Πόλυ Χατζημανωλάκη, Ο κήπος με βλέπει

946017_10200839258879292_1782575596_n

Υπάρχει το αντίθετο του βλέμματος
Που δεν αποστρέφει
Αφαιρείται
Λησμονιά

Εκείνη την ώρα δεν σκέφτομαι εσένα
Την απλότητα της ζωής
Όταν επιστρέφεις

Μαζεύεις γρήγορα τα χαρτιά σου
Άραγε έγραψες αυτό το γράμμα
Που δεν θα στείλεις τελικά
Δεν θα λάβω

Κοιτάζω πέρα από τον κήπο
Με βλέπει
Μετρώ τη σημασία των συμβόλων
Πάντα το ρόδο
Ο φράχτης
Οι αποχρώσεις της σκουριάς
Το τέλειο έργο της διάβρωσης

Οκτώβριος 2013

Τέος Σαλαπασίδης, Οδομαχίες

0000009

Πολεμήσαμε –στα χιονισμένα θρανία των πάρκων
στις υπόγειες στοές των εργοστασίων
σε δάση ανοιξιάτικα με παπαρούνες
στη σκόνη και σε λίμνες παγωμένες.
Τον Αύγουστο δεν ήπιαμε νερό –με βλέφαρα
καμένα απ’ της αγρύπνιας το μπαρούτι∙
αφήναμε τον ήλιο να μας τρώει τα μάτια
και το Δεκέμβρη δεν ανάψαμε φωτιές.
Ταμπουρωθήκαμε –στα κράσπεδα των λεωφόρων
στα παράθυρα, στις στέγες, στα μπαλκόνια
πίσ’ από ’να τζάμι, ένα λουλούδι, ένα φύλλο
πίσω απ’ τις πέντε αχτίνες τής καρδιάς μας.
Με πεδίο βολής, τα Διεθνή Ξενοδοχεία.
Απ’ τις αγαπημένες θυρίδες των πολυβολείων
μετρούσαμε τη Λεφτεριά, με τους σταυρούς τής πτώσης τους
–θανατικά ρολόγια οι πεθαμένοι εχθροί
θανατικά ρολόγια που δείχναν τη ζωή μας–
Τότε στήσαμε τα πολυβόλα και την τρέλα μας, πάνου
στα εκτροχιασμένα τραμ, σε ντουλάπες, σε πιάνα,
σε αξιοπρεπή πορτραίτα «Κυρίων» –με τις μπούκες στραμμένες
αντίκρα∙ στα μάτια των δειλών.
Με τη ζωή μας –μιαν υπέροχη ζωή, μετρήσαμε:
– Ορθοί: στις στέγες, στις πλατφόρμες, στα πάρκα–
τον ασήμαντο, χλιαρό τους θάνατο – Εμείς∙
που πεθάναμε τόσο, μα τόσο ωραία.

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», τεύχος 30-31, 7/12/1945, με το ψευδώνυμο Νίκος Νικολαΐδης. Από το βιβλίο: «Τέος Σαλαπασίδης – Μια παρουσίαση από τον Κώστα Βούλγαρη», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 29. Εδώ το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η θάλασσα

maxresdefault

Θάλασσα. Πρώιμη θάλασσα. Θάλασσα του Οδυσσέα
κι’ εκείνου του άλλου Οδυσσέα
που ο λαός του Ισλάμ αποκαλούσε
Σεβάχ Θαλασσινό. Η θάλασσα των γκρίζων
κυμάτων του Ερικ του Ερυθρού, ψηλά στην πρύμνη
και του ιππότη εκείνου που έγραψε ταυτόχρονα
το έπος και την ελεγεία της πατρίδας του
στα τενάγη της Γκόας.
Θάλασσα του Τραφάλγκαρ. Αυτή που ύμνησε,
μες στην μακραίωνη ιστορία της, συχνά η Αγγλία
η δύσβατη θάλασσα που βάφτηκε σε ένδοξο αίμα
στην καθημερινή πρακτική του πολέμου.
Η ασίγαστη θάλασσα που την ήρεμη αυγή
την αναρίθμητη άμμο αρμενίζει.

*Πηγή: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Η θάλασσα», Το χρυσάφι των τίγρεων, μτφρ. Δημήτρης Καλοκύρης, Ύψιλον, Αθήνα 1988, σ. 42.

Μάριος Μαρκίδης, Ιδιωτικό μνημόσυνο

tumblr_m4w9iycCBe1qblqjco1_500

Ο καλύτερός μου φίλος έφυγε 

χωρίς προειδοποίηση

είχα βέβαια κι εγώ τις δουλειές μου, τα συμφέροντά μου να φροντίσω,

εν ενί λόγω τις σκοτούρες μου.
Μάθαινα πως είχε κι αυτός τις δικές του.
Κάνεις έτσι τα δάχτυλά σου
μετράς μια μέρα το επί του συνόλου και βλέπεις τρομάζοντας
πόση ζωή
άφησες απέξω.

Φυσικά, δεν είπε ποτέ (τόσα χρόνια φιλίας!) μια καλή κουβέντα
για τα ποιήματά μου.
Φυσικά, έπαιζε καλύτερη μπάλα.
Τον βλέπω να διαλέγει με αντικειμενικά κριτήρια την ενδεκάδα του
κι εμένα να με βιδώνει στην κερκίδα.

Τέτοιο κωλόπαιδο μού έτυχε να έχω φίλο παιδιόθεν.
Ούτε ένα σήμα, ούτε ένας υπαινιγμός ότι φεύγοντας με σκέφτηκε
ότι του άρεσαν κάποιες ντρίπλες μου
ότι συμβούλευε -έστω κι αργά- να με συμπεριλάβουν στην ομάδα.
Καθ’ όσον με αφορά δεν άφησε πίσω του διαθήκη.
Αν όχι για τη θέση τού εξτρέμ, ούτε για τη θέση τού μπακ διατύπωσε γνώμη.
Δεν είχα σταθερότητα, δεν με εμπιστευόταν στο γήπεδο.

Τέτοιο κωλόπαιδο μού έτυχε να έχω φίλο
Άντε να πνιγείς εκεί που πας, όπου κι αν πας, δεν σε χρειάζομαι
δεν έχω κατ’ ελάχιστον την ανάγκη σου
μπορώ να τα βγάλω πέρα και μόνος μου με τον διαιτητή
βλέπω ολοκάθαρα το γκολπόστ.

Κι όμως, για κάποια αδιευκρίνιστη στα ποιήματά μου αιτία,
για κάποιο μυστηριώδη λόγο που σε έκανε μέχρι τούδε αειθαλή
παρά την επαίσχυντη αναχώρησή σου
συμβαίνει
να μου λείπεις.

Χρήστος Γάλλιος, Διαθήκη της Συντέλειας (απόσπασμα)

images

…Το ακραίο βύθισμα είναι ο άφευκτος σκοπός – μη λησμονάς
κράτα το κερί σαν υιός του γκρεμού κι ένα
χείλος θα σε σώσει όσο δακρύζεις στη φωτιά του.
Όσο ο πόθος σμίγει με τη φλόγα της λαμπάδας και
τη μυρωδιά από άγνωστα πρόσωπα που υπερασπίστηκες κι αγάπησες
σ’ άγνωστους δρόμους – θα ζήσεις
και θα ζήσεις ως τότε για να κληθείς πάλι απ’ τις στροφές των κρίσεων
που με μιλιές απαρέμφατες θα σου χαρίσουν θείο έρωτα
ξαφνικά απ’ το πουθενά.
Και τούτη είναι η μοίρα για κάθε έναν!
Καθέναν που θυσίασε το κέρδος για τη χάρη
και τη χάρη για το αναπάντεχο πλησίασμα.

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας καπνεργατών της Καβάλας, για την εξαγωγή ανεπεξέργαστων καπνών.3-4-1925

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας καπνεργατών της Καβάλας, για την εξαγωγή ανεπεξέργαστων καπνών.3-4-1925

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη.

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους.

*Από τη συλλογή “Κραυγές της νύχτας”. Ευχαριστίες στην Αναστασία Τσόχα που ανάρτησε το ποίημα και τη φωτογραφία (από το αρχείο του “Ριζοσπάστη”) στο facebook.

Άννα Ιωαννίδου, Δύο ποιήματα

1252653845_1375497811

IN THE SHADOW OF SADNESS

And then the sadness arrived uninvited.
I have learned to live in its shadow.
It ‘s here.
Every second, every minute, every hour.
We eat dinner together.
The appetizer is wrapped in darkness.
The main course is filled with generous portions of depression.
The dessert has a frightening aroma.
I have almost become addicted.
My smile is frozen on my face.

And then the sadness haunted my dreams.
It’s my new roommate.
Its presence is strong in every room.
It ‘s here.
It emerges from the corner, smiles ironically and
whispers in my ear:
“Your worst nightmare has become reality”.

Now i wear the sadness
like my second skin.
It has captured my soul.

Our shadows dance together.
At the end of the day
the sadness promises:
“We will be together till the death do us part”.

*Το ποίημα αυτό κέρδισε το Τρίτο Βραβείο στον Ετήσιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης 2013.

ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΣΥΝΤΑΓΗ

Χάθηκες πάλι σε βιβλία με συνταγές.
Μάταια ψάχνεις για περίπλοκους συνδυασμούς
με πανάκριβα υλικά.

Απλή η συνταγή της συμπαράστασης.
Εύκολη η εκτέλεση
μ’ επιτυχία εγγυημένη.
Ενδείκνυται ακόμη και για «αρχάριους».

Πρώτα ανακατεύεις τρεις γερές δόσεις ακατέργαστης αγάπης
μ’ ένα κιλό στοργή
και τρία φλιτζάνια γενναιοδωρία.
Τα χτυπάς καλά,
προσθέτεις απόσταγμα κατανόησης,
τρεις μεζούρες αλληλεγγύη
κι όση καλοσύνη σηκώσει.
Το μυστικό της συνταγής είναι
να συνεχίσεις μ’ άφθονες σταγόνες
αισιοδοξίας κι ενθουσιασμού.

Κι η ζύμη έτοιμη να ψηθεί
στη φλόγα της καρδιάς.
Απόλαυσε τώρα
μια αληθινή πρωτόγνωρη γεύση
με γνήσιο άρωμα ανθρωπιάς.

*Το ποίημα αυτό κέρδισε το Πρώτο Βραβείο στον Ετήσιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης 2013. Δημοσιεύεται, επίσης, στο περιοδικό του Συνδέσμου ‘Αντίποδες”, τεύχος 59 (2013), σελίδες 174-175.

Angel Cuesta, Είμαι από αίμα (πρώτη στροφή)

tn_118

Προχωρώ σα να αιωρούμαι
κύριος της στιγμής σ’ αυτόν τον κόσμο
αφήνω το χθες σε κάθε βήμα,
και πάνω στον άνεμο
τα δέρματά μου των άλλων εποχών.
Δεν ξέρω αν είμαι από θάνατο
ή από ζωή αυτή τη στιγμή.
Είμαι σ’ ένα σημείο όπου μπορώ ν’ αντιληφθώ
ότι είμαι ένα μάτσο λέξεις
στις 11 και 28 το βράδυ.
Είμαι από αίμα.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Αλάνα” (τεύχος 12).

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Βροχή

Το πρόσωπο της μέρας χαρακώνει
η αργυρή λεπίδα της βροχής
κι όμως η λάμψη αυτή που με κυκλώνει
είναι η βροχή μιας άλλης εποχής
Και σε χρονιές σε παίρνει
που η μοίρα σε μοίρανε να δεις μέσα απ’ το χώμα
του ρόδου του εκατόφυλλου τη σπείρα
το άλικο παράξενό του χρώμα
Αυτή η βροχή που τα τζάμια θολώνει
Στην ξεχασμένη αυλή μιας γειτονιάς
Αλλοτινής τα σταφύλια χρυσώνει
Κι όσο γέρνει η μέρα το υγρό της στεφάνι
Μια φωνή ξανακούω, έναν αχό λησμονιάς:
Τον πατέρα μου, λες και δεν έχει πεθάνει

*Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης
**Από το ιστολόγιο http://iliaskourakos.blogspot.com