Οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαϊτειο, Κέδρος, 1991. Δ. Ν. Πλουμπίδης, «Η γαλλική ποίηση του Μιχαήλ Μητσάκη», 24 γράμματα, 7/11/2012. Μ. Mitsakis, Le suicide et autres textes, traduction G. Ortlieb, Editions Le temps qu’il fait, Cognac, 1997. M. Μητσάκης, «Ποιήματα», μετάφραση Θ. Χατζόπουλος, Η Λέξη, τ. 90, 1989, 987-989.