Γιάννης Υφαντής, Ο χορός του μεσημεριού

Σκέλια του βράχου φως και θάλασσα.
 
Στην πύρα του μεσημεριού, ο αέρας
Τρέμισε, πύκνωσε κι ανάδεψαν
Ίσκιοι με ψίθυρους φτενούς και διψασμένους
Χορεύοντας την άσαρκη εξορία τους
 
Σ’ έσυρα τότε στη σπηλιά και προς το βάθος
Πάνω στην άμμο σούλυσα τη ζώνη…
 
Έπεσ’ ο ήλιος∙ κουρασμένοι
Απλώσαμε τα μέλη στην απέραντη
Νύχτα της ερημίας…
 
Με ξύπνησε το γέλιο των αχτίδων
Απάνω στις βρεμένες πέτρες
Στις κόχες σου δυο πράσινα χαλίκια
Τα δόντια σου πετράδια σφηνωμένα
Και στα πλευρά σου πελαγίσιος άνεμος
Έσερνε το δοξάρι του δροσίζοντας
Της μνήμης μου τα μάτια με σκοπό
Βαθιά νοσταλγικό
και είπα «Σήκω
αγαπημένη
να πάρουμε σειρά
βαρέθηκα
τα αιώνια πράματα»
 
Σκέλια του βράχου φως και θάλασσα. 

*Από την ποιητικη΄συλλογή “Μανθρασπέντα” (εκδ. Κέδρος, 1980).

Τζούλια Φορτούνη, Ξύλινο πόδι

Lizzy+Ansingh

Είχε –και το σερνε- επιδεικτικά
Ένα ξύλινο πόδι
Καθόταν στο παγκάκι τ΄ απόβροχο
Το ξεβίδωνε και το ακουμπούσε πλάι μου
Μικρά σπουργίτια τριγύρω
Και μια περαστική δεκαοχτούρα
Έτρωγαν όλα τα ψίχουλα της αλήθειας

«Τρίζει τις νύχτες
-ειδικά όταν βρέχει-
Και με ξυπνάει
Εσύ που δεν έχεις ξύλινο πόδι
Δεν με καταλαβαίνεις
Τα ξύλινα πόδια
-αλίμονο-
Αφορούν αποκλειστικά
Εμένα»

Μόνο τα όνειρα τρίζουν
Τα ξύλινα πόδια να τα ευγνωμονείς
Δεν αιμορραγούν
Αχάριστε

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης -έργο της Lizzy Ansingh- αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας Μωβ Στιγμές στη διεύθυνση http://purplestigmes.blogspot.gr/

Στρατής Παρέλης, Αυταπάτης λόγια έχω χρεία να ζω

2112120007

Νερό δνοφερόν
Και αέρα παραπλανημένε-
Πάνω από τα ευανάγνωστα φυτά-
Διαβάζω τον στίχο της μέρας
Όπως οι θάλλουσες φωνές τον αποδίδουν
Της φτελιάς, της πάσχουσας βοκαμβύλιας

             Από αύριο οι πατρίδες θα γίνουν αινίγματα
             Από αύριο που θα στενάζουν οι λαοί
             Από αύριο που το σκαιό θα καταπλακώσει τα πάντα.

Σήμερα η κόλαση της απογοήτευσης
Σήμερα η ριγμένη ασπίδα
Καταγής- ο πόλεμος
Σήμερα
Κι όλοι οι λιγόψυχοι τελείως υποταγμένοι.

Οι οικονομίες εξισώνονται στο πλην:
Πλην εγώ πλην εσύ πλην οι άλλοι-

Αυταπάτης λόγια έχω χρεία να ζω
Καυχούμενος κι οι γύρω μου σε άλλον ουρανό να κοιτάζουν..

Όμως ελπίζω σε πατρίδα της ψυχής
και ζω για άλλες περιουσίες.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com

Μαρία Τσολιά, Γελιέστε

1012481_10152011662383896_1905169150_n

Σεις που πιστεύετε
ότι ο έρωτας με δάμασε
γελιέστε

Μόνη παραδόθηκα
θεραπαινίδα και βασίλισσα
να τον αντικρύσω γυμνό
να μάθω τα μυστικά του
να μην με αφανίσει.

*Από την ποιητική συλλογή “Όσο κόκκινο μου αρνήθηκες”, εκδ. Οσελότος 2013.
**Η εικόνα τη ανάρτησης είναι έργο της Maria Kreyn.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 477 (ιστορίες του μέλλοντος)

1463130_379373265542081_1329780899_n

φωνάζεις
τους ανέμους,
τρέχεις στις στάχτες
του τσιγάρου
και μαυρίζεις τις τσέπες σου,
ψάχνεις
για ξεχασμένες αγάπες,
ξεγυμνώνεσαι,
στριφογυρίζεις στους ύμνους
των πεινασμένων
αρσενικών,
χαϊδεύεις τις ρώγες σου
με το μαύρο φως
των άγνωστων χεριών
και κοιτάς
τους σάτυρους,
εκλιπαρούν
για τις ματιές σου,
εκκωφαντικές κραυγές
στην σιωπή
της απελπισίας
και συ να ταξιδεύεις
με τους ανεμοστρόβιλους,
στις παλιές ιστορίες
του μέλλοντος,
να ντύνεσαι
με παρτίδες πόκερ
και να ψάχνεις
στις γαλάζιες σκιές
του λυκόφωτος,
αυτόν που θα σε ταξιδέψει
στους γυάλινους
θόλους
των ονείρων σου•

8-11-2013

Έτος Καβάφη

f2lt

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Ο Καβάφης λειτουργεί μέσω συμβόλων. Η τέχνη του είναι η συγκέντρωση αρχετύπων, που δίνουν ένα φευγαλέο υπαινικτικό νόημα στο λόγο του. Αντλεί μνήμες από το παρελθόν, από τη συλλογική ψυχή της φυλής και τις αποθέτει στο παρόν, ενίοτε ως προειδοποίηση για τα μελλούμενα. Είναι τέτοια η σχέση του με τη συλλογική ψυχή και τα περιεχόμενά της, που θεωρείται προδρομικός της σχέσης της λογοτεχνίας του Κ΄ αιώνα με τη συλλογική συνείδηση. Ο κόσμος του Καβάφη είναι πολυμερής, το έργο του πολυεδρικό και πρισματικά πολύπλευρο, έτσι πού η προσπάθεια να συλλάβεις το νόημα του από μια μονάχα οπτική γωνία, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Οδεύοντας προς τη λήξη του Έτους Καβάφη, τοβιβλίο.νετ αποφάσισε να κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στο μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή. Ένα αφιέρωμα όχι ποιητικό, αλλά κριτικό από φιλολογική οπτική, με φιλολογικές αναλύσεις ενδεικτικά σε ορισμένα γνωστά του ποιήματα και άλλα πιο άγνωστα στο ευρύ κοινό.

Η Αλεξάνδρεια, οπού έζησε μόνιμα τα ώριμα χρόνια του, τα χρόνια της δημιουργικής του δράσης, η πόλη με τις αναμνήσεις του πλούσιου ελληνιστικού παρελθόντος, ήταν, από τα μέσα περίπου του ΙΘ΄ αιώνα, η έδρα μιας σημαντικής και ακμαίας εμπορικής ελληνικής παροικίας. Δεν ανήκει σε κάποια Σχολή (χρονολογικά ή ως τάση).

Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λιτό αλλά διαχρονικά επίκαιρο. Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία συνδυάζεται με την τραγικότητα της πραγματικότητας, για να καταστεί κοινωνικά διδακτική και οι ηδονιστικοί του προσανατολισμοί ανακατεύονται με κοινωνικές επισημάνσεις.

Αναμφίβολα δεν είναι εύκολο να οριοθετήσει κανείς ξεκάθαρα σε θεματικούς κύκλους την ποιητική του Καβάφη. Η ιστορία ανακατεύεται με τις αισθήσεις και το στοχασμό σε μια ενιαία οντότητα, αυτήν πιθανώς που ο ίδιος ο Καβάφης προσδιορίζει ως «ενιαίο καβαφικό κύκλο», αλλά σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, στον αμέσως επόμενο στίχο, η εναλλαγή δικαιώνει όσους χαρακτήρισαν την καβαφική ποίηση πρωτεϊκή. Δημιουργεί το περιθώριο της Αθηναϊκής Σχολής του 1880 στην οποία δεσπόζει ο Παλαμάς και επηρεάζει δυναστικά την ποίηση και την πνευματική ζωή-και ως πρόδρομος της μεσογενιάς του 1920 επηρεάζοντας δραματικά τη μετέπειτα μεγάλη Γενιά του 1930.

Continue reading →

Ρωξάνη Νικολάου, Κάθε φορά υπόσχομαι πως δε θα σας αφήσω

1441186_683643178321950_2034538950_n

Έρχεστε
με τα λόγια στο σακί των ματιών
χτυπάτε το στήθος μου
και σας ανοίγω.
Ο ορίζοντας βυζαίνει την ομίχλη

προχωράτε.

Αποσκίρτησ’ η ψυχή.
Μαριονέτες γλεντάν
το εύκαιρο σώμα.

Ποτάμι περασμένης ώρας
κυλάει σιγαλά τα νερά.

Τα παιδιά σχολνάνε.
Τις κηλίδες των δακρίων
μαζεύουν από το στήθος μου.
Ποτίζουν τα πουλιά

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της ποιήτριας Ηλιόδενδρον στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Άρης Αλεξάνδρου, Άννα

wainting+woman

1

Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
για να μην τύχει και προσέξεις
πόσο διστάζω να σε αγγίξω
σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στην τσέπη
γιατί το ξέρει
πως τόσο φως δε θα το αντέξει.

2

Είχα πάντα έτοιμο
ένα μικρό μπουκάλι που θα ‘ριχνα στη θάλασσα.
Βόρειο πλάτος –αλλάζει κάθε μέρα
μεσημβρινός –αλλάζει κάθε νύχτα
στίγμα –οι χειροπέδες μου.
Δεν το ‘ριξα ποτέ.
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχες.
Όσο υπάρχεις
ταξιδεύω.

3

Θα σε βρω.
Όπου πατάς
πέφτουν πράσινα φύλλα.

4

Ίσως και να ‘σαι πρόφαση
όπως προφασίζομαι τα φύλλα
κ’ έχω κατά νου μου το νερό
όπως μιλάω για γεράνια
και βλέπω εκεί που αγγίξανε
τα χείλη σου το φως.

5

Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
μια υπόγεια σήραγγα.
Με ένα σουγιά με ένα πιρούνι με τα νύχια
σκάβαμε τις πέτρες
ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα.
Κι όμως μας είτανε ανάγκη
να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
μου είτανε ανάγκη
να βλέπω πως κοντεύω πόντο πόντο
να σε φτάσω.

6

Μαζί σου δε διστάζω να μιλήσω
πιο σιγά κι από ένα δέντρο στο σκοτάδι.
Μαζί σου η φωνή μου θα διακόψει τη σιωπή
σαν την αγάπη που διακόπτη για μια νύχτα
τη ζωή μας.

7

Ήθελε να ζήσει
όσο θέλουμε κ’ εμείς
κι όμως τον σκοτώσανε.
Είχε ένα χαμόγελο
σαν τη στιγμή που στρίβω τη γωνία
και βλέπω φως
στο παράθυρό σου
κι όμως τον σκοτώσανε.
Μπόρεσε και δέχτηκε πως θα τον ξεχάσουμε
όπως ξεχνάς μια πέτρα που κρατάει το σπίτι σου
κι όμως τον σκοτώσανε.


* Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Λογοτεχνικό Καφενείο στη διεύθυνση http://logocafe.blogspot.com

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Το κόκκινο ποίημα

1425660_10152064970077642_402490453_n

Κόκκινο έβαψα
τον ουρανό,
μέρες που μ’ έχασα
και μ’ απαρνήθηκα,
γελώντας αναίτια
τις έζησα.

Κόκκινο έβαψα
το νερό,
σε δάκρυα μ’ έπνιξα
και με διέσωσα,
ξεχνώντας τύψεις
με ξεγέλασα.

Κόκκινο έβαψα
το ποίημα αυτό,
με λέξεις μ’ έσβησα
και μ’ ανέστησα,
γράφοντας μ’ αίμα
μ’ εκδικήθηκα.

(από ανέκδοτη ποιητική συλλογή)

Denise Levertov, Ερωτικό Ποίημα

1453509_1434963493389924_866556304_n

Ίσως να είμαι”ένα
κομμάτι άρρωστο
ενός άρρωστου πράγματος”
ίσως κάτι να μ’έχει κυριεύσει
σίγουρα υπάρχει ανάμεσά
μας μια ομίχλη
σε διακρίνω με το ζόρι
αλλά τα χέρια σου
είναι δυο ζώα που ανοίγουν
δρόμο μες την ομίχλη
και μ’ ακουμπούν.