Γιώργος Αλισάνογλου, Από το “Jesu Christiana – Μια μελλοντική προσευχή”

Luibov Popova

Πρέπει να σ’ ανακαλύψω ξανά
πρέπει να με συντρίψεις ξανά
μέσα από δάκρυα αποδημητικού λωτού
πρέπει ν’ αναγγείλεις την συντριβή μου
να με δεις να κυλιέμαι στο ρημαγμένο χόρτο
να περιφέρω την σπασμένη μου νιότη
στην λάθος πόλη– και πάντα σε λάθος πόλη
να περιφέρομαι σε δρόμους-στάβλους
να κυλιέμαι στο χώμα θρηνώντας στον πολύ ήλιο
στο πλάι μου κρώζει να/ σιδερόκαρδη καρακάξα
με σπασμένα φτερά/ εκλιπαρεί να την πιστέψω
μόνο με τα μάτια μόνο με τα χείλη με το άγγιγμα
Ο Ουρανός σπαράσσεται ρημαγμένος κήπος
εκλιπαρεί να τον πι-στέψω έ ρ ω τ α

Μα μόνο αν με συντρίψεις θα ανακαλύψω την ζωή
μόνο αν τον έρωτα (με) συντρίψεις θα γεμίσω
μια λευκή προσευχή /κάτι• έναν χαμό για να πιστέψω
σταματήσαμε να μιλάμε και όλοι σταμάτησαν να μιλάνε
έπαψες να με συντρίβεις κι όλα έπαψαν να είναι–
να με αρνηθείς σ’ αυτό το πρόχειρο δωμάτιο/
κάτω από μια λάμπα εντέλειας δωρικής
όπως τρεμοσβήνει– στα μάτια ενός χυδαίου και δύσοσμου
πλήθους
Να με συντρίψεις ταΐζοντας τον ύπνο μου με πρόστυχη βροχή
μια άλλη νύχτα / όταν θα ταριχεύεις σιωπές ίσως
θα διαψευστεί το αρχαίο σου ερώτημα;
«Ποια γη δεν την φτάνει ο ήλιος;»
Και η απάντηση μολυσμένη:
«Σ’ αυτήν την γη κανένας δεν/ ήλιος φτάνει».

Γιατί εδώ που ήρθα τίποτα είναι ο προορισμός
ο προορισμός είναι εδώ που ήρθα– τίποτα
του κάθε ανθρώπου ο προορισμός εδώ που έφτασα
κανένας προορισμός δεν έφτασε ακόμα
με κόπους θανάσιμους / να με συντρίψεις εδώ
εδώ που όλα τα αρνούνται/ ακούω έρωτες
στις υδρορροές του Νότου κυλάει αίμα– ψυχρός νεφρίτης
τα γαλάζια άνθη της μούργκας φέρουν αποφορά
πρωτόπλαστου πηλού

Πολύ χαμηλά πεσμένος– και απ’ εδώ αρχίζει ο κόσμος
από τόσο χαμηλά ο κόσμος αναδύεται
και τίποτα δεν μπορεί να ξεπεράσει αυτό το ύψος
η γη έχει συντριβεί
και τίποτα δεν υπολείπεται της άμβλωσης αυτής
κανείς δεν έχει την γη/ γιατί ποτέ η γη δεν ήταν
μόνο να συντριβεί κανείς μπορεί εδώ σ’ αυτήν την γη
να γυρίσει τα μάτια του ανάποδα προς τον ουρανό
κι ας κοιτάξει την μη/terra γη εκεί ψηλά–
ασυγχώρητα κατακτιέται
και κανείς δεν υπάρχει έξω από την όραση
κανείς τόσο όσο εγώ έξω από/ την άνοιξη
δεν πόθησε το έγκλημα
κανείς
τόσο όσο
εγώ δεν υπάρχει
κανείς
που
να όρισε
το ατελές
εγώ_

———————————————————-

[Μόνο ο αστερισμός του Φάνγκ με τα τέσσερα κουτσά περιστέρια
το φαιόλευκο άλογο της Christiana που μπορεί να τρομάξει τις
τίγρεις
τέλος ο αυτοκράτορας Βου που κατόρθωσε να μετατρέψει σε
χρυσό τον θειούχο υδράργυρο
και η σφραγίδα με τα άνθη κάρδαμου στο μάτι του κυπρίνου]

Για μια στιγμή γεννήθηκες
Μέχρι εκεί που τελειώνει το
ΣώΜα
Κανείς Μετά

* Ποίημα από το βιβλίο “Jesu Christiana- Μια μελλοντική προσευχή” – Εκδόσεις Μαγικό Κουτί, 2011.

Γιάννης Ρίτσος, Στο υπερώον

17-4-4-thumb-medium

Μετά την παράσταση
έμεινε κρυφά στο υπερώον
στα σκοτεινά.
Η αυλαία ολάνοιχτη.
Εργάτες της σκηνής,
φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
ξεστήνουνε τα σκηνικά,
μετέφεραν στο υπόγειο
ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
σβήσαν τα φώτα,
έφυγαν,
κλείδωσαν τις πόρτες.
Σειρά σου τώρα,
χωρίς φώτα,
χωρίς σκηνικά και θεατές,
να παίξεις εαυτόν.

*Από το βιβλίο Γιάννης Ρίτσος «Υπερώον», εκδ. Κέδρος, 2013. Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε ως μέρος κεινμενου στο “Ανοιχτό βιβλίο”, στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, το Σάββατο 19/10/2013.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Χανόμαστε

1380194_239764226178920_271187879_n

Χανόμαστε σε κάποιο
ενδιάμεσο σταθμό
αλλά αμέσως μετά
προσπερνάμε
τον εαυτό μας
σαν επιβάτες
που δεν επισκέπτονται
κανέναν τόπο.

Ενθυμήματα λογχισμένων χρόνων
στην αναπνοή
κι ένας βήχας
στα κρύα ντουβάρια
καπνοδόχοι κατράμια
χωρίς χαρά
ζαβή συνείδηση
σ’ άδεια χέρια.

Χρήστος Αρμάνδος Γκέζος – Μια κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Κυριακίδη “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”

%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CE%B9+%CE%BC%CE%B5+%CE%BC%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1+%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B1+%CE%95%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF

Την ποιητική συλλογή «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα» τη διάβασα σαν μια συλλογή σύντομων διηγημάτων ή και στιγμιότυπων, την αναπαρέστησα στο κεφάλι μου και την παρακολούθησα με συγκίνηση και συμπόνια σαν καρέ μιας ασπρόμαυρης ταινίας του ιταλικού νεορεαλισμού, εκεί γύρω στο ‘40 με ‘50, με πρωταγωνιστές ερασιτέχνες ηθοποιούς, ανθρώπους του μόχθου από τη μία και την άλλη γειτονιά της δοκιμαζόμενης ή ενίοτε σπαρασσόμενης πόλης, που παλεύουν να τα φέρουν πώς και πώς πέρα ενάντια στη φτώχια και καμιά φορά η μοίρα τούς φέρνει να συναντηθούν στο χωμάτινο σταυροδρόμι και να ανταλλάξουν δυο κουβέντες.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερις ενότητες, οι οποίες σαν τις τέσσερις εποχές του χρόνου όχι μόνο ενισχύουν την αίσθηση αυτού του διαρκούς της καθημερινής βιοπάλης, αλλά και λειτουργούν ως σώμα πάνω στο οποίο υλοποιείται μια σειρά συμβάντων, ροών, αντιθέσεων και επαναλήψεων: πολύ συχνοί διάλογοι μεταξύ των προσώπων –γιατί τουλάχιστον οι κουβέντες είναι τσάμπα ακόμα και όταν δεν μπορείς να φας το αμέσως πιο ζωτικό πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να ανταλλάξεις λόγια με κάποιον που ανασαίνει το ίδιο όπως κι εσύ–,  συζητήσεις τις πιάτσας, μόρτικες καμιά φορά,  κουβέντες για «γκόμινες», ένας ανεξιχνίαστος φόνος, μια συνάντηση στην τουαλέτα, μια λεκτική περιπλάνηση μεταξύ ερωτευμένων, η ταλαιπωρία ενός ναυτικού στη θάλασσα (σύμβολο ελευθερίας αλλά και βασάνου/τρόμου μπροστά στο άγνωστο) όλα συνθέτουν μια αδιάπτωτη σερνόμενη με τα γόνατα πορεία από το ’20 στο ’50 μετά στο ’80 και τέλος μέχρι το ’10, με το σάουντρακ από πίσω να τρεμοπαίζει για αρχή νωχελική τζαζ και να σβήνει τέλος σε ένα τραχύ ρεμπέτικο, το Πέραμα να κατεδαφίζεται ολοσχερώς και να παίρνει τη θέση του αυτοστιγμεί μια ανοίκεια Νέα Ορλεάνη.

Με γλώσσα τις περισσότερες φορές απλή, αφηγηματική, χωρίς εξάρσεις, πού και πού μάγκικη, πού και πού ελαφρώς και ανεπιτήδευτα διανοητική, σε συνήθως εκτεταμένα ποιήματα με τίτλους φιλοπαίγμονες και σαρκαστικούς, και γενικά ένα ύφος φρέσκο και δυναμικό, ο Κυριακίδης πραγματεύεται πρωτίστως το θέμα της φτώχιας και της εξαθλίωσης με τρόπο ιδιαίτερο, όχι συναισθηματικά εκβιαστικό και εντυπωσιακίστικο –κάτι που θα ήταν εξαιρετικά εύκολο αλλά και ανέντιμο τόσο δεδομένης της ίδιας της φύσης της φτώχιας όσο και της ειδικής συγκυρίας που όλοι μας πια λίγο πολύ βιώνουμε– αλλά με μια αποστασιοποιημένη νηφαλιότητα που δεν στερείται ωστόσο σκληρότητας και αναπαραστατικής δύναμης.

Continue reading →

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Ανταπόδοση

1006297_10200681676545981_149233101_n

Δεν ήταν δύσκολος.
Πάντα καλόκαρδος κι ενθουσιώδης.
Μόνιμα γελασμένος τις πρωταπριλιές
και των διαφημίσεων θερμός θιασώτης,
πρόθυμος να πειστεί “τοις ‘κείνων ρήμασι”.
Όταν τον είδαν ξάφνου να μένει αμετάπειστος
τα χάσανε
κι ούτε που μπόρεσαν
ποτέ τους
να συνέλθουν.

Mario Benedetti, Σύνδρομο

Joan Miro, Les Geants (1950)

Joan Miro, Les Geants (1950)

Έχω ακόμη όλα μου σχεδόν τα δόντια
σχεδόν όλα μου τα μαλλιά και πολύ λίγες άσπρες τρίχες
μπορώ να κάνω έρωτα, και να τον ξεκάνω
να σκαρφαλώσω δύο-δύο τα σκαλιά της σκάλας
και να τρέξω σαράντα μέτρα πίσω από το λεωφορείο
δηλαδή δεν θα έπρεπε να νιώθω γέρος
είναι όμως σοβαρό το πρόβλημα γιατί πιο παλιά
δεν έδινα σημασία σε αυτές τις λεπτομέρειες

*Από τη συλλογή «Cotidianas» («Της καθημερινότητας») που περιλαμβάνεται στον τόμο «Inventario» («Απογραφή») (1979)

Σοφία Σεραφειμίδη, Πενιχρή βεβαιότητα

1381497_1428349414051332_1889649165_n

Oι σοφοί λένε-
Τα πάντα στο Σύμπαν
Είναι δυαδικά

Βρέξει χιονίσει εμείς
Πάντα με Ήλιους και Φεγγάρια
Θα πορευόμαστε,
Ανίκανοι μάρτυρες μιας αβάσταχτης νομοτέλειας
Που κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να διαφύγει

Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει
Κιαυτή θα’ναι η πενιχρή βεβαιότητα
Για την διαπίστωση της ύπαρξής μας
Μην αγχώνεσαι λοιπόν…

Τελείωσε το καφεδάκι σου και χαλάρωσε
Σήμερα είναι Κυριακή
Λογικά αύριο ξημερώνει Δευτέρα
Έτσι γινόταν πάντα
Όλα βαίνουν καλώς.

Ρόμπερτ Λόουελ, Πωλείται

Maria Vishnyakova (η μητέρα του Tarkovsky’) ως η “γριά” Μαρία, στον Καθρέπτη (του Andrei Tarkovsky, 1975)

Maria Vishnyakova (η μητέρα του Tarkovsky’) ως η “γριά” Μαρία, στον Καθρέπτη (του Andrei Tarkovsky, 1975)

Φτωχό δειλό άθυρμα,
οργανωμένο μ’ άσωτη έχθρα,
έζησα εκεί ακριβώς ένα χρόνο –
του Πατέρα μου το εξοχικό στο Μπέβερλι Φάρμς
πουλιόταν το μήνα που πέθανε.
Σκορπισμένη, άδεια, γνώριμη,
η αστική του επίπλωση
βιαζότανε
προσμένοντας τον μετακομιστή
αμέσως μετά απ’ τον εργολάβο κηδειών.
Προετοιμασμένη, φοβισμένη
να ζήσει μόνη ως τα ογδόντα,
η Μητέρα φεγγάριασε σ’ ένα παράθυρο,
σα να ‘χε μείνει σ’ ένα τρένο
μια στάση πέρ’ απ’ τον προορισμό της.

*Μετάφραση: Αλέξη Τραϊανού
**Από το βιβλίο “Μεταπολεμική Αμερικανική Ποίηση”, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις Α.Ε, 1979.
***Όπως αναφέρει ο Ρόζενθαλ, ο Λόουελ έκανε μια τρομαχτική ανακάλυψη του παρελθόντος του και συνάμα των χαμένων ευκαιριών των γονιών και των προγόνων του, καθώς και του περίγυρου της ζωής τους. Στο ποίημα του “Πωλείται” δεν πουλιέται μόνο το σπίτι, αλλά μαζί του χάνεται και μια ολόκληρη βιωμένη ζωή, για να μετουσιωθεί σ’ ένα παγωμένο εσωτερικό τοπίο κάτω από το ψυχρό φως του φεγγαριού στο πρόσωπο της χήρας πια μητέρας.
Αλέξης Τραϊανός, από την εισαγωγή του βιβλίου.
#Ευχαριστιες στην Αναστασία Τσόχα που έφερε στο facebook.

Dimitris Troaditis, My ancestors / Os meus antepassados

find_european_ancestors

My ancestors
decoded names
unknown and poignant
into cells of shamed times
travels by fantastic long boats.

My ancestors dive
in halcyon days
with their indicators vibrated
with a scuttled loneliness
under dim lights
with intagible Arks
with a stimulation of whispers
and essence of illness

My ancestors coachmen
in dark lanes
in heavens without lights
leaving variant breaths
when shooting unsuccesfully in the mornings

My ancestors
gone unappealable
staying dead in the tracks
where others struggling
to cloud them.

*Translation Dim. Troaditis. The Greek original is here https://tokoskino.wordpress.com/wp-admin/post.php?post=6132&action=edit&message=6&postpost=v2

Here we have got a translation in Portuguese / Εδώ έχουμε μια μετάφραση στα πορτογαλικά:

Os meus antepassados

Os meus antepassados
nomes decifrados
incógnitos e dolorosamente
enjaulados
na ignomínia travessia
dos fantásticos crudes

Os meus antepassados
mergulham
nos dias de Halcyon
com os indicadores
em sintonia
com dias de ruinosa solidão
sob as luzes ofuscantes
da intangível Arca
com o estímulo dos murmúrios
e a essência da doença

Os meus antepassados cocheiros
nas ruas escuras
nos céus sem luzes
recolhendo variantes respirações
quando clico
sem sucesso nas manhãs

Os meus antepassados
inapelavelmente desaparecidos
permanecem mortos nas trilhas
onde outros lutando
os enublam

*Tradução de Emília Cerqueira.

Μάρκος Μέσκος, Προαίσθημα

statidianimo

Από τη στέγη περνούσαν πράγματα πολλά
καπνός πνοές ανέμου φύλλα φθινοπωρινά
ο ίσκιος του ήλιου στο γύρισμα
του χελιδονιού η γλώσσα στο ζενίθ
τα ξιπόλητα πόδια των πουλιών δειλινές ώρες
κόκκινη κλώσα ή στέγη
μα εκείνο απομένει: η μαύρη κάργα στην καταχνιά
με το φοβερό ράμφος τοκ τοκ, τοκ τοκ
έμβολο θανάτου στο κρανίο.
Και η σιωπή του κρεμασμένου μέσα.

*Από τη συλλογή “Άλογα στον Ιππόδρομο” (1973).