Αν εσείς στο χωριό νομίζετε πως έκανα καλά,
Όταν έκλεισα τα σαλούουν και σταμάτησα τη χαρτοπαιξία,
Και σωφρόνισα το γέρο-Ντέιζυ Φρέιζερ μπροστά στο δικαστή Άτνετ,
Στις τόσες σταυροφορίες να περάσω από καθαρτήριο τους αμαρτωλούς·
Γιατί αφήνετε τη θυγατέρα της καπελούς Ντόρας,
Και τον ανάξιο γιο του Βενιαμίν Παντιέ
Να κάνουν τον τάφο μου τη νύχτα ανόσιό τους μαξιλάρι;
*Μετάφραση: Ιάσων Δεπούντης
Γιάννης Χαιρέτης, Ανάμνηση
Σε Χώρους και σε Χρόνους Άσπιλης Φωτιάς
το Σύμπαν του μυαλού μου καταβροχθίζεται.
Γέλιο και λυγμός κι ύστερα σιωπή
κι η ήρεμη ανάσα που ο ύπνος φέρνει
στους σοφούς Ανθρώπους…
Η μνήμη μου αθάνατη
-μέσα από λίθινους καιρούς
ορμητικό ποτάμι, ξεχυνόταν…-
τώρα, στ’ απέραντο του ζωογόνου Πόνου
ταξιδεύει.
Ω, εσύ Φωτιά
θαμμένη σε ιερή, πανάρχαια σπηλιά,
στους πρώτους κύκλους της Μεγάλης
Μοναξιάς
τη λάμψη της γυμνής αγάπης μου
σκορπούσες.
Πέρα, στης εξιλαστήριας Φωτιάς
το ελπιδοφόρο Φως
φως ταπεινό είμαι κι εγώ
π’ όλο αγωνίζεται και λαχταρά
να μείνει αναμμένο!…
*Από την ποιητική συλλογή “Ο κύκλος των χαμένων μαχαιριών”, εκδόσεις ¨Άρδην”, Αθήνα 1999.
Νεκταρία Μαραγιάννη, Μοναξιά
Ο άνεμος βουίζει ρυθμικά πάνω από τα ευθύγραμμα χαμόγελα των πολυκατοικιών
…ζόφος…
ένα τραγούδι προσπερνά τις ουράνιες οδούς
σαγηνεύοντας τον κόσμο των νεκροζώντανων
Την αυγή ζωγραφίζω το χάρτη των θαλασσών
και τα βραδινά ο χάρτης παραδίδεται
στο παρανάλωμα των δακρύων,
προερχομένων από τη μήτρα των χτύπων μου…
πεθαίνω μες το μονοπάτι της Μουσικής
ανέγγιχτη από μελωδικά βέλη
μα σταυρωμένη από τα καρφιά των ανθρώπων.
Τα άτσαλα βήματα των χεριών μου στην αχανή άβυσσο
με βυθίζουν σε μια έρημο κατακραυγής
και μιας στείρας ζωής
Ιππικό πεζών προπορευόμενο της άδοξης μπαλάντας των Σειρήνων
άδειες καρέκλες παραταγμένες στα τραπεζάκια κυριλέ
καφετέριας,
μεσημέρι, ώρα ύπνωσης,
αναψυχής,
σιωπής;
μια ρακένδυτη γραφίδα ρουφά το αίμα των πληγών μου
ο ήλιος προχωρεί,
μεσημέρι, καλοκαίρι, σιωπή…
αγκαλιάζει τις καρέκλες
ο ίσκιος του γερο-πλατάνου χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά μου
κι ένα σκιουράκι φιλά απαλά τις ουλές μου
…οι Σειρήνες τραγουδούν…
κλείνω τα βλέφαρα…
μόνο Σιωπή,
και το βάδισμα του χρόνου στους δείκτες
Νέττα
*Πρώτο Βραβείο Ποίησης στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2013 του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης (Κατηγορία Εξωτερικού/Overseas). Δημοσιεύτηκε στο 59ο τεύχος του περιοδικού “Αντίποδες”, ετήσιου περιοδικού του Συνδέσμου (σελ. 173-174).
Fernando Pessoa, Τέσσερις Ωδές
Nα θέλεις λίγα: θα τα έχεις όλα.
Tίποτε να μη θέλεις: θα είσαι ελεύθερος.
O ίδιος ο έρωτας που νιώθουν
Για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.
Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ακέραιος: Tίποτε
Δικό σου να μην υπερβάλλεις ή να μη διαγράφεις.
Nα είσαι όλα σε κάθε πράγμα. Nα βάζεις όσα είσαι
Kαι στο ελάχιστο που κάνεις.
Eτσι σε κάθε λίμνη ολόκληρη η σελήνη
Λάμπει, γιατί ζει ψηλά.
Aναρίθμητοι ζουν μέσα μας,
Aν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ
Ποιος μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.
Eίμαι μονάχα ο τόπος
Oπου νιώθουν ή σκέφτονται.
Eχω περισσότερες από μια ψυχές.
Yπάρχουν περισσότερα εγώ απ’ το ίδιο το εγώ μου.
Yπάρχω ωστόσο
Aδιάφορος για όλους,
Tους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.
Oι διασταυρωμένες παρορμήσεις
Oσων νιώθω ή δεν νιώθω
Πολεμούν μες σ’ αυτόν που είμαι.
Tις αγνοώ. Tίποτε δεν υπαγορεύουν
Σ’ αυτόν που γνωρίζω ότι είμαι: εγώ γράφω.
O θεός Παν δεν πέθανε,
Σε κάθε κάμπο που δείχνει
Στα χαμόγελα του Aπόλλωνα
Tα γυμνά στήθη της Δήμητρας –
Aργά ή γρήγορα θα δείτε
Nα εμφανίζεται εκεί
O θεός Παν, ο αθάνατος.
Oχι δε σκότωσε άλλους θεούς
O θλιμμένος χριστιανός θεός.
O Xριστός είναι ένας ακόμη θεός,
Ίσως ένας που έλειπε.
O Παν συνεχίζει να δίνει
Tους ήχους απ’ τον αυλό του
Στ’ αυτιά της Δήμητρας
Που καμαρώνει στους κάμπους.
Oι θεοί είναι οι ίδιοι,
Πάντοτε λαμπεροί και γαλήνιοι,
Γεμάτοι από αιωνιότητα
Kαι περιφρόνηση για μας,
Φέρνοντας τη μέρα και την νύχτα
Kαι τις χρυσαφένιες σοδειές
Oχι για να μας δώσουν
Tη μέρα και την νύχτα και το στάρι
Mα για άλλον και θείο
Tυχαίο σκοπό.
C.P. Cavafy, Che Fece …. Il Gran Rifiuto
For some among us there comes up a day
when either the great Yea or the great Nay
must needs be spoken. He who has the Yea
ready within him, straightway stands revealed
and, giving it utterance, passes to his field
of self-expression. He who did not yield
assent, never repents. If Nay or Yea
were asked again, he would repeat his Nay,
though that right word afflicts him night and day.
*Translated by John Cavafy (Poems by C. P. Cavafy. Translated, from the Greek, by J. C. Cavafy. Ikaros, 2003)
__________________
For some people the day comes
when they have to declare the great Yes
or the great No. It’s clear at once who has the Yes
ready within him; and saying it,
he goes forward in honor and self-assurance.
He who refuses does not repent. Asked again,
he would still say no. Yet that no—the right no—
undermines him all his life.
*Translated by Edmund Keeley/Philip Sherrar
__________________
For some people the day comes
when they have to declare the great Yes
or the great No. It’s clear at once who has the Yes
ready within him; and by saying it,
he goes from honor to honor, strong in his conviction.
He who refuses does not repent. Asked again,
he would still say no. Yet that no – the right no –
drags him down all his life.
*Translated by Christos
__________________
Che fece …. il gran rifiuto
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.
*Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984.
**The title is from Dante “Colui Che fece per viltate il gran rifiuto!” The refusal to life that is worthy of eternal damnation.
Αρθούρος Ρεμπώ, Από τα “Κείμενα και κριτική”
Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματά και σας κάνει να κοκκινίζετε.
Υπάρχει ένα ρολόι που δεν χτυπά.
Υπάρχει μια χαράδρα με μια φωλιά με ζώα λευκά.
Υπάρχει μια μητρόπολις που κατεβαίνει και μια λιμνη που ανεβαίνει.
Υπάρχει ένα μικρό αμάξι εγκαταλειμμένο μέσα στο δάσος, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας, στολισμένο με κορδέλλες.
Υπάρχει ένας θίασος μικρών θεατρίνων με κοστούμια, διακρίνονται πάνω στο δρόμο ανάμεσα απ’ το δάσος άκρη άκρη.
Υπάρχει, τέλος, όταν πεινά και διψά, κάποιος που σας κυνηγά.
*Αρθούρος Ρεμπώ, Κείμενα και κριτική, μετάφραση-επιμέλεια: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, εκδ. “Γαλαξίας”, Αθήνα 1971.
Dylan Thomas, Ποίημα του Οκτώβρη
99 χρόνια από τη γέννησητου Dylan Thomas
Ήταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Έτοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.
Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό –
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ένα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.
Ένα σμάρι κορυδαλλοί σ’ ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Καλοκαιρινός
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.
Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.
Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Άφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών
Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.
Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ήταν το τριακοστό μου
Έτος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ’ όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου.
*Από το http://en-texnon.blogspot.com
Άρης Ταστάνης, Ονειροπόλοι 1999
Σαράντα μέρες χωρίς τον Άρη Ταστάνη
Οι φίλοι χάθηκαν, για πάντα μας τονίζουν.
Εκείνα τα πικρά τους μάτια μόνο θυμάμαι.
Και που χρόνος να κάνουμε καινούργιους.
Όμως εμείς.
Κάθε στιγμή θα ξεκινάμε για μακρινά ταξίδια.
Μ’ ένα λουλούδι στα μαλλιά
κι ένα βιβλίο ανοιγμένο στην πρώτη σελίδα.
Και θ’ αγαπούμε την πραγματικότητα μας,
όπως εκείνοι τα πάθη της ασήμαντης παρουσίας τους.
Φτάνει να μείνουμε πάντα ονειροπόλοι…..
Ζωή Τάχα, Στους συντρόφους
…θυμάμαι του γέλιου σου την πιστολιά…
Βρεθήκαμε μαζί στις ερημιές
σβήσαμε του ορίζοντα τις μολυβιές
μας κυνήγησαν της μνήμης τα σκυλιά
θυμάμαι του γέλιου σου την πιστολιά
Θάψαμε στον Φροϋντ τη γειτονιά
στο κεφάλαιο του Μαρξ την πρωτοπόρα εργατιά
στα πρόσωπα του κόσμου αντιφεγγιά
που φωτίζει τη δική μας ελεύθερη ματιά
Είμαστε στους δρόμους με αγάπη και φωτιά
σε μια πόλη που λάμπει η σκοτεινιά
λαθέψαμε σαν άμαθοι εραστές
κι οι πόνοι κάθε λάθους μαχαιριές
Μας κυκλώνουνε δύσκολοι καιροί
καιροί κυκλωμένοι από μια φυλακή
κάγκελα καρφώνονται στις στιγμές
αλυσίδες δένουν τις απάθειες
Θ’ αφήσουμε και πάλι τις ερημιές
θα σβήσουμε του ορίζοντα τις μολυβιές
κι αν μας πάρουν στο κατόπι τα σκυλιά
μην ξεχάσεις του γέλιου σου την πιστολιά
Άρης Τσιούμας, Οφθαλμαπάτη
Οδηγία προς ναυτιλομένους:
«ανάρμοστο πλεκτό παιγνίδι,
Ανάμεσα σε στιγμή και όνειρο…»
α.
Κοίτα το πρόσωπό μου
ή έστω το δικό σου
Ποιά θλίψη στέριωσε πάνω του;
Ποιά σκιά βαραίνει τις πλάτες του;
β.
Κοίτα τον ουρανό
ή έστω τη σκέψη μου
Ποιός άχρηστος θεός τον κατοίκησε;
Ποιά μαύρη ουσία τη στοίχειωσε;
γ.
Κοίτα τα μάτια σου
ή έστω τον Άδη
Ποιά ερημιά τα σύνθλιψε;
Ποιοί οι νεκροί που χορεύουν;
δ.
Κοίτα το άπειρο
ή έστω το τώρα
Ποιά δύναμη το κατέστρεψε;
Ποιά αηδία το σύνθεσε;
ε.
Κοίτα το χρόνο
ή έστω τη στιγμή
Ποιός άρρωστος τον χρειάστηκε;
Ποιά ελπίδα τη γέννησε;
στ.
Κοίτα την αυγή
ή έστω το δείλι
Ποιός ήτανε να ‘ρθεί;
Ποιός θέλησε να φύγει;
η.
Κοίτα το δρόμο
ή έστω πίσω σου
Ποιός θέλησε να μείνει;
Ποιός ζούσε για να θυμάται;
ζ.
Κοίτα το θάνατο
ή έστω τη ζωή
Ποιός θεός τον φοβήθηκε
Ποιός θνητός την αρνήθηκε;
θ.
Κοίτα τον ήλιο
ή έστω μέσα σου
Ποιός θέλησε να φωτιστεί;
Ποιός θέλει να πλουτίσει;
ι.
Κοίτα τους λύκους
ή έστω τα σπουργίτια
Ποιός ζήτησε να φαγωθεί;
Ποιός δείλιασε για να κρυφτεί;
ια.
Κοίτα τον κόσμο
ή έστω την ψυχή
Ποιός ζήτησε να περιπλανηθεί;
Ποιός ήθελε να πληγωθεί;
ιβ.
Κοίτα την ομορφιά
ή έστω την κακία
Ποιός αρνήθηκε ν’ αγαπηθεί;
Ποιός ήλπιζε να σκοτωθεί;
ιγ.
Κοίτα τ’ άστρα
ή έστω μπροστά σου
Ποιός αρνήθηκε να ονειρευτεί;
Ποιός θέλησε τίποτα να μη δει;
ιδ.
Κοίτα τα πάντα
ή κλείσε τα μάτια
έτσι για λίγο θα χαρείς
ή θα ‘ναι να δεις,
όσα δεν τόλμησε ΚΑΝΕΙΣ.
*Από την προσωπική ποιητική συλλογή με τίτλο “Άνευ”, που θα κυκλοφορήσει από τις συνεργατικές εκδόσεις “Κουρσάλ”.







