Μανώλης Μεσσήνης, Πλεύσιμες αντοχές

9832_10201878687039766_412048795_n

Νυχτώνει στις εσχατιές της λογικής
κι ώς πέρα απ’το εμπρόθετο
κι ώς πριν ή και μετά από την αίσθηση των υλικών
στα αγοραία δρώμενα αναζητώντας το απρόθετο, όπου,
ξεδιάντροπα ηθικές αναδιπλώνονται
ώς τα οριακά και άκρα τους σημεία
Δεν θα μιλήσω ή αναφερθώ
σ’αυτά που υποκύπτουνε στα πρέπει ή σ’εκείνα
που η συνειρμοί τους κάπως έτσι επιπεδώνονται
ή και αλλότροπα μ’αναγωγές σε άλλοθι υπάρχουν
Θέλω αυτόφωτος να βρω τα υλικά της συμπλοκής
σε καθετί που ενέχεται σαν κατακλείδα
στις αντιφάσεις ή τις υπεκφυγές
σαν υποδόρια νύξη ή σαν παγίδα
Θέλω να ξεπηδήσω απ’την ψίχα ενός σπέρματος,
ανάμεσα από ρήματα αιμόφυρτα
από του καθενός μας το προσωπικό σφαγείο
Ιδεοληπτικέ μου μέσα μου εαυτέ
έλα να θερίσουμε παραφυάδες

© Μανώλης Μεσσήνης

*Από τον τοίχο του Μανώλη Μεσσήνη στο facebook.

Λευτέρης Πούλιος, Το πουλί-προφήτης

ΜΩΣΑΙΚΟ

Η κουκουβάγια πουλί συλλογισμένο
στον κίονα της Ακρόπολης πάνω.
Αποθεμένη φωνή πάνω στο θάνατο,
όταν μιλούσε στην Αθηνά·
και παροτρύνει στη μελέτη.
Ερευνητής των απόκρυφων πραγμάτων
της βασίλισσας άγνοιάς μας.

*Από τη συλλογή «Μωσαϊκό» (εκδ. Κέδρος 2001)
**Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Ποιητικός Πυρήνας στη διεύθυνση http://ppirinas.blogspot.gr

Έκτωρ Κακναβάτος, Αυλίδα – Σχόλιο

149098_1420097324876541_2133112249_n

Εστί ουν τραγωδία μίμησις πράξεως
σπουδαίας και τελείας…

Αριστοτέλης

Σου ‘λαχε να δεις τέτοια απανεμιά πριν το χαμό
όπως η γόμωση οβίδας;
Κάποιος ρωτούσε για πού θα κινούσανε τα πλοία
Γιατί κατάπεσε ο άνεμος
Γιατί σα χύμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της
τον είπαν πετεινό
πού τη σφάξανε;

…κι οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι
βουβαμένο κόλυβο ύπνωνε τη χούφτα
το σκυλί απόμακρο αυτοπυρπολήθηκε

στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες•
είπαν, η ψυχή της που έφευγε
Και τότες — χίλιοι ταύροι —
από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε
ούριος άνεμος
—Αχαιοί, στα πλοία…

Αν όχι τίποτ’ άλλο
κι αν σακατεύτηκαν κι αν δεν έμεινε σανίδα
απ’ τα καράβια
κι αν η Τροία
«και Πρίαμος και λαός ευμελίοιο Πριάμοιο»
αν όλα πήγαν κατ’ ανέμου
τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε
να είναι αλάθητος ο λόγος σου
να ‘σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη.

Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται
ποινική παρακαμπτήριος
για αθλιότητες δεδοξασμένων.

Μαρία Τσιράκου, Ταξίδι εσύ

1379921_476882265742774_1440044074_n
Κούρνιασα στον ίσκιο σου
χθες βράδυ.
Ταξιδιώτης στο σώμα σου έγινα.
Διανύοντας την απόσταση
ως την καρδιά σου,
βρέθηκα στης ζωής σου το στερέωμα.
Ανάσαινε το πέλαγος σιμά σου.

Αφέθηκα σε τούτης της χαράς
τον κύκλο
ρούφηξα από τα δάχτυλα
το αλμυρό νερό σου
στης στιγμής σου το μετέωρο, σάστισα.
Το κλείσιμο των βλεφάρων σου,
μια προσευχή.

Χωρίς το πρόσωπο να έχω δει
αγάπησα της ψυχής τις συμμετρίες
που μ’ έμαθαν να ταξιδεύω
με του Θεού το χρώμα.
Δεν είμαστε μόνο σώμα, σου ψιθύρισα,
δυο που αγαπιούνται μια αρμονία
συνθέτουν, το μετά.

Απόκρημνοι οι στεναγμοί αφημένοι
σε βάθη.
Του ίσκιου σου το βράδυ
ανακάλυψα, σ’ αγκάλιασα.
Η αφή σου αγέρας που
θορυβεί στις σιωπές μου.
Ταξιδεύω ακόμα.

*Από την πρώτη της ποιητική συλλογή «Εν Πορεία…», εκδ. Πικραμένος, 2010.

Ουάλλας Στίβενς, Μεταφορές μεγιστάνος

images

Είκοσι άνδρες που περνούν ένα γεφύρι
Για να μπουν σ’ ένα χωριό
Είναι είκοσι άντρες που περνούν είκοσι γεφύρια
Για να μπουν σε είκοσι χωριά,
Ή ένας άντρας Που περνά ένα μόνο γεφύρι για να μπει σ’ ένα χωριό.

Είναι παλιό τραγούδι αυτό
Που δε λέει ν’ ακουστεί…

Είκοσι άντρες που περνούν ένα γεφύρι
Για να μπουν σ’ ένα χωριό
Είναι
Είκοσι άντρες που περνούν ένα γεφύρι
Για να μπουν σ’ ένα χωριό.

Δε λέει ν’ ακουστεί
Κι όμως είναι βέβαιο όπως η έννοια…

Οι αρβύλες αντηχούν
Στις σανίδες του γεφυριού.
Ο πρώτος άσπρος τοίχος του χωριού
Προβάλλει μέσ’ από τις λεμονιές.
Τι είχα άραγε στο νου;
Έτσι η έννοια χάνεται.
Ο πρώτος άσπρος τοίχος του χωριού…
Οι λεμονιές…

*Μετάφραση: Γιάννης Σταθάτος

Μαρία Κατσοπούλου, Θέλω να φωνάξω

541371_609487952452516_1914732918_n

Θέλω να φωνάξω στον κόσμο
Να σπάσει τις τηλεοράσεις του
Να τα παρατήσει όλα και να βγει
Στο δρόμο να φωνάξουμε μαζί
Ν’ αδειάσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς
Να σταματήσει να καταναλώνει θάλασσα, αέρα, γη
Θέλω να φωνάξω στον κόσμο
Να ζητήσει πίσω την ελευθερία που πούλησε
Για τη μεταμοντέρνα πρέζα του
Μ’ ακούτε;
Είστε όλοι σας πρεζάκηδες των MHz
και των φούρνων μικροκυμάτων
Είστε δημιουργήματα των ηλεκτρικών κενώσεων
Μιας κοπρολάγνας εξουσίας
Τροφή για τη μαύρη τρύπα που ονομάζεται πλανήτης Γη

Πουλημένοι!

*Από τη συλλογή “Ποιήματα για Τσακισμένες Καρδιές και Σαλεμένα Μυαλά” (εκδ. Γαβριηλίδης).

Μαρία Τσολιά, Δύο ποιήματα

(1)

ΑΛΤΑΜΙΡΑ

Μέσα σου ζω
κι αφήνω
στο κορμί σου
σημάδια ανεξίτηλα
τα χείλη
και τα δάχτυλά μου
ιερογλυφική γραφή
πρωτόπλαστη
αόρατο κώδικα
μόνον εσύ
να τον ερμηνεύεις.

ΚΟΚΚΙΝΟ

Σε σφίγγω στη γροθιά μου
κορμό άλικου ρόδου
να μην αργήσει
η πλημμυρίδα
να εκραγεί
στις ίριδες
όσο κόκκινο μου αρνήθηκες.

*Από την ποιητική συλλογή “Όσο κόκκινο μου αρνήθηκες” (εκδ. Οσελότος).

Άρης Αλεξάνδρου, Τα σύννεφα

newego_LARGE_t_661_1920337_type12364

Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά
τόσο που κ` ένα κάγκελο να `τανε σπασμένο
θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν` αγγίξεις
τη διαβατική
θυλύτητά τους.

Τάσος Δενέγρης, Ελεγείο για τους νεκρούς νέους

reneburri_04_bilbao

Τώρα θα πω το πιο βαρύ:

Εκείνοι που φύγαν πριν αισθανθούν
Τη χαρά του δέντρου που βλέπει να μεγαλώνει
Να βγάζει κλαδιά και φύλλα μέρα τη μέρα
Πριν κατοικήσουν το σπίτι, ένα ήσυχο σπίτι στο πλάι
Της θάλασσας

Εκείνοι που φύγαν πριν μιλήσουν
Αυτά που θα θέλαν να πουν
Εκείνοι που κόπηκε η σκέψη τους
Στη μέση απ’ την αρρώστια
Που σάπιζε το κρέας η χαλνά το αίμα
Ή εκείνοι που μείναν στα βαθιά φαράγγια της Ασίας
Δίχως την αφή της γυναίκας στα μέλη τους που τέλειωσαν
Εκείνη που προπορεύονταν εξακόσια φεγγάρια
Παχιά σύννεφα σκεπάζουν το πρόσωπό τους
Οι πράξεις τους κοιμούνται στη χώρα των λωτοφάγων

*Από το http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36116.0#ixzz28mI2dwEu

Αργύρης Χιόνης, Οριζόντιο Ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (απόσπασμα)

26sep2

«Γιατί δεν έχει το κλουβί μέσα πουλί;».
«Έχει και παραέχει, μόνο που δεν το βλέ­πεις», μου αποκρίθηκε.
«Και πώς το λένε;» επέμεινα εγώ.
«Το λένε Απουσία», μου είπε.
«Και γιατί δεν κελαηδά;»
«Γιατί η απουσία εκτός από αόρατη είναι και βουβή· φωνή δεν έχει»

*Αργύρης Χιόνης, Οριζόντιο Ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, εκδ. Κίχλη/