Δημήτρης Τρωαδίτης, Οι ζωογόνοι αγέρηδες

46124_202367426593840_1039658082_n

Οι ζωογόνοι αγέρηδες
μετοίκησαν στα μαλλιά σου
καθώς ξεντύνεις
την αφέλειά σου
μέσα σε πανδαισία φωτός
απ’ άκρο σ’ άκρο ριγώντας

καταπατάς όλες
τις πρότερες
συμφωνίες αίματος
και δίνεσαι πλέον
ψυχή τε και σώματι
στους αγέρηδες
της επερχόμενης νοσταλγίας
ορατών τε και αοράτων

Judith Malina, Δύο ποιήματα

Judith Malina

Αινίγματα της αυγής

Η αυγή προβληματίζει τον ουρανό
με τις άλικες ραβδώσεις της
Μια νύχτα που σβήνει κλέβοντας
συνείδηση
Από τα ημερήσια θηρία
από τα οποία είμαστε
η καλύτερη, αλλά πιο κτηνώδης συνομοταξία.
Εμείς που ξυπνάμε
από τα δεινά που συννεφιάζουν τους ουρανούς
χειρότερα κι από τη
Νύχτα. Ξυπνήστε! Η μέρα απλώνει
μια ελαφρότητα στον αέρα,
Τρυπώντας τη μολυσμένη φούσκα
που θα μας συσκοτίσει
– εμείς, η ενωρίτερη
καταγραφή του λόγου.
Και υπάρχει φως – που είναι καλό
αντιλαλεί στο μάτι,
Τρεμοσβήνοντας με συνείδηση.

Στον κόσμο που οραματιζόμαστε

Στον κόσμο που οραματιζόμαστε
τα νερά ρέουν.
Ανάμεσα στο βουνό
και την πεδιάδα
δεν υπάρχουν σύνορα,
ούτε μεθόριος
αστυνομία να σταματήσει
τους ανθρώπους από το να κινούνται
ούτε ελαιοτριβεία και φράγματα
που μολύνουν
που συγκρατούν τη ροή
καταδικάζοντας τη γη.
Στον κόσμο που οραματιζόμαστε
η ροή είναι σαν την κυκλοφορία
του αίματος
που περικυκλώνει το σώμα
σε έναν τέλειο ρυθμό
όπως τα ποτάμια που είναι
οι αρτηρίες της δράσης,
υδρόβιοι δρόμοι ζωής
για εμάς και τα θηρία της θάλασσας …

*Από την ποιητική συλλογή της Judith Malina «Love and Politics» (Black and Red, Detroit 2001). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Η Judith Malina γεννήθηκε στη Γερμανία το 1926, αλλά μεγάλωσε στις ΗΠΑ. Είναι αναρχική ηθοποιός, σκηνοθέτης, ποιήτρια, συγγραφέας και ακτιβίστρια. Μαζί με τον σύντροφό της, Julian Beck (1925-1985), ίδρυσαν και λειτούργησαν στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι στις δεκαετίες ’50 και ’60 το ριζοσπαστικό, πολιτικό θεατρικό σχήμα Living Theatre.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Τακτοποιημένος

friday-21

Οι μέρες που θα ‘ρθούν δε με τρομάζουν.
Θα παρελάσουν μπρος μου σαν γνώριμοι φαντάροι
με βήμα κοφτό, συγκρατημένο, ήρεμο ύφος.
Εγώ, κρατώντας μια θέση βολική μέσα στο πλήθος,
θα καμαρώνω με την ανύποπτη σιγουριά
που δε γνώρισε τρικυμίες ή τις απέφυγε.

Οι μέρες που θα ‘ρθούν δε με τρομάζουν.
Μαζί μου θα σβήσουν
– γυμνές γυναίκες, ήμερες,
ολοκληρωτικά καταχτημένες.
Θα πάρουν μαζί τους το στερνό τραγούδι μου
– εκείνο το γνωστό τραγούδι,
που φοβισμένα ψυθυρίζουμε,
όταν σκεφτόμαστε τρυκιμισμένα όνειρα μιας άλλης εποχής,
ημέρες φωτερές,
ολόδροσα βήματα,
βραδυνά χωρίς υποψία.

Πιερ Ρεβερντύ, Ένας άνθρωπος ξοφλημένος

%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BA%CE%BB%CE%B1

Το βράδυ, περιφέρει, μέσα από τη βροχή και το
νυχτερινό κίνδυνο, την άμορφη σκιά του κι ό,τι του
έδωσε την πικρή γέψη. Τρέμει στο πρώτο
συναπάντημα – πώς να ξεφύγει της απελπισίας; Ένα
πλήθος τριγυρίζει μέσα στον άνεμο που βασανίζει τα
κλαδιά, και ο Κύριος του ουρανού τον παρακολουθεί
με τρομερό μάτι. Μια επιγραφή τρίζει – ο φόβος. Μια
πόρτα σαλεύει και το αποπάνω εξώφυλλο χτυπάει
κόντρα στον τοίχο. Τρέχει και τον εγκαταλείπουν τα
φτερά που σήκωναν τον μαύρο άγγελο. Κι έπειτα,
στους ατέλειωτους διαδρόμους, στα ερημωμένα
νυχτερινά λιβάδια, στα σκοτεινά σύνορα όπου το
πνεύμα σκοντάφτει, οι αναπάντητες φωνές
διαπερνούν τα στεγανά, οι κακοχτισμένες ιδέες
κλονίζονται, αντηχούν οι καμπάνες του
διφορούμενου θανάτου.

*Μετάφραση: Μελισσάνθη

Τέος Σαλαπασίδης, Ο ήλιος πέφτει

431691-anoigmA

Ο ήλιος πέφτει οι σκιές μας προχωρούν
Η νύκτα προχωρεί σα στυπόχαρτο απορροφά τις σκιές μας
Το τέρμα ήταν ανάποδα.
Και μεις ακόμα νέοι. Αγάπη μου

Αν ήξερες το απόγευμα περισσότερα για μένα
Με σιγή θα έκλεινες τον παλιό περίπατο
Αφού τα δέντρα ψιθύριζαν τόσες σκιές στα χείλη σου
όμως εσύ δεν ήξερες. Καληνύκτα

Καληνύχτα. Θα ’ρθώ τον άλλο καιρό
Εσύ πού θά ’σαι… Οι μέρες τότε μεγαλώνουν
Οι νύκτες μικρές για να μας κρύψουν

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ο Πολίτης Δεκαπενθήμερος», τεύχος 17, 26.1.1996, με το ψευδώνυμο Νίκος Νικολαΐδης. Από το βιβλίο: «Τέος Σαλαπασίδης – Μια παρουσίαση από τον Κώστα Βούλγαρη», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 50. Εδώ (μαζί με την εικόνα της ανάρτησης) αναδημοσιεύεται από το http://eccoci.pblogs.gr

vuli z., Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος

gogh.mountain-st-remy

Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Τόσο σιωπηλός και βαθύς και απόμακρος,
σαν προς θρήνο ωραίο και προς μαύρα λουλούδια όλα να τα ωθείς.
Μέσα στη λύπη σου όταν με ξεχνάς.
Σε νιώθω παρ’ όλα αυτά κοντά μου, μ’ αρέσεις.
Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Τα χείλη μου υγραίνονται για σένα στη σκιά σου.
Kι αναζητούν τη σάρκα σου στον άνεμο,
καθώς το πνεύμα μου ακροθωπεύει
τις παρειές των ωραίων ονείρων σου.
Εκεί στη λύπη σου στέκομαι σύθαμπη.
Mετά μικρών δακρύων συνοδοιπορώ προς το μπορώ.
Εις μάτην δακρυροώ.
Αν και ποτέ ένα δάκρυ δεν πάει χαμένο.
Συμποτίζουμε τα μαύρα λουλούδια σου, ονειρικέ.
Kαι μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Μ’ αρέσει ακόμα κι η θλίψη σου, κρύφιε έρωτα.
⊰✿ ⊰✿..

Upcoming events in Melbourne / Προσεχείς εκδηλώσεις στη Μελβούρνη

The Attic

————————————————

141473-mpu-even-if-the-sun-cover-1

Friday 11 October 2013, 6pm-8pm. .
Collected Works Bookshop, Level 1/37 Swanston St, Melbourne

RSVP: nola.firth@mcri.edu.au

Free event, refreshments provided
Even if the Sun

Union Poet Series chapbook #17
By Nola Firth

Launched by Ross Donlon, award winning Castlemaine poet 
and publisher of Mark Time Books

Readings also by editors: Sue King-Smith, Anne Elvey, Kevin Brophy,
Sue Gillett, and Philton.

RSVP: nola.firth@mcri.edu.au

‘This is a remarkable collection, shaped in such a way that it seems wholly natural and inevitable that the poetry should move from personal memories of the dark book case and determined blue eyes of her father to appreciations of the ‘hot, tough and corrugated’ Australian country, and then finally to the ‘unfolded flight’ of an inner journey towards, perhaps, silence. Like all good poetry it is addictive, and of course this small book ends all too soon. These beautifully sturdy light-filled poems deserve a broad readership.’ Kevin Brophy,

□ Sorry I can’t make it, but please send me …copies of Even if the Sun. I have deposited $18 (which includes postage within Australia) with my name and the book title in the Melbourne Poets Union account (BSB: 063 010 Acc no: 1005 4087).
Name:
Address Email:
Send to: MPU, PO Box 266, Flinders lane, VIC 8009

Τάκης Σινόπουλος, Ο Οδυσσέας στο ποτάμι

Ένα φεγγάρι ολονυχτίς ταξίδευε
πάνω στην ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό, ποτάμι
Ήσυχος ήλιος τώρα απλώνεται στη γη
ζεσταίνει το αίμα σου με φως
Ύστερα θα’ρθει το κορίτσι το αλαφρό
θα κρούσει φωτεινές παλάμες
η πέτρα του ύπνου θα κυλήσει απ’ τα μάτια σου
θα σηκωθείς στην πρασινόλευκη σιωπή
κι οι νύμφες θα τρομάξουνε
θα φύγουν στην κοιλάδα γοργοπόδαρες
και το κορίτσι τ’ άσπρο θα ‘ναι δροσερό
σε δέντρο κάτω από το φως
Πιο πέρα τα άλλα δέντρα κι οι σιωπές
θα στρίψουν θα κοιτάξουν
το δέντρο με το φόρεμα της άνοιξης
να σκύβει ατάραχο να αγγίζει το ποτάμι
την ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό
ποτάμι
Μα εσύ μιλώντας τώρα εμπρός στο Βασιλιά
και τ’ άσπρο δέντρο ακούγοντας στα δώματα
Μιλώντας με τον τρόπο που μιλούν
οι ζωντανοί θυμήσου
Στη θάλασσα οι πνιγμένοι ταξιδεύοντας
γυρεύουν την πατρίδα τους κι όλο γυρνάνε πίσω

*Από τη Συλλογή “Μεταίχμιο Β'”. Παρμέ ο από το http://boukalistithalassa.blogspot.com

Μανόλης Βάγιας (Μανόλο), Στίχοι…

tumblr_ms1rhfSto91qarjnpo1_500

Καλύτερα στο περιθώριο
παρά στο πεζοδρόμιο

———–

Οι φωτεινές επιγραφές
των πολυκαταστημάτων
τονίζουν τα θλιμμένα πρόσωπα
των παιδιών που ξεφωνίζουν
απελπισμένα…
– Πάρτε μας μακριά
από τον κόσμο.

———–

Το φεγγάρι πάνω από αυτό το σπίτι
θέλει πότισμα,
έκλαψε πολύ όλη την νύχτα.

Τα δέντρα στον κήπο αυτού του σπιτιού
θέλουν πότισμα,
έκλαψαν πολύ τούτη τη νύχτα.

Η πόρτα σ’ αυτό το σπίτι
θέλει λάδωμα,
τρίζει τόσο απελπισμένα τόσο λυπημένα
και ο απέναντι μαλώνει με τη γυναίκα του.

———–

Με πόνο τόσο δυνατό,
πώς να αντέξει ο στίχος.

Αφήστε με.

*Από τη συλλογή «Η τρύπα», Αθήνα 1994 (σε χειροποίητη, ανεξάρτητη έκδοση).

Ορέστης Ηλιανός, Πινελιές

Ορέστης Ηλιανός

I

Η γερακίσια μύτη: Γραβάτα.
Ο βλάχος
Ο μοσκιός
Το νευρόσπαστο

Μια ανιαρή παρτίδα πόκερ
Φάτσες νυσταγμένες
Το δωμάτιο παλιά
Στο πίσω μέρος

II

Με διαπερνάς με αστραπές
Άραγε είσαι συ
ή η θύμησή σου;

III

Σήμερα άλλη αγαπητικιά
ξενυχτάει μαζί μου: Το χιόνι.
Την αγαπώ τη βροχή
μα μιλάει πολύ.
Το χιόνι είναι κρύο
μα ξέρει ν’ αγκαλιάζει ζεστά

IV

Το καφενείο είναι ένας κόμβος
Ένας κόμβος συγκοινωνιακός
Δρόμοι ποικίλοι, διαφορετικοί
περνούν, συγκλίνουν κι αποκλίνουν

V

Θα χάραζε η αυγή
Μα δεν χαράζει
γιατί έχει βαριά συννεφιά
Μα τι σημασία έχει άραγε;
Πες πως δεν χάραξε ποτέ

VI

Ο καφές είναι ένα ψυχοφάρμακο
Όπως ακριβώς το τσιγάρο και ο ύπνος.
Προπαντός ο ύπνος

VII

Γιατί άραγε ο κόσμος πρέπει
ν’ αποτελείται από καμπύλες και στροφές
Δε θα μπορούσε να είναι μόνο ευθείες και επίπεδα;

*Από τη συλλογή “Απόηχοι”, εκδ. Σύγχρονη Γνώμη, Αθήνα 2003.