Άρης Αλεξάνδρου, Ποιητική

1176111_366098666855386_688254018_n

1

Αξίζει δεν αξίζει
στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γίνανε ακόμα
προδίνω τις κινήσεις ενός ήλιου
που πέφτει την αυγή δίπλα στις μάντρες
επικυρώνοντας με φως
τις εκτελέσεις

2

Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ’ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ’ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.

3

Η μόνη ξιφολόγχη μου
είταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.
Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ
στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα
ίσως γι’ αυτό εγκαταλείπουν ένας-ένας τα χαρτιά μου
και τους ακούω στις κουβέντες όσων δε μ’ έχουνε διαβάσει.

Άη-Στράτης 1951

*Aπό τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952). Από τη συγκεντρωτική έκδοση “Ποιήματα 1941-1974”, εκδ. Ύψιλον /Βιβλία.

Θωμάς Γκόρπας, Οι θρησκευτικοί ποιηταί

Erich Heckel, Two men at the table (1912)

Erich Heckel, Two men at the table (1912)

Το γάλα το άγριο γάλα! Τελευταία συχνά
μ’ επισκέπτονται παλιά αιμοστάζοντα αγριόσυκα
όνειρα σεξουαλικά ρεύσις κατάρρευσις των ιδεών
και των γούστων των παλιών μου φίλων…
Τα μεσημέρια τάβλι παίζουν με τις ώρες
παίζουν ξερή τα πενηντάρικα και τα τομάρια
τρώγονται χύνουνε χολή την πίνουνε οι έρημοι.
Εν συνεχεία επιστρέφουν στο καφέ-μπινέ
κι αράζουν περιμένοντας εκπλήξεις.
Εκπλήξεις βέβαια δεν έρχονται
έρχεται το σούρουπο
και μέσα του ανεβαίνουν τη Σταδίου
καταλήγουνε σε κεντρικό εκκλησάκι
(όλα τα ‘χει τελοσπάντων αυτή η Αθήνα
εξόν πράσινον και δημόσια ουρητήρια…)
κ’ ενταφιάζονται εντός του εσπερινού περιττόν
ο ένας θάβει τον άλλο με μάτια κλειστά
ανταλλάσσουν εντυπώσεις κ’ έτσι βελτιώνουν
τη φίρμα τους στη λαχαναγορά πού και πού
παριστάνουν και τον Κόντογλου
πού Κόντογλου;
είναι γελοίοι – αν το μάθουνε κι αυτό
πάει τετέλεσται…

Βύρων Λεοντάρης, Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

d0bad0b0d0b7d0b8d0bcd0b8d180-d0bcd0b0d0bbd0b5d0b2d0b8d187-d181d0bad0b0d187d0b5d182-d0bad180d0b0d181d0bdd0b0d18f-d0bad0bed0bdd0bdd0b8

Η ολοκληρωτική δημοκρατία, που σφραγίζει τη σημερινή ιστορική φάση της ανθρωπότητας, επανεντάσσει δυναμικά τον ποιητή στο σύστημα των εξουσιαστικών αξιών. Όταν η ανθρωποκεντρική άποψη για την ποίηση, που πάσχιζε να συγκαλύψει την σοβούσα (ανέκαθεν και οπωσδήποτε από το μεσαίωνα) διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην ποίηση, κατέρρευσε με την έκρηξη του ρομαντισμού, που αποκάλυψε όλο το χάος αυτής της διάστασης, η κρατούσα κοινωνική τάξη υιοθέτησε σαν κατά παραχώρηση αξία την ποίηση (αναγορεύοντας την σε Ποίηση και θεμελιώνοντας μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς και σωσίβιους ηθικούς κομφορμισμούς πάνω στην ιδέα της «ποιητικής αδείας»), αποκλήρωσε όμως τον ρομαντικό και μεταρομαντικό ποιητή, αφήνοντας του μόνο τους δήθεν «πύργους» του εγκλεισμού του και τα παγκάκια των πάρκων. Σήμερα η ολοκληρωτική δημοκρατία, όπως η ανεπτυγμένη βιομηχανία, δεν είναι διατεθειμένη καθόλου να αφήσει ανεκμετάλλευτα τα απόβλητα της. Ο χθεσινός περιθωριακός Σκαρίμπας, με μια επεξεργασία καραγκιοζοποίησης, σέρνεται προς επιθανάτια και μεταθανάτια αναγνώριση και δόξα, ο απόβλητος «τρελλός» Κατσαρός «έχει καλύβην» – και μπουάτ – ο αντικομματικός Αναγνωστάκης με εθελούσια νέα κομματικοποίηση διεκδικεί θέση στα κοινά… Στο χρηματιστήριο των κοινωνικών αξιών ο τίτλος «ποιητής» παίρνει τη ρεβάνς από το παραδοσιακό του αντίκρυσμα (την Ποίηση), αναποδογυρίζει όλα τα μελανοδοχεία της κλασικής αισθητικής και επιβάλλει το νέο ορισμό: ποίηση είναι ότι κάνει ο ποιητής.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια λυτρωτική ταύτιση του ποιητή με την ποίηση προς δόξαν του ανθρώπου, μπροστά σε έναν εξανθρωπισμό της ποίησης; Θα πρέπει τότε να δεχτούμε το παράδοξο ότι, σ’ αντίθεση με τις ήττες άλλων επαναστάσεων, η ποίηση είναι η μόνη θριαμβεύουσα επανάσταση και ότι ο ποιητής, κατ’ εξαίρεση απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους, μόνο αυτός κατέκτησε το προνόμιο να μην του είναι εχθρικό και ξένο το ίδιο του το δημιούργημα… Ή μήπως όλα αυτά σημαίνουν απλώς και μόνο την καθολική προσχώρηση και υποταγή του ποιητή σε μια καθαρά αντεπαναστατική λειτουργία της ποίησης;

Το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα σε επαναστατική πράξη και ποίηση αμφισβητεί ακατάπαυστα τις λύσεις του. Υπάρχει μια «επαναστατική» ποίηση ή η δυνατότητα της σαν «έκφρασης» της επαναστατική πράξης;

Continue reading →

Γιάννης Ρίτσος, Ο ποιητής

ritsos-tetragwni001-425x425


11 Νοέμβρη 2013 – 23 χρόνια χωρίς τον Γιάννη Ρίτσο

Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι
Το χέρι του δε μαυρίζει ποτέ. Το χέρι
Είναι αδιάβροχο στη νύχτα. Όταν θα φύγει
(γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει
Ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον
Που αδιάκοπα θα λέει “ναι” και πάλι “ναι”
Σε όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.

Αρθούρος Ρεμπώ, Ανησυχία

Oι πρόγονοί μου ήσαν Κέλτες με γαλάζια μάτια, στενοκέφαλοι, αδέξιοι στη μάχη. Ντύνομαι σαν κι εκείνους βάρβαρα. Αλλά δεν βουτυρώνω τα μαλλιά μου. Οι Κέλτες ήταν γδάρτες αγριμιών, έκαιγαν τα χόρτα οι πιο ανίδεοι των καιρών.

Απ΄αυτούς πήρα: την λατρεία και την αγάπη για την ιεροσυλία∙ – ω, όλα τα βίτσια, οργή, λαγνεία,- μεγαλομανία, ηδυπάθεια∙ – προπάντων τη ψευτιά και την προσποίηση. Τρέμω όλα τα επαγγέλματα. Μαστόρους και εργάτες, όλους τους χωριάτες, τον όχλο.

Το χέρι με την πέννα αξίζει το χέρι του ζευγά. – Τι αιώνας των χεριών!- Δεν θα τα κατάφερνα ποτέ να γίνω χειροτέχνης. Το χέρι που εξημερώνεται πάει πολύ μακριά. Η τιμιότητα της ελεημοσύνης με εκνευρίζει. Οι εγκληματίες με απωθούν όπως τους ευνούχους: Εγώ είμαι ανέπαφος, κι αυτό μου κάνει το ίδιο. Αλλά! ποιος μου έδωσε αυτή την ύπουλη γλώσσα που μέχρι σήμερα στέκεται φρουρός της τεμπελιάς μου;

Χωρίς να μου χρησιμεύει για να ζω το ίδιο το σώμα μου, και πιο τεμπέλης κι από βάτραχος, έζησα παντού.

Καμμιά οικογένεια δεν γνώρισα στην Ευρώπη. Ακούω για οικογένειες σαν τη δική μου που σέβονται όλες τις διακηρύξεις για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. – ΄Εχω γνωρίσει κάθε παιδί οικογένειας!

*Από το “Μια εποχή στην κόλαση”. Μετάφραση: Νεοκλής Κυριάκου.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Πυροβολήστε τα όνειρα

pict_20051017PHT01521

Ποιόν να δικάσεις;
Όσους παίζουν στον τζόγο
τα όνειρά σου;
Eσένα που τους αφήνεις
σιωπώντας,
(είναι και η σιωπή ήττα καμιά φορά)
ή τα ίδια τα όνειρα;
Nαι, στην εποχή των παραλογισμών,
δεν θα΄ταν απίθανο
κάποιοι να καταδικάσουνν και τα όνειρα.
Ναι, ναι, τα όνειρα φταίνε για όλα!
Πυροβολήστε τα όνειρα.

*Από τη συλλογή ”Εποχή μου είναι η ποίηση”, εκδ. Γαβριηλίδης 2013.

Γιώργος Χριστοδουλίδης, Απελπισία

1450344_592720620788753_2089583668_n

Όταν μιας ώρας κέρδη τους
ή το ετήσιο μέρισμα των μετοχών τους
ισούνται ή ξεπερνούν μαζί
όλους τους μισθούς της ζωής σου
και τα έξοδα κηδείας
όταν το χαρτζιλίκι των παιδιών τους
τα σπορ αμάξια που τους αγοράζουν
είναι όλα της ανεργίας τα επιδόματα
όλα τα συσσίτια στους μαθητές
που ο ένας μετά τον άλλο
λιποθυμούν από ασιτία
ή την ώρα που διαμοιράζεται το γάλα
κι αλείβεται το ψωμί με φτηνή μαρμελάδα
κρύβονται από ντροπή
στις τουαλέτες των σχολείων
να μη φανεί ότι δεν πήραν πρόγευμα
ότι δεν είχανε λεφτά για την καντίνα
διότι ο πατέρας τους κείτεται μήνες ανήμπορος
σε κιτρινισμένο στρώμα
ενώ η μητέρα τους καθαρίζει σκάλες
την ώρα που οριστικά φυλλοροεί
το απαλό της χάδι πάνω στο κρύο μάρμαρο
όταν με την αφθονία των εδεσμάτων
στις λαμπερές τους δεξιώσεις
ένεκα νηπενθούς γαμήλιας επετείου
(ή πένθιμης απώλειας προσφιλούς)
επιτυχών εμπορικών συναλλαγών
ή κολοσσιαίων συγχωνεύσεων
διασκεδάζοντας με αυλικούς της εξουσίας
κάνοντας γενναιόδωρες εισφορές
για τις προεκλογικές τους εκστρατείες
κρυφίως αλλά με στενοχώρια
για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο τόπος
θα μπορούσε να ταϊστεί
ένα κομμάτι αυτού του πεινασμένου πλήθους
που έρπει στιγματίζοντας ιστορικές πλατείες
την ευπρέπεια της ηθικής τους
κι αν τυχόν κάνει να σηκωθεί
θα καταρρεύσει πέφτοντας
σε προκατασκευασμένους ομαδικούς τάφους
όταν εγώ χτυπημένος από επίμονη βρογχίτιδα
πολύ καπνό και αδιάκοπη ροή απελπισίας
τίποτα δεν μπορώ να κάνω για όλα αυτά
και μόνο να γράφω μπορώ
μόνο να γράφω
ποιήματα λαξεύοντάς τα σε τόξα
και στίχους τροχίζοντάς τους σε βέλη
για να σημαδεύω
χωρίς μάτια
χωρίς μάτια πια
τα απεχθή είδωλά τους
δίχως κάποια έστω
πιθανότητα επιτυχίας.

*Από την ποιητική συλλογή “Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης” εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013, Αθήνα

Sylvia Plath, Το όνειρο

603151_1425246657704036_1466155251_n

«Χθες βράδυ», είπε, «κοιμήθηκα μια χαρά
αν εξαιρέσεις δυο αλλόκοτα όνειρα
που ήρθαν λίγο πριν αλλάξει ο καιρός
όταν σηκώθηκα κι άνοιξα όλα
τα πατζούρια, για να μπει στα δωμάτια
ο ζεστός πουπουλένιος άνεμος με το υγρό του φτέρωμα.

Στο πρώτο όνειρο οδηγούσα
κατεβαίνοντας τα σκότη, μέσα σε μια μαύρη νεκροφόρα
με πολλούς ανθρώπους, ώσπου τράκαρα
σ ένα φως κι αμέσως μια γυναίκα
μαινόμενη μας ακολούθησε κι όρμησε καταπάνω μας
να σταματήσει το αυτοκίνητό μας.

Κραυγάζοντας ήρθε στο νησί
Που είχαμε σταματήσει και με μια βλαστήμια
απαίτησε να πληρώσω πρόστιμο
επειδή φέρθηκα σαν αγροίκος επιδρομέας
και κατέστρεψα όλο το αόρατο
εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού του Σύμπαντος.

Άκουσα τότε πίσω μου μια φωνή
να με ειδοποιεί να της κρατήσω το χέρι
και να τη φιλήσω στο στόμα γιατί
μ αγαπούσε κι αν την αγκάλιαζα με θάρρος
θα γλίτωνα όλη την ποινή.
‘Ξέρω, ξέρω’ είπα στο φίλο μου.

Παρ ολ αυτά περίμενα να μου βάλει πρόστιμο
και πήρα της γυναίκας το λαμπερό ένταλμα
(καθώς εκείνη ξέπλενε τη διαδρομή με δάκρυα),
μετά οδήγησα να ρθω σε σένα πάνω στον άνεμο.
Δεν σου λέω για τον εφιάλτη
που μου συνέβη στην Κίνα.»

*Aπόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη.
*Από το http://kousouria.blogspot.gr

Ann Sexton, Αγοράζοντας την πόρνη

matisseodali1922

Είσαι το ροσμπίφ που αγόρασα
και σε γέμισα με τα ολόδικά μου κρεμμύδια

Είσαι η βάρκα που νοικιάζω με την ώρα
και σε κατευθύνω με την οργή μου
μέχρι να προσαράξεις

Είσαι ένα ποτήρι που πλήρωσα για να το σπάσω
και καταπίνω τα κομμάτια μαζί με το σάλιο μου

Είσαι η σχάρα που ζεσταίνω τα τρεμάμενα χέρια μου
καψαλίζοντας τη σάρκα μέχρι να γίνει νόστιμη και ζουμερή

Βρωμάς σαν τη μητέρα μου
κάτω από το σουτιέν σου
και ξερνάω στο χέρι σου όπως ο κουλοχέρης
τα κρύα σκληρά νομίσματα

*Μετάφραση: Μαρία Ροδοπούλου

Anna Akhmatova, Ποιήματα

1385280_238275499662625_888394574_n

2
Ο γαλήνιος Ντον κυλάει ήσυχα
το κίτρινο φεγγάρι μπαίνει στο σπίτι

Μπαίνει με το καπέλο του στραβά
το κίτρινο φεγγάρι βλέπει τη σκιά

Αυτή η γυναίκα είναι άρρωστη
αυτή η γυναίκα είναι μόνη

Ο άντρας στον τάφο, ο γιός στη φυλακή
κάνετε για μένα την προσευχή
5
Δέκα εφτά μήνες ουρλιάζω
και σε καλώ να γυρίσεις σπίτι
Στου δήμιου έπεφτα τα πόδια
γιέ μου εσύ και φρίκη μου
όλα μπερδεμένα είναι εδώ
Ποιός είναι άνθρωπος και ποιός θεριό Για την εκτέλεση θ’ αργήσει
Και μόνο σκονισμένα άνθη
και θυμιατήρι κουδουνίζει
Πατήματα πηγαίνουν πουθενά
Ίσια στα μάτια με κοιτά
Με γρήγορο χαμό απειλεί
πελώριο αστέρι από ψηλά

*Μετάφραση: Μαρία Καρδάτου
**Από το poihshkaipoihtes.blogspot.com