Αρθ. Ρεμπώ, Πρωινό Μέθης

264917_160646250672892_3426447_n

Ω Αγαθό μου!
Ω το Ωραίο μου!
Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου!
Στρεβλή μαγική!
Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το
θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά.
Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών,
θα τελειώσει από αυτά.
Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας,
ακόμα και όταν,
καθώς η φανφάρα στραφεί,
θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια.
Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση
καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας,
αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη.
Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!
Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο
του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις
τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε
τον πολύ αγνό μας έρωτα.
Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε,
μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την
αιωνιότητα,
αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

Γέλιο των παιδιών,
διακριτικότητα των σκλάβων,
αυστηρότητα των παρθένων,
φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων,
να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση
αυτής της αγρυπνίας.
Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.

Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο!
όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα που μας
χάρισες.
Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε!
Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από
τις ηλικίες μας.
Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.

John Karteris, Τα όνειρα πάντα θα δραπετεύουν

kefalia

Με αφορμή μιαν άλλη επίθεση….

Τα δεκατέσσερα τα χρόνια του
δεν συγκινήσαν τα θεριά
που μάρκαραν το χώρο
ουρώντας τη χολή τους
Η ανεμελιά της νιότης τον παρέσυρε
στο αδιέξοδο στενό
όπου το φως κρυβότανε από ντροπή
άνομες πράξεις να μην βλέπει
Εκεί που οι σάπιες οι προθέσεις τους κουρνιάζανε
σαν όρνια στα τηλεγραφόξυλα
και στήνανε καρτέρι με σκοπό
να διαφεντεύουνε το βρώμικο αγέρα.
Σπασμένα μπουκάλια του χάραξαν το πρόσωπο
μεθώντας στις πληγές το μίσος
που στάλα-στάλα μάζευαν ανύπαρκτες ψυχές
που άνθρωποι δεν θέλησαν να γίνουν
Οι δολοφόνοι της ελπίδας
δεν μπόρεσαν να αφανίσουν τα όνειρα
Αυτά δραπέτευσαν μακριά- (πάντα θα δραπετεύουν)
στην αγκαλιά της μάνας του.
Δεν υπολόγισαν ως φαίνεται καλά Είναι πολλοί αυτοί που αντιλαμβάνονται τα σκοτεινά τους πλάνα , Οι υλακές του φασισμού της εξουσίας αρωγοί ηχούν στα αυτιά τους , εμβοές Και είναι αφορμή αντίδρασης το αίμα στο υγραμένο άσπρο των αθώων του ματιών .

Μαρία Τσολιά, Δύο ποιήματα

1082360_10151861440868896_715856570_n

ΕΞ ΑΡΧΗΣ

Αλλάζω τους κώδικες
μηδενίζω τους μετρητές
των συναισθημάτων

με νέες κλίμακες
λογαριάζω το ανηλεές

αυτό
που κάποιοι
θα ονόμαζαν
έρωτα.

ΣΕΝΤΟΝΙ

Γδύθηκα
τα κελύφη
που μου φόρτωσαν
δανεικά κι αχρείαστα

φόρεσα
μόνον την ψυχή μου
λευκό σεντόνι
νά’ χω να στρώσω
του έρωτα
και του θανάτου.

* Η Μαρία Τσολιά γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1966 στην Άρτα. Σπούδασε Φιλοσοφία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία στη Φιλοσοφική Αθηνών και Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Η μεταπτυχιακή της εργασία στην Νεοελληνική Φιλολογία αφορά την εικονοθεσία στο έργο του Ν. Καββαδία. Εργάστηκε επί αρκετά έτη ως Γραμματεύς Διευθύνσεως και Σύμβουλος σε θέματα Ανθρωπίνων Πόρων. Την τελευταία δεκαετία εργάζεται στον ευαίσθητο τομέα της Μετανάστευσης.

**Από τη συλλογή “Όσο κόκκινο μου αρνήθηκες” (εκδ. Οσελότος).

Βασίλης Κουστούδας, Ανθρώπινα πλάσματα

Ανθρώπινα πλάσματα
τόσο ανόητα και επαρμένα

μέσα στα πράγματα

μέσα στην κίνηση

μες τον αέρα

στα γκρίζα τους φάσματα

με αδίστακτα φράγματα

και μνήμες που εγκλωβίστηκαν
γύρω απ΄το ψέμα,

του απείρου φαντάσματα

ανθρώπινα πλάσματα

τόσο παράξενα

και τόσο θλιμμένα!

*Το ποίημα είναι από τη δεύτερη συλλογή του Βασίλη Κουστούδα “Κύματα του νεκρού νερού”.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης Νο 422 (συνηθισμένη ζωή)

535901_344172225728852_82657011_n

Σκεπασμένες
οι λέξεις,
με σιωπές,
έκσταση γοτθική
και η καρδιά,
μηχανής και λαθραία:
τα αισθήματα
και η ζωή του,
πρόζα
και μεταλλικές φωτιές,
ρευστές,
ηχογραφημένες,
με πόνο
και ψιθυριστές ικεσίες
και ο βυθός,
αρχαία ερείπια
στο ενυδρείο:
οι αναμνήσεις του,
γοργόνες
πλαστικές,
μισοθαμμένες•
φοίνικες,
κυλινδρικό το σπίτι
σκοτεινό
και οι σκιές πήλινες,
στη λίμνη
του παγωμένου αίματος,
το ταμπούρλο
βαρούν:
σεντόνια τσακισμένα,
το κορμί του
και οι σκέψεις,
σταγόνες
από λιωμένες ελπίδες:
απεγνωσμένος
και ακτίνες
από σούπερ νόβα
και βράχοι ιπτάμενοι
και πολεμιστές οράματα
τον κυνηγούν,
κι αυτός
νεκρούς ήλιους
να σκέπτεται
και διπλωμένος
να κλαψουρίζει•

18-9-2013

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό έκτο

lotta-di-classe

Στο δολοφονημένο από τους φασίστες Παύλο Φύσσα

Ευημερείτε! Και λοιπόν; Τι καταφέρατε αργυρό,
πολίτες της έννομης φρίκης; Τι ευθαρσώς
αργυρό, σαν την σταγόνα μιας αδέσποτης βροχής,
που αρνείται ν’ αποχωριστεί του πεύκου τη βελόνα,
όταν ο ήλιος την καλεί στη μάχη του μεσημεριού;
Καν τόσο, τόσο καν δεν έλαμψε η ζωή σας,
πίσω από τα παράθυρά σας,
σαν άδεια από λαχτάρες και φωνές
κι ανάσες ταραγμένων σεντονιών
και μαραμένων σεντονιών•
τα σπίτια: τελευταίας απελπισίας αποθήκες ψυχών
επιπλωμένη άνοια, δάνεια ανία.
Να μου το εξηγήσετε αυτό.
Δεν κουραστήκατε ακόμα να τραβάτε απ’ τα μαλλιά
την αποτελεσματικότητα ενός κόσμου
διεφθαρμένου από μάνα,
χασάπη από πατέρα, ανυπόφορου από τη γέννησή του
–ανυπόφορου, ανόητοι, ή εν δυνάμει τα πάντα
(ξέρει η χυδαιότητα των επινοήσεών σας)• ναι!–
αποφασισμένοι να πνιγείτε αν χρειαστεί,
ξεφωνίζοντας οράματα και σχέδια και προοπτικές,
σαν να μπορούσε το γράμμα της χυδαιότητάς σας
να σας κρατήσει στην επιφάνεια της αιωνιότητας;
Κατάμουτρα ευπατρίδες της ακράτειας σας λέω:
κριάρια, ταύρους, παρήγορους επιβήτορες,
κοντούς, κακάσχημους, ανάπηρους εντελώς στο μυαλό
ηλίθιους στο σώμα, θλιβερούς επιδειξίες
μιας δύναμης που πηδάει από φλέβα σε φλέβα,
σαν μαϊμού στον καιρό της.
Τι να κάνει
μια παράφορη ψυχή μπροστά σε τόση αναίδεια;
Φύλλα χάλκινα στο φως,
κλαδιά δοξαστικά στα χέρια της άπνοιας,
απλόχερη σιωπή νυσταγμένων πουλιών,
χρυσάφι απερίγραπτο σπαρμένο στο νερό•
και κάτω, στον αμνήμονα βυθό, κάτι να σπάζει κάτι,
σαν θρόισμα ή ανάσα του πνιγμένου,
σύριζα στη γαλήνη μιας απλησίαστης ακτής.
Αυτό ίσως λέγεται ελευθερία, ίσως απλά γαλήνη.
Άλλη πληγή η αλήθεια καθενός.

Μα, πώς ματώνει τόση δύναμη στον ύπνο.
Αρπάζομαι από την πληγή του κόσμου
και ξυπνούν τα έλατα μόλις χαράξει στις κορφές
το μέγα πορτοκάλι, σκουντάνε τη σιωπή
(ομίχλη αφράτη ξαπλωμένη αποβραδίς
σαν το πιστό στα πόδια τους σκυλί):
«Άντε κορίτσι μου για ύπνο. Άντε κι έχουμε δουλειές!»
Στη μεγίστη, πολίτη! Πού είσαι, μωρέ;
Βόσκεις ακόμα αστέρια;
Δεν βρήκαν άκρη στο Οτέλ ντε Βιλ.
Καταραμένο μέρος!
Κι εκείνος ο μικρός, εκείνος ο…
Τριγυρίζει μοναχός του. Δεν λέω,
η εξέγερση των Κομμουνάρων
είναι η πρώτη στην ιστορία προλεταριακή επανάσταση
και η Κομμούνα η πρώτη εργατική εξουσία.
Αλλά μόνος του; Εκείνος ο… πώς τον είπαμε, πολίτη;»
«Δεν θυμάμαι, καπετάνιε! Τι θυμήθηκες τώρα!»
«Δεν θυμάσαι! Δεν θυμάσαι!
Μυρίζει ο τόπος σκίνο και θυμάρι κι εσύ δεν θυμάσαι!
Κρίμα, να πάρει ο διάολος!
Μέρες που πάει ο θάνατος και βρίσκει!»
«Όχι, βέβαια, καπετάνιε!
Ο θάνατος γυρεύει κόκαλα για τα δόντια του στην Κίνα•
κι είναι σκοτάδι τώρα εκεί».
«Μα φυσικά, πολίτη! Άντε, ξημέρωσε, πια.
Ησύχασε τα κλαδιά σου.
Πότε είπαμε σε παραχώσανε εσένα;»
«Στις 15 του Μαγιού, στα 1823!»
«Με πέρασες, πολίτη•
στις 15 Μαΐου, του 1947, εμένα!»
«Με λάκκους μετράει ο κόσμος τα όνειρα, καπετάνιε!»
«Με λάκκους, πολίτη, αλλά…
για ποιο πράγμα είπαμε πως ξυπνήσαμε μια μέρα
και θεωρήσαμε ανάξιο να κρύβουμε τις απόψεις
και τις προθέσεις μας, δηλώνοντας ανοιχτά
πως οι σκοποί μας μπορούν να πραγματοποιηθούν
μονάχα με τη βίαιη ανατροπή…
ποιου πράγματος, πολίτη;»
«Δεν ξέρω. Νομίζω… ένα συμβάν ήταν…
ανάμεσα στα χόρτα και τις δροσιές.
Χιόνιζε, ο κόσμος μας έλεγε τρελούς.
Εμείς, αν δεν ήμαστε τρελοί,
δεν θ’ αρχίζαμε χορούς στα λιανοχορταρούδια,
γιατί θα σκεφτόμαστε πρώτα για πολεμοφόδια, καβαλαρία, πυροβολικό, τις αποθήκες
και τα μαγαζιά μας• και θα μετρούσαμε τη δύναμη
τη δική μας και του Άλλου τη δύναμη.
Και τώρα που αποτύχαμε δεν μας λένε τρελούς,
αλλά καταραμένους κι αναθεματισμένους.
Και είμαστε σαν το καράβι,
που δεν έμεινε στο λιμάνι δειλό κι ανάξιο,
αλλά σηκωθήκαμε με τέτοια φουρτούνα
και τέτοιον άνεμο κι έλεγαν: ‘Ιδού παλικάρια
που πηγαίνουν να πουλήσουν,
να γυρίσουν πίσω ευδόκιμοι και όχι
αναλυτές των συνθηκών’.
Κι όταν γυρίσαμε μισοπνιγμένοι:
‘Δες εκεί κάτι παλιάνθρωπους•
πήραν τον κόσμο στον λαιμό τους’.
Μα ποιος μπορεί να γνωρίζει τις συνέπειες;»
«Έτσι είναι, πολίτη. Αν τις γνωρίζαμε
πώς θα μπορούσαμε να δώσουμε ύπαρξη
σε κάτι που δεν έλειπε ευθαρσώς
από αυτόν τον κόσμο;»
«Με λάκκους μετράει ο κόσμος τον κόσμο».
«Ε, μη σε παίρνει κάτω η θεμελίωση των από καρδιάς.
Όλα επανεκκινούν, ανά πάσα στιγμή,
όταν είναι αρκετά υπερβατική η εκκίνηση.
Κάποια στιγμή, κάποιος θα βρει
μιαν ακόμα όπερα του Βιβάλντι».
«Έτσι είναι, καπετάνιε».
«Αφού τα έλατα πιάνουν κουβέντα για τον θάνατο
κι ο άνεμος γεννάει λιακάδες στα πανιά με τα θυμάρια».
«Αληθώς!»
«Αληθώς, πολίτη! Δεν ξέρεις πότε οι δρόμοι
εγκαλούν τις δροσιές στα οδοφράγματα,
κι αυτός ο μικρός, αυτός ο…»
«Ρεμπώ, καπετάνιε! Θυμήθηκα• Ρεμπώ!»
«Ναι, Ρεμπώ. Μικρός, αλλά…
Τι γίνεται εκεί κάτω, πολίτη;»
«Δυο σκελετοί διεκδικούν έναν κρεμασμένο, καπετάνιε».
«Τζέιμς Ένσορ δεν είναι αυτό;»
«Ακριβώς!»
«Στη μεγίστη, πολίτη• προφταίνουμε ακόμα!»

Το Ον: μια πληγή που τρέχει ανθρώπινη ιστορία.

Βύρων Λεοντάρης, Ανασύνδεση

0826f4507917baabfb1e9f56b32524fb

Στο δολοφονημένο από τους φασίστες Παύλο Φύσσα

Ι

Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες.

Πάνω απ’ τους ξεραμένους κάμπους θειάφι και μολύβι
αγρίμια πυρετοί γυρνούν με πυρωμένα νύχια
στεγνά σαν κάνες τουφεκιών τριγύρω τα πηγάδια
και τα κλωνάρια της κραυγής χωρίς κανένα φύλλο.

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
με το θρυμματισμένο πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο στο αύριο
μ’ ένα τραγούδι αλουλούδιστο στα μάτια μας
με τα κεραυνωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα;

Το αίμα στα αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό
άδειος εδιάβηκε ο καιρός κανένα θάμα…
Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα
ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας πού τραβάει
αυτός ο δρόμος που περνάει
ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες.

ΙΙ
Μέρες που δεν σε θέλουν πια
γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί
αφρόντιστα ξοδεύτηκες
μέρες που δεν σε ξέρουν πια
κι αποτραβούν το χέρι τους από το δικό σου
κι όλο μακραίνουνε και προχωρούν χωρίς εσένα
―μα πού πάνε;―
Μόνος, σκοτάδι και τ’ απόμακρά τους βήματα
βλέφαρα που σφαλούν πάνω στο δέρμα σου
φύλλα που γίνονται ένα με το χώμα.

Πλατείες που δε σ’ αναγνωρίζουν πια
δρόμοι που κρύοι γλιστρούν κάτω απ’ τα πόδια σου 48
άλλους βηματισμούς τώρα ζητούν,
για νέες χειρονομίες κραυγών ριγούνε τώρα οι άνεμοι.

Όλα γινήκαν έτσι μονομιάς μια άξαφνη αναχώρηση
ξένος στον κόσμο απόμεινες
βλέμματα, λόγια, αφές,
γεφύρια που σ’ ενώναν με τους άλλους,
όλα γκρεμίσαν τώρα πάνω σου ― κι αν θα φωνάξεις, η φωνή σου
ομίχλη πήζει γύρω σου.

Μέρες που δεν σε θέλουν πια,
μέρες που σμίγατε μαζί στην ίδια πίστη, μα που τώρα
κάτι άλλο ψάχνουν ― μα τι να ’ναι αυτό;
κάτι άλλο πιο μακριά απ’ την πίστη σου γυρεύουνε κι ο φόβος
μήπως δεν πήραν τίποτε, μα τίποτε από σε μαζί τους
λειώνει τη σάρκα σου, χωρίζει το κορμί απ’ την αίσθηση
καθώς το νιώθεις πια
πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο
το πέρασμα της ιστορίας επάνω σου.