Άννα Πετροπούλου, Δύο ποιήματα

Η Διέλευση

Με βλέμματα διαπεραστικά
μαλλιά επίμονα ξανθά
και λίγο κίτρινο που μετριάζει
την αποτυπωμένη ένταση της δράσης,.
αντίσταση που αποκλίνει από την αρρυθμία των παλμών
Η εναλλαγή των χρωμάτων
Η μετάπλαση των νεφών.
Όπως οι δαντελένιοι σκελετοί των φύλλων
συστρέφονται οι τάσεις
να μην ξανακομματιαστεί κάθε λεπτό
πριν οι τρυφερότητες αγγίξουν
Τα λουλούδια της στέρησης
κάτι μωβ κρινάκια,
άνθη, κύκνοι κι αλογάκια προϋπήρχαν
σ’ ένα άλλο όνειρο

*

Χρώματα ψυχής

Καθώς το πρώτο σύννεφο
εκπέμπει αέρα μετάβασης
σ’ ένα μπλε εντεινόμενο
με ρούχα-πέταλα
προσαρμοσμένα χρώματα ψυχής
όπως τ’ αγάλματα
κυκλώνουν τη συνοπτική τους ιστορία
με τρεις λέξεις, δύο μορφασμούς
πέντε μιμητικές κινήσεις
σαν αποτέλεσμα σταθερότητας σε στάθμη αιμάτινη.

*Από τη συλλογή “Η Διέλευση”, Εκδόσεις Εριφύλη, Αθήνα 2001.

Αθανασία Κακαράντζα, Τρία ποιήματα

ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ

Καλωσορίζουν οι πολίτες την άνοιξη
Του μυαλού η θύελλα μαίνεται
Το χάος στις πλατείες αντηχεί στα τοιχώματα
Εισιτήριο χωρίς επιστροφή για κάποιο

μακρινό σύστημα

Με θέα την μελανή του οπή, όπιο η χαρά,
λαμβάνοντάς το καθημερινά
Συζήτηση, συζήτηση, συζητούν για την επικαιρότητα
γιατί δε με χωρά, δεν ταξιδεύουν οι φράσεις;
Σταμάτησε ο χρόνος
Εγκλωβισμός στον Οκτώβρη
Ίσως η τράτα, χωριανοί, να μ’ απελευθερώσει

*

ΔΙΚΗ

Προς εσένα απευθύνομαι, παρατηρητή
που βιώνεις την ζωή στο ρόλο του δικού σου
πρωταγωνιστή
Τον πόνο υποτιμώ
Την χαρά κοροϊδεύω
Τον φόβο αγνοώ
Δίκη, απαιτώ
Δικαστή με, δεν είμαι άνθρωπος

Θ*

ΒΑΡΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΟΨΙΑ

Εγωκεντρικό το μοντέλο, δεν με αγγίζει το βάρος,
δεν υποχωρώ,
περίτεχνα η ανθρωπότητα
περιστρέφεται αιώνες με κέντρο εμένα
και επιτέλους σας συγχωρώ

*Από τη συλλογή “Εγκυκλοπαίδεια διαστημικού προσανατολισμού”, εκδόσεις Θράκα, 2023.

Keneth Rexroth, Για μια μασέζ και πόρνη

Κανείς δεν ξέρει πια τι είναι η αγάπη.
Κανείς δεν ξέρει στον Θεό τι συνέβη
Μετά τα μεσάνυχτα οι λεσβίες και οι αδελφές
Σαρώνουν τους κακόφημους δρόμους,
Όπως οι σπειροχαίτες έναν εκφυλισμένο εγκέφαλο.
Οι απατεώνες έχουν ξεκουμπιστεί από την πόλη.
Αναπολώ τις ώρες που πέρασα
Μιλώντας μαζί σου για τις ηλιθιότητες
Του κόσμου που καταρρέει και τις βαρβαρότητες
Της φυλής μου και της δικής σου,
Ενώ οι άρρωστοι, οι διεστραμμένοι, οι παραμορφωμένοι,
Ήρθαν και πήγαν, και τους έφτιαξες,
Και τους παραμύθιασες και τους συγκλόνισες,
Και τους ξαπόστειλες με μια μικρή γεύση
Ηλεκτρικής ζωής από τις άκρες των δακτύλων σου.
Ποιος θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει το προσηνές κορμί σου,
Ή την αίσθησή σου τη γαλήνια;
Ή τον χαμογελαστό σου έρωτα;
Υποθέτω ότι το άγγιγμά σου κράτησε πολλούς άντρες
Όσο ήταν δυνατόν στα λογικά τους.
Κάθε ώρα αυτό το άγγιγμα όλο και λιγοστεύει στον κόσμο.

*Μετάφραση: Σ.Θ.

Νίκος Κωσταγιόλας, Σύντομος οδηγός για τα δέντρα

IV – ARS POETICA

κάθε ον προέρχεται από το ωραίο και το αγαθό υπάρχει
μέσα στο ωραίο και αγαθό και επιστρέφει στο ωραίο και αγαθό.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί θείων ονομάτων

Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα
ως ελιγμό ευκαιριακό ή ως σιγαστήρα
σε σκέψεις όπως φερ’ ειπείν:
αν η μεγαλόδωρη αντλία της καρδιάς αυτομολήσει
και σιγήσει τη φιλότιμή της άρδευση
αν κάτι αλλάξει αδόκητα στο pH των κυττάρων
ή αν χρόνια ναρκωμένοι πολύποδες αφυπνιστούν
επισπεύδοντας το στοίβαγμα

Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα
ως (επ)ανάσταση:
κάτω απ’ το δέρμα μας θα πάλλεται αξεδίψαστα ο σφυγμός
πασχίζων του ουρανού το λάπις λάζουλι
στις φλέβες μας θα ξενυχτάν οι φούγκες των φιλιών
εξόδιες γδέρνοντας πληγές στην εγγενή μας πλήξη·
μες στα βραχώδη στενορύμια της ψυχής
τα λόγια μας ίδια αρτεσιανά
θ’ αφρίζουν κάλυκες που θα μας δικαιώνουν
θύρσους πολύχρωμους προτάσσοντας σε κάθε σκοτασμό
εωσότου πίσω στο στερέωμα να εκβάλουμε:
ένα ακόμα αποσιωπητικό
στις φρυκτωρίες των άστρων

Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα ως ενδεχόμενο:
δίχως κανένα χώρο ή χρόνο να μας υποτάσσει
μ’ εξάντα κι αστρολάβο αχρηστευμένα
θ’ αποκαθάρουμε με φως τα τραύματά μας
τους φόρους-όρους του κορμιού, τις εντροπίες
–τα σύνορα που μας χαρτογραφούν·
με τις ουλές της Πίστης για παράσημα
θ’ αναδυθούμε υπέροχοι
πάνω απ’ τ’ Αναγκασμένο

Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα
ως πλησμονή:
ντυμμένοι μια χρυσόσκονη παρμένη απ’ τα μικράτα μας
σοφά αφελείς, ολάνοιχτοι προς τη συναρπαγή
θ’ ανακαταλαμβάνουμε μια θέση στην αθωότητα
– τα μάτια μας θ’ αποκαθίστανται
στο πρώτο άνοιγμά τους·
ρούχο φθαρμένο θα μαντάρουμε την ομορφιά
καίτοι αναπάντητοι από τ’ άφθαστα υπερώα
θα βρίσκουμε έναν ώμο προσηνή
ένα άγγιγμα στην αχανή σιωπή
τον χρόνο μας μαθαίνοντας ν’ αθροίζουμε
στις συναθροίσεις των χεριών μας

Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα
ως πνοή
καινή επάνω στο κενό μας
στις πιο ευάλωτες στιγμές, μωλωπισμένοι
κι αυτό θα μας καθίσει σαν παιδιά
στα γόνατά του που ξέχασαν την αλφάβητο
και με ηχείο τα σκαμμένα μας κορμιά
χορδές τα αιμόφυρτα μαλλιά μας
θ’ αρπίσει την αρχέγονη άλγεβρά του:
πως το μηδέν —αν ξέρεις πώς να το ζουλάς—
μπορεί πανεύκολα να ιδωθεί και ως άπειρο
ή πως με δάχτυλα πλεγμένα Εγώ κι Εσύ
είμαστε ανεπανάληπτα στη Γη
συνώνυμ@ του θαύματος.

Κανένα δάκρυ δεν αντισταθμίζεται

*ΑΣπό τη συλλογή “Ακούγοντας δάση”, εκδόσεις Βίργκω, 2024.

Χ.Π. Σοφίας (1965-2024), Τρία ποιήματα

ΔΙΔΥΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Γεννήθηκα χωρίς ήλιο
Με δέρμα από ονείρων εξοχή
Ήταν να διαμελιστώ μέσα σε εξόριστες λέξεις
Μια νύχτα με δίδυμο φεγγάρι
Σε ένα δωμάτιο πληγωμένο από ένα είδωλο καθρέπτη
Να περάσω σε φόβους χρωμάτων
Δίχως το ουδέτερο ίχνος της ακρογιαλιάς
Απ’ την κοιλιά μου το έμβρυο
Να διαλέξει μόνο του τον πόνο του σχήματος
Με απούσα τη φωνή του χώματος
Στη φωνή μου η υπομονή της πέτρας
Να μη χρειάζεται το παζάρι των αισθημάτων
Μόνο ο εραστής μου να διακρίνει
την αυταπάτη της φωτογραφίας
Για να μπορέσει μεθυσμένος να νηστέψει
τον έρωτα όχι την αγάπη

*

ΒΡΟΧΙΝΟ

βρόχινο νερό σε μεταλλικό κήπο
σάρκες πουλιών δίχως φτερά
τρέχουν να κρυφτούν οι ταξιδιώτες
που δεν πρόλαβαν τον καρδιογράφο της άνοιξης
η μνήμη η όμβρια έπαψε να γελά
το γαλάζιο σε απομόνωση γίνεται μάρτυρας
κοινόχρηστοι οι πόθοι ψάχνουν για δελφίνια
η απλότητα χάρτινη μούσκεψε το ποίημα
οι φλέβες της έδωσαν στις λέξεις ζωή

*

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

τις παλιές φορεσιές των ονείρων
στα άδεια δωμάτια της άνοιξης νοστάλγησα
το ακατοίκητο σπίτι των αποδημητικών ανθρώπων

τις φτερούγες από τούλι
τις αχτίδες τις υπηρέτριες της αβοήθητης σιωπής
που ύφαιναν τα τσακισμένα δευτερόλεπτα
της απουσίας

τα άνθη τα αποξηραμένα τα φυλαγμένα
από την αιωνιότητα της ανοιξιάτικης βροχής

*Από τη συλλογή “έαρ ραμφίζει”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2020.

Νίκος Σφαμένος, ποίημα

να βρείτε μια μεγάλη αίθουσα
—με την κατάλληλη διακόσμηση, έτσι;—
να ετοιμάσετε πολυσέλιδες ομιλίες
και οι ηχηρές αναγνώσεις να έρθουν μετά
φροντίστε οι προσκλήσεις να φτάσουν στην ώρα τους
—ονόματα που προκαλούν ρίγος—
τηλεοπτική κάλυψη φυσικά
μα ναι πιείτε αρκετό κρασί
και αρκετές ώρες μετά να γυρίσετε
σπίτια σας
και να έχετε έναν ευχάριστο ύπνο

*Από τη συλλογή “Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως”, 2008
Το ποίημα και την εικόνα της ανάρτησης τα πήραμε από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/04/23/παγκόσμια-ημέρα-ποίησης-νίκος-σφαμέν/#like-6845

bell hooks, knowing how to be solitary / γνωρίζοντας πώς να είσαι μοναχικός

knowing how to be solitary
is central to the art
of loving

when we can be alone,
we can be with others
wthout using them
as a mens of escape

γνωρίζοντας πώς να είσαι μοναχικός
είναι κεντρικό στοιχείο της τέχνης
της αγάπης

όταν μπορούμε να είμαστε μόνοι,
μπορούμε να είμαστε με τους άλλους
χωρίς να τους χρησιμοποιούμε
ως μέσο διαφυγής.

Juana Fernandez de Ibarbourou, Επαναστάτισσα

Χάροντα: εγώ θα είμαι ένα σκάνδαλο στη βάρκα σου.
Όταν όλες οι σκιές θα προσεύχονται, θα οδύρονται ή
θα κλαίνε, υπό το βλέμμα του δυσοίωνου πατριάρχη
και χαμηλόφωνα θα εκλιπαρούν δειλές, θλιμμένες,

εγώ θα διασχίζω το ποτάμι τραγουδώντας μες στη βάρκα
σαν κορυδαλλός, φορώντας το πιο δυνατό άρωμά μου,
και θ’ ακτινοβολώ στα κύματα, στο σκοτεινό του ρέμα
σαν μια γαλάζια λάμπα που φέγγει στο ταξίδι.

Παρ’ ότι δεν θα θέλεις, παρά τα ολέθρια νεύματα
που θα μου κάνουνε τα μάτια σου, καθηγητές του τρόμου,
Χάροντα, εγώ στη βάρκα σου θα είμαι ένα σκάνδαλο.

Και αποσωσμένη από κούραση, από σκιά και κρύο,
όταν θελήσεις να με αφήσεις, στου ποταμού την όχθη,
θα με σηκώσεις αγκαλιά σαν λάφυρο βανδάλου.

*Από τη Γενική Ανθολογία Σύγχρονης Λατινοαμερικάνικης Ποίησης 1892-1975, εκδόσεις Εκάτη, 2011. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Omar Sakr, You think I fear to enter October 7th / Νομίζεις ότι φοβάμαι να μπω στις 7 Οκτωβρίου

You think I fear to enter October 7th
Habibi, I never left. A’m still there

Dying as I do ever day. I admit I can’t se
The murdered you heap murder on.

Which of us disgraces them are, do you think?
Ten thousand children want to know.

You think the world didn’t break that day
For me the world breaks every day.

You Thi k the heart’s task isn’t remaking loss.
You think I won’t write of yours loves,

When the real danger is that I will. Relax,
My hands are cramped around a million epitaphs.

It will take me roughly all all the time in the world
To get there. You think my poetry is a weapon.

And it is. each line is my fist striking your chest,
Each stanza is my ear pressed against it, hoping

To hear a single beat

Νομίζεις ότι φοβάμαι να μπω στις 7 Οκτωβρίου.
Χαμπίμπι, δεν έφυγα ποτέ. Είμαι ακόμα εκεί.

Πεθαίνω όπως κάνω κάθε μέρα. Παραδέχομαι ότι δεν μπορώ να δω
…τους δολοφονημένους που σκοτώνεις.

Ποιος από εμάς τους ντροπιάζει, νομίζεις;
Δέκα χιλιάδες παιδιά θέλουν να μάθουν.

Νομίζεις ότι ο κόσμος δεν έσπασε εκείνη τη μέρα…
Για μένα ο κόσμος σπάει κάθε μέρα.

Εσύ πιστεύεις ότι το καθήκον της καρδιάς δεν είναι να αναπλάθει την απώλεια.
Νομίζεις ότι δεν θα γράψω για τους έρωτές σου,

ενώ ο πραγματικός κίνδυνος είναι ότι θα το κάνω. Χαλάρωσε,
Τα χέρια μου είναι σφιγμένα γύρω από ένα εκατομμύριο επιτάφιους.

Θα μου πάρει περίπου όλο το χρόνο του κόσμου…
για να φτάσω εκεί. Νομίζεις ότι η ποίησή μου είναι όπλο.

Και είναι. Κάθε γραμμή είναι η γροθιά μου που χτυπάει το στήθος σου,
Κάθε στροφή είναι το αυτί μου πιεσμένο πάνω του, ελπίζοντας…

να ακούσω ένα μόνο χτύπημα

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Peter Murphy, Room of empty chairs / Αίθουσα με άδειες καρέκλες

Where he works there’s this room
of broken chairs
cracked basks or arms,
loose screws or adjustments,
missing
casters.

Sometimes they fill the space
and start
to spill out…

or they begin
to disappear

at first in
twos and threes…

till you enter
something like
an empty room

to se a few people precariously
balancing clipboard
on wobbling knees

and looking up

wondering
why

you’re there.

Αίθουσα με άδειες καρέκλες

Εκεί που δουλεύει υπάρχει αυτό το δωμάτιο
με σπασμένες καρέκλες
με ραγισμένες πλάτες ή χέρια,
χαλαρές βίδες ή ρυθμίσεις,
λείπει το
ροδάκια.

Μερικές φορές γεμίζουν το χώρο
και αρχίζουν
να χυθεί έξω…

ή αρχίζουν
να εξαφανίζονται

στην αρχή σε
σε δυάδες και τριάδες…

μέχρι να μπείτε
κάτι σαν
ένα άδειο δωμάτιο

για να δεις μερικούς ανθρώπους επισφαλώς
να ισορροπούν το πρόχειρο
σε τρεμάμενα γόνατα

και κοιτάζοντας ψηλά

αναρωτιούνται
γιατί

γιατί είσαι εκεί.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης