Τούμας Τράνστρεμερ, Απρίλιος και σιωπή

Transtromer

Η άνοιξη έρημη.
Το χαντάκι, γεμάτο βελούδινο σκοτάδι,
σέρνεται δίπλα μου
δίχως κατοπτρισμούς.

Το μόνο που φέγγει
είναι τα κίτρινα λουλούδια.

Με κουβαλά η σκιά μου,
όπως μια μαύρη θήκη
κουβαλά το βιολί της.

Το μόνο που θέλω να πω
αστράφτει απρόσιτο
σαν τ’ ασημικά
στο ενεχυροδανειστήριο.

*Από τη συλλογή: «Η πένθιμη γόνδολα», 1996 μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου. Αναδημοσιεύετεαι από το http://ppirinas.blogspot.gr

Δημήτρης Τρωαδίτης, Πολιτική ορθότητα

643950_209872122502963_394614620_n

Αφουκράζομαι την πολιτική ορθότητα
μυρωδιά σ΄αποχωρητήριο άπλυτο
συνομωσία ύπουλη και κρυφή
απόηχοι από συλλήψεις και θανάτους
απλών ανθρώπων του λαού
με σημάδια λουλουδιών στο μέτωπο
με τις φωνές τους που ενοχλούν
όλους τους χωρίς έπαρση χρήστες
της αρχαιόπληκτης νομιμότητας

κι είναι σαν να παραμονεύει
ο φόβος κάθε πρωί στις εισόδους
καθώς οι ίσκιοι των προλεταρίων
καραδοκούν να κυριεύσουν
τους ιστούς των ψηλών δέντρων
να δώσουν χαρά στα παιδιά τους
που μαραζώνουν σ’ ένα αόριστο μέλλον
πάνοπλο από ύπουλα εμπορεύματα
μετρημένες γνώσεις
κι αποθέματα έτοιμων τροφών

όλα μοιάζουν με όμορφα αρχαία αγάλματα
μαρμάρινους κίονες στο αέναο
με στιγμιαίες εκφράσεις σε φόντο προγονικό
κούροι και κόρες με καμώματα
να μας γυρίζουν πίσω για να κυλούν
τα δάκρυά μας παρελθοντολογικά

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Εκτός υπηρεσίας

expressionism_authority

Η ζωή του
και την έπαιζε σωστά,
φιλμ αγιοσύνης,
ύμνοι της χαράς
και κλασική παιδεία,
υπολόγιζε και το θεό,
μαστουρωμένος:
με σκέψεις καλές
με λέξεις καλύτερες
και με ψυχή:
ηχογραφήσεις,
μιξαρισμένες
με ψιθυριστές
κραυγές αρπακτικών•
και οι πράξεις του,
κοράκια λευκά,
τρομπαρισμένος αέρας
και κιτρινισμένες
ταπετσαρίες
σε δωμάτια γυμνά,
κριτής,
επικριτής
και προσκυνημένος•
κι εγώ,
τον κοίταζα:
λιμνάζοντα υγρά
σε φαγωμένα μέταλλα
και αρουραίοι
να λιάζονται·
όλα καθρέπτιζαν,
μου φαινόταν:
μια πουτάνα
εκτός υπηρεσίας•
5-8-2013

Αλέξης Αντωνόπουλος, Γαλλική λογοκρισία

dsc0177_500_bw1

Ήθελα να γράψω
,τ’ ομολογώ,
ένα ιδιαίτερα καταθλιπτικό ποίημα.
 
Ήθελα να γράψω
,τ’ ομολογώ,
πως αισθάνομαι ότι απέτυχα.
Πως κανείς δε νοιάζεται για το τι έχω να πω.
Πως το παιδικό μου όνειρο να σώσω τον κόσμο
ήταν σύννεφο σε Αυγουστιάτικο ουρανό.
 
Ήθελα να γράψω
όλα αυτά
κι ακόμα περισσότερα
όμως το Παρίσι δε μ’ αφήνει να τα γράψω.
 
Γιατί στο πάρκο που βρίσκομαι τώρα
Δύο περιστέρια μπροστά μου σε λίγο θα κάνουν έρωτα
Και έχει ήλιο, αλλά και αεράκι
Και αριστερά μου παιδιά παίζουν παιχνίδια και γελάνε.
 
Κι αν απέτυχα λοιπόν, γιατί να το φωνάξω;
Η ζωή είναι υπέροχη.

Ρωξάνη Νικολάου, Η μελαγχολία των κλαδιών

Art-2-372-21

1.
φυσάει φυσάει φυσάει
ανάμεσα από τα σκέλια της ώρας
θρυμματισμένα δάκρυα
η κούραση της θάλασσας κουρνιάζει στ’ αφτί μου
με ισχνό σαν γερο γονιού θρόισμα.
Σίγασε ο συριγμός των ονείρων το αίμα τους πίνοντας.
Αποφάσισα ν’ αλλάξω χρώμα στο σκαρί μου.
Κίτρινο ομιχλώδους άπνοιας.
Να με τρομάζει.
Να μη χαμογελώ όταν θέλω
να ουρλιάξω

2.
Χρόνια δούλευε το χώμα να εξατμίσει
την τελευταία εικόνα.
Σπαρταρούσε στα άδεια κελύφη
των ματιών
(καθώς έγερνε το κεφάλι κι οι χαραμάδες
του χάους βούιζαν σαν άστρα).
Το αγαπημένο πρόσωπο τρωγόπιναν
η νύχτα η μέρα η νύχτα η μέρα
νύχτα μέρα
ώσπου και ‘κείνη ούτε δάκρυ ούτε αίμα
χύθηκε σα λύπη στο καλούπι του τάφου.

Continue reading

Δήμος Βιλαέτης, Η περίοδος

love

Να ‘ρθείς
Γυναίκα
επιτέλους το βράδυ.

Τα πράγματα
μέσα μας

θά ‘χουνε κρυφτεί
κι ο Τόπος γυμνός,
μοναδικά ντυμένος,
θα μνημονεύει
τα ονόματά μας.

«Χρυσάνθη,
Χρυσάνθη,
Χρυσάνθη…»

Από τις εξουσίες·
θα υπάρχουμε
μονάχα Εμείς
με τα τελευταία
προσωπικά μας
είδη
τα μέλη του κορμιού
ανακατεμένα
με τον ήχο μας.

Και θα συζητάμε,
θα συζητάμε μεγαλόφωνα,
στη μέση των δρόμων
σ’ ανοιχτή συνέλευση.

Εδώ
ζωή
Μίλησα.
Είπα για μας,
για τη φωνή μας.
τη πράξη μας.

*Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985.

Τέος Σαλαπασίδης, Μαύρη Θάλασσα

00oo00

       Είναι κι άλλα παιδιά
       στα παραγκάκια του Λονδίνου

              Νίκος Παππάς

Ατέλειωτη γύρους καβάλα στη νύχτα
Χάνω την αυγή σε κάθε μου χτύπημα
Χάνω τους φίλους σε κάποιο άλλο πρόσωπο
Χάνω τα ποτάμια στην ίδια θάλασσα
Και με βρίσκουν μόνο οι σπινθήρες
Που κερδίζουν οι οπλές της από τ’ άστρα
Σελήνη κτήνος των ιπποτών
Σμήνος πολικό πασιέντσα δυσανάγνωστη
Ρουμπίνι άρρωστο κατεβασμένο βλέφαρο φεγγαριού
Αφροί στο υγρό καπούλι της νύχτας πού με πάτε!
Και συ αγνή απλή κατάλευκη
Παρουσία που κράτησαν οι καθρέφτες
Αίμα των πιο ωχρών κι αναιμικών μου λογισμών
Βοήθα Ιόλκη! Ω κυρά των λογισμών μου
Τα όπλα να κερδίσουν ένα βλέμμα μνήμης
Οι σημαίες να κερδίσουν ένα βλέμμα μνήμης
Κι ας είναι μια ήττα μέσα στον άγριο άνεμο
Που γυρίζει τα φτερά των ολλαντέζικων μύλων.

Πού νά ’σαι μυστήριο παιδικό
Αγροίκε πατέρα του άλλου παππού μας
Παλιά περούδα ερωμένη του
Δαρμένη κάθε τόσο με φτερά παγονιού
Κι εσύ μοναδικέ μου ξάδερφε με το λαθραίο καπνό
Πίνεις ατέλειωτες λαβωματιές ρακί
Όταν έσπαγες το γυαλί στα χέρια σου
Στα ύποπτα υπόγεια του Ερζερούμ
Κι είχες τα μάτια σου υγρά
Κι είχες τα μάτια σου γλυκόπικρα
Σαν τ’ άνθος του καπνού,

Πώς θέλεις κάποιος μια μέρα νά ’ρθει να σας βρει
Τροχίζοντας το μαχαίρι του στον Καύκασο
Κάτω απ’ του γύπα τη σκιά να μετρηθεί
Μ’ ένα συκώτι ξεραμένο σ’ εύξεινο καιρό
Καθώς θα τραγουδά ο άνεμος με ράμφη σπασμένα
Νά ’ρθει να βρει την πετρωμένη Διμοιρία
Ή κάποιο σχηματισμό των τελευταίων Κομνηνών
Να κουβεντιάσει με το μικρό εθελοντή της Τραπεζούντος
Και παίζοντας ολίγα πορφυρά νομίσματα
Σε κύβους πολύτιμους των Λοχαγών
Να ξαναχάσει το μισθό μιας εκστρατείας
Με ύφος –όσο μπορεί– ακριτικό. Πάντα
Χειρονομίες που ζήλεψε ο χάρος. Πάντα
Χειρονομίες που κέρδισε ο χάρος. Ντόρτια!

Σε μάρμαρο που χάθηκε το πρόσωπο από συνήθεια.

Τώρα το δειλινό δεν είναι ώρα να θυμάσαι
Ματθαίε. Θυμάσαι, ακόμα θυμάσαι τα σπίτια;
Άνεργο πρόσωπο σε μελαγχολική πυρκαγιά.
Ένας σκορπιός ντύθηκε τ’ ασήμι και πυρπολείται
Κι άφησαν οι Λοχαγοί στα κάστρα
Τ’ άστρα για λίγες ρόγες οινόπνευμα
Απόγευμα ξεκούμπωτοι θυμούνται
Το τρίτο στάδιο Εκείνης της καμέλιας
Να τους γνέφει –χρόνια– βαριούνται
Ζωγραφιστή χλομή η Παναγία…

Τώρα τί να κάνω εδώ που βρέθηκα τόσο νέος
Και τι να κάνω εκεί αν πάω τώρα τόσο αργά
Ας πάμε αλλού –σ’ ένα διαμέρισμα∙ γνήσια φτηνό
Θα είναι… Κάπου. Άραγε είναι;
Κι αν είναι, άραγε…

Πώς να ’ναι κείνα τα παιδιά
Στα παραγκάκια του Λονδίνου.

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέοι Ρυθμοί», τεύχος 3, Μάιος 1949. Από το βιβλίο: «Τέος Σαλαπασίδης – Μια παρουσίαση από τον Κώστα Βούλγαρη», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 33-35. Το ποίημα και η εικόνα αναδημοσιεύονται εδώ από το ιστολόγιο «Το Αλωνάκι της Ποίησης» στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Θωμάς Γκόρπας, Ποιοι μας αγαπάνε;

D-STRUCTIV+Soul

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια
άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.
Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα
πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε
έχω όμως κουράγιο
αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου
αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα
αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη
εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή
όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…
Σου λέω:
Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…
να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό
να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος
να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.
Σου λέω:
Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Επέστρεφε

images

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με-
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’αισθάνονται τα χέρια σαν ν’αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με τη νύχτα,
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…

H Γαλέρα (Σκλάβοι στα Όπλα)

more

Είμαστε τσούρμο αναιμικό
σε μια φριχτή γαλέρα
που πάνω της ο θάνατος
με πείνα αργά θερίζει

Ποτέ διαυγή ορίζοντα
η αυγή δεν έχει δείξει
στο βρόμικο κατάστρωμα
πάντα η φρουρά ουρλιάζει

Τις μέρες μας τις κλέβουνε
σε βρομερά σανίδια
κι είμαστε δούλοι ασθενικοί
δεμένοι με αλυσίδα

Φεγγάρι πάνω απ’ τη θάλασσα
στον ουρανό τ’ αστέρια
μα πάνω από τα φώτα μας
πένθιμο πέπλο πέφτει

Αγέλες δούλων ξέσαρκων
κωπηλατούν βογγώντας
την αλυσίδα σου αν δε σπας
πάνω στο κουπί πεθαίνεις!

Το λοιπόν, σκλάβε, που βογγάς,
κουπί θα τραβάς αιώνια;
Κάλλιο στο κύμα θάνατος
στη θάλασσα που αφρίζει

Κουπί θα τραβάμε ίσαμε,
το πλοίο στα βράχια να πέσει.
Ψηλά τις μαυροκόκκινες,
στο σφύριγμα του ανέμου!

Κι αν είναι σάβανο άθλιο
το αφρισμένο κύμα
πάνω απ’ τους μάρτυρες θα βγει
της αναρχίας ο ήλιος!

Στα όπλα, στα όπλα, σκλάβοι, ορθοί!
το κύμα ανεβαίνει, μουγγρίζει
βροντές, αστραπές, κεραυνοί
χτυπούν τη μοιραία γαλέρα!

Στα όπλα, στα όπλα, σκλάβοι, ορθοί!
Παλέψτε σκληρά, με καρδιά,
δικαιοσύνη ορκιστείτε να γίνει
κι ή θάνατο, ή λευτεριά!

*Ιταλικό αναρχικό τραγούδι. δείτε το και εδώ