Η άνοιξη έρημη.
Το χαντάκι, γεμάτο βελούδινο σκοτάδι,
σέρνεται δίπλα μου
δίχως κατοπτρισμούς.
Το μόνο που φέγγει
είναι τα κίτρινα λουλούδια.
Με κουβαλά η σκιά μου,
όπως μια μαύρη θήκη
κουβαλά το βιολί της.
Το μόνο που θέλω να πω
αστράφτει απρόσιτο
σαν τ’ ασημικά
στο ενεχυροδανειστήριο.
*Από τη συλλογή: «Η πένθιμη γόνδολα», 1996 μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου. Αναδημοσιεύετεαι από το http://ppirinas.blogspot.gr
Αφουκράζομαι την πολιτική ορθότητα
μυρωδιά σ΄αποχωρητήριο άπλυτο
συνομωσία ύπουλη και κρυφή
απόηχοι από συλλήψεις και θανάτους
απλών ανθρώπων του λαού
με σημάδια λουλουδιών στο μέτωπο
με τις φωνές τους που ενοχλούν
όλους τους χωρίς έπαρση χρήστες
της αρχαιόπληκτης νομιμότητας
κι είναι σαν να παραμονεύει
ο φόβος κάθε πρωί στις εισόδους
καθώς οι ίσκιοι των προλεταρίων
καραδοκούν να κυριεύσουν
τους ιστούς των ψηλών δέντρων
να δώσουν χαρά στα παιδιά τους
που μαραζώνουν σ’ ένα αόριστο μέλλον
πάνοπλο από ύπουλα εμπορεύματα
μετρημένες γνώσεις
κι αποθέματα έτοιμων τροφών
όλα μοιάζουν με όμορφα αρχαία αγάλματα
μαρμάρινους κίονες στο αέναο
με στιγμιαίες εκφράσεις σε φόντο προγονικό
κούροι και κόρες με καμώματα
να μας γυρίζουν πίσω για να κυλούν
τα δάκρυά μας παρελθοντολογικά
Η ζωή του
και την έπαιζε σωστά,
φιλμ αγιοσύνης,
ύμνοι της χαράς
και κλασική παιδεία,
υπολόγιζε και το θεό,
μαστουρωμένος:
με σκέψεις καλές
με λέξεις καλύτερες
και με ψυχή:
ηχογραφήσεις,
μιξαρισμένες
με ψιθυριστές
κραυγές αρπακτικών•
και οι πράξεις του,
κοράκια λευκά,
τρομπαρισμένος αέρας
και κιτρινισμένες
ταπετσαρίες
σε δωμάτια γυμνά,
κριτής,
επικριτής
και προσκυνημένος•
κι εγώ,
τον κοίταζα:
λιμνάζοντα υγρά
σε φαγωμένα μέταλλα
και αρουραίοι
να λιάζονται·
όλα καθρέπτιζαν,
μου φαινόταν:
μια πουτάνα
εκτός υπηρεσίας•
5-8-2013
Ήθελα να γράψω
,τ’ ομολογώ,
ένα ιδιαίτερα καταθλιπτικό ποίημα.
Ήθελα να γράψω
,τ’ ομολογώ,
πως αισθάνομαι ότι απέτυχα.
Πως κανείς δε νοιάζεται για το τι έχω να πω.
Πως το παιδικό μου όνειρο να σώσω τον κόσμο
ήταν σύννεφο σε Αυγουστιάτικο ουρανό.
Ήθελα να γράψω
όλα αυτά
κι ακόμα περισσότερα
όμως το Παρίσι δε μ’ αφήνει να τα γράψω.
Γιατί στο πάρκο που βρίσκομαι τώρα
Δύο περιστέρια μπροστά μου σε λίγο θα κάνουν έρωτα
Και έχει ήλιο, αλλά και αεράκι
Και αριστερά μου παιδιά παίζουν παιχνίδια και γελάνε.
Κι αν απέτυχα λοιπόν, γιατί να το φωνάξω;
Η ζωή είναι υπέροχη.
1.
φυσάει φυσάει φυσάει
ανάμεσα από τα σκέλια της ώρας
θρυμματισμένα δάκρυα
η κούραση της θάλασσας κουρνιάζει στ’ αφτί μου
με ισχνό σαν γερο γονιού θρόισμα.
Σίγασε ο συριγμός των ονείρων το αίμα τους πίνοντας. Αποφάσισα ν’ αλλάξω χρώμα στο σκαρί μου.
Κίτρινο ομιχλώδους άπνοιας.
Να με τρομάζει.
Να μη χαμογελώ όταν θέλω
να ουρλιάξω
2.
Χρόνια δούλευε το χώμα να εξατμίσει
την τελευταία εικόνα.
Σπαρταρούσε στα άδεια κελύφη
των ματιών
(καθώς έγερνε το κεφάλι κι οι χαραμάδες
του χάους βούιζαν σαν άστρα).
Το αγαπημένο πρόσωπο τρωγόπιναν
η νύχτα η μέρα η νύχτα η μέρα
νύχτα μέρα
ώσπου και ‘κείνη ούτε δάκρυ ούτε αίμα
χύθηκε σα λύπη στο καλούπι του τάφου.
Είναι κι άλλα παιδιά
στα παραγκάκια του Λονδίνου
Νίκος Παππάς
Ατέλειωτη γύρους καβάλα στη νύχτα
Χάνω την αυγή σε κάθε μου χτύπημα
Χάνω τους φίλους σε κάποιο άλλο πρόσωπο
Χάνω τα ποτάμια στην ίδια θάλασσα
Και με βρίσκουν μόνο οι σπινθήρες
Που κερδίζουν οι οπλές της από τ’ άστρα
Σελήνη κτήνος των ιπποτών
Σμήνος πολικό πασιέντσα δυσανάγνωστη
Ρουμπίνι άρρωστο κατεβασμένο βλέφαρο φεγγαριού
Αφροί στο υγρό καπούλι της νύχτας πού με πάτε!
Και συ αγνή απλή κατάλευκη
Παρουσία που κράτησαν οι καθρέφτες
Αίμα των πιο ωχρών κι αναιμικών μου λογισμών
Βοήθα Ιόλκη! Ω κυρά των λογισμών μου
Τα όπλα να κερδίσουν ένα βλέμμα μνήμης
Οι σημαίες να κερδίσουν ένα βλέμμα μνήμης
Κι ας είναι μια ήττα μέσα στον άγριο άνεμο
Που γυρίζει τα φτερά των ολλαντέζικων μύλων.
Πού νά ’σαι μυστήριο παιδικό
Αγροίκε πατέρα του άλλου παππού μας
Παλιά περούδα ερωμένη του
Δαρμένη κάθε τόσο με φτερά παγονιού
Κι εσύ μοναδικέ μου ξάδερφε με το λαθραίο καπνό
Πίνεις ατέλειωτες λαβωματιές ρακί
Όταν έσπαγες το γυαλί στα χέρια σου
Στα ύποπτα υπόγεια του Ερζερούμ
Κι είχες τα μάτια σου υγρά
Κι είχες τα μάτια σου γλυκόπικρα
Σαν τ’ άνθος του καπνού,
Πώς θέλεις κάποιος μια μέρα νά ’ρθει να σας βρει
Τροχίζοντας το μαχαίρι του στον Καύκασο
Κάτω απ’ του γύπα τη σκιά να μετρηθεί
Μ’ ένα συκώτι ξεραμένο σ’ εύξεινο καιρό
Καθώς θα τραγουδά ο άνεμος με ράμφη σπασμένα
Νά ’ρθει να βρει την πετρωμένη Διμοιρία
Ή κάποιο σχηματισμό των τελευταίων Κομνηνών
Να κουβεντιάσει με το μικρό εθελοντή της Τραπεζούντος
Και παίζοντας ολίγα πορφυρά νομίσματα
Σε κύβους πολύτιμους των Λοχαγών
Να ξαναχάσει το μισθό μιας εκστρατείας
Με ύφος –όσο μπορεί– ακριτικό. Πάντα
Χειρονομίες που ζήλεψε ο χάρος. Πάντα
Χειρονομίες που κέρδισε ο χάρος. Ντόρτια!
Σε μάρμαρο που χάθηκε το πρόσωπο από συνήθεια.
Τώρα το δειλινό δεν είναι ώρα να θυμάσαι
Ματθαίε. Θυμάσαι, ακόμα θυμάσαι τα σπίτια;
Άνεργο πρόσωπο σε μελαγχολική πυρκαγιά.
Ένας σκορπιός ντύθηκε τ’ ασήμι και πυρπολείται
Κι άφησαν οι Λοχαγοί στα κάστρα
Τ’ άστρα για λίγες ρόγες οινόπνευμα
Απόγευμα ξεκούμπωτοι θυμούνται
Το τρίτο στάδιο Εκείνης της καμέλιας
Να τους γνέφει –χρόνια– βαριούνται
Ζωγραφιστή χλομή η Παναγία…
Τώρα τί να κάνω εδώ που βρέθηκα τόσο νέος
Και τι να κάνω εκεί αν πάω τώρα τόσο αργά
Ας πάμε αλλού –σ’ ένα διαμέρισμα∙ γνήσια φτηνό
Θα είναι… Κάπου. Άραγε είναι;
Κι αν είναι, άραγε…
Πώς να ’ναι κείνα τα παιδιά
Στα παραγκάκια του Λονδίνου.
*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέοι Ρυθμοί», τεύχος 3, Μάιος 1949. Από το βιβλίο: «Τέος Σαλαπασίδης – Μια παρουσίαση από τον Κώστα Βούλγαρη», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 33-35. Το ποίημα και η εικόνα αναδημοσιεύονται εδώ από το ιστολόγιο «Το Αλωνάκι της Ποίησης» στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com
Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια
άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.
Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα
πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε
έχω όμως κουράγιο
αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου
αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα
αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη
εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή
όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…
Σου λέω:
Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…
να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό
να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος
να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.
Σου λέω:
Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με-
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’αισθάνονται τα χέρια σαν ν’αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με τη νύχτα,
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…