Paradise Anthology No 7 Launch

2013 paradiseanthologyissue7launch (3)

Featuring Greg Arnold, Swamp Dandies, Wayne Jury

Guest poets Michael Crane, Anthony Doig, Ben John Smith and others

Sunday 8 December 2013

3.00pm

Robarta

109-111 Fitzroy St., St. Kilda

$10 entry

bookings: http://www.trybooking.com/DTJY

Γιάννης Γιαννουλέας, Ποιος είσαι;

stock-photo-businessman-with-gas-mask-watching-tv-100605385

Είμαι ο διαννοούμενος
που δεν χρησιμοποιεί το μυαλό του –
 
ο εραστής
που δεν κάνει ποτέ έρωτα –
 
ο καλλιτέχνης
που κανένα έργο δεν παράγει –
 
Είμαι η μαύρη τρύπα στα σωθικά
μιας κοινωνίας
που αλλοφρονεί.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή Λαθρομετανάστης στη διεύθυνση http://lathrometanastis.wordpress.com/

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το βράδυ του θανάτου

images

Το βράδυ του θανάτου
στη χώρα των ονείρων
με κοίταζες με δάκρυα στα μάτια.

Πρώτη φορά σ’ έβλεπα με δάκρυα στα μάτια.
Πάντα ήσουν τόσο δυνατός.
Μα ποτέ πιο δυνατός από τότε
το βράδυ του θανάτου
όταν είχε έρθει η ώρα να φύγω.

Και τα λόγια σου έβγαιναν μαζί με τα δάκρυα
λόγια αγάπης για τον λίγο χρόνο που είχαμε
λόγια κρυμμένης οδύνης για τον χρόνο που τελείωνε:

‘‘Αύριο θα είναι η πρώτη μέρα της ζωής μου χωρίς εσένα’’.

Με αγκάλιασες
και για λίγο πίστεψα
πως η αγκαλιά σου
δε θα μ’ άφηνε να φύγω.

Όχι, δεν το πίστεψα.
Ήξερα καλά πού βρισκόμουν.

Και ξύπνησα
και το τηλέφωνο ήδη χτυπούσε.

*Για περισσότερα κείμενα και ποιήματα του Αλέξη Αντωnόπουλου επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του στο http:www.alexantonopoulos.com

Δημήτρης Τρωαδίτης, Όταν γράφουμε ποίηση

1737_noe_rope_dancer

Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρο το βλέμμα ταξιδεύει ώς πέρα
πλανιέται στους σκουπιδότοπους
της σύγχρονης κομπορρημοσύνης
και μένουν ξωπίσω εκείνα τα ταξίδια
στο κατάξερο αίμα της νύχτας

Όταν γράφουμε ποίηση
τ’ αποκαμωμένα βήματά μας
σεργιανούν στο άπειρο
η αγάπη είναι στο μεταίχμιο
ορφανή, πεντάρφανη στους πέντε αγέρηδες
στα συνωστισμένα λεωφορεία
των πληβείων της εργασίας

Όταν γράφουμε ποίηση
ξερνάμε με κλάμματα και κατάρες
μ’ επικλήσεις στον αγύριστο
που κατακρημνίζονται με πάταγο
στο καναβάτσο της κοινωνικής αδικίας
ζεστά χέρια, ροζιασμένα
ζωγραφίζουν πολιτισμό κι οικοδομήματα

Όταν γράφουμε ποίηση
επέρχεται η θαμπάδα στα μάτια
αλλά και το σίγουρο κοίταγμα
η σίγουρη σκέψη σαν ατσάλι
σκυρόδεμα έτοιμο να δέσει
την κοινωνική επανάσταση

Όταν γράφουμε ποίηση
τ’ απογεύματα είναι ασπρόμαυρα
πιο σκούρα τα βράδια
ορειχάλκινες οπτασίες
με αποχρώσεις θανάτου
πριν ξεψυχίσουν κι οι οιμωγές
ξόμπλιαστες στη λάβα
του σύγχρονου δράματος

Όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
κυμματίζουν τα μεσημέρια
στην αχλύ της ζέστης
σαν τρικυμμισμένα μαλλιά
στα πέπλα τα γκρεμισμένα
τα κατακρεουργημένα από θύελλες άλγους
και κυλώνεια άγη
έρμαια στα χτυπήματα των μπράβων
της κρατικής εξουσίας

Όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.

Άρης Αλεξάνδρου, Περί μεταφράσεων

1463561_556489444429768_618450194_n

Οι μεταφράσεις, «γενικά κρινόμενες», είναι και καλές και κακές και άθλιες, όπως ακριβώς και οι ποιητικές συλλογές που διαβάζει το «απροστάτευτο» κοινό. Υπάρχουν κι ανεύθυνες μεταφράσεις, όπως ακριβώς και τούτη εδώ η απάντηση είναι ανεύθυνη, μια και μου είναι αδύνατο να επεκταθώ και να αποδείξω τα λεγόμενό μου. Επιτρέψτε μου μόνο να προσθέσω ότι ανεύθυνες και άθλιες μεταφράσεις κυκλοφορούν και σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας και της ίδιας της Σοβετικής Ενώσεως, όπου δεν υπάρχουν επιχειρηματίες του βιβλίου, υπάρχουν όμως κακοί μεταφραστές, που θεωρούν καθήκον τους λόγου χάρη να προσθέτουν στίχους σε ποιήματα, για να γίνει το κείμενο «κατανοητό» στους αναγνώστες και σ’ αυτούς τους ίδιους.

Το επάγγελμά μας, όπως θέλετε να το ονομάζετε, πιθανόν να περνάει κρίση λόγω αθρόας εμφάνισης νέων ανεύθυνων ανταγωνιστών, ξεχνάτε όμως ότι κ’ εμείς (οι μη ανεύθυνοι υποτίθεται) είμασταν κάποτε νέοι και σπάσαμε τις τιμές των τότε (καθιερωμένων θέλετε να τους πούμε;) μεταφραστών. Δεν μπορώ φυσικά να ξέρω τι ακριβώς υπαινίσσεσθε, αλλά αν η ερώτησή σας αποσκοπεί να αποδείξει πως το μεταφραστικό επάγγελμα πρέπει να γίνει κλειστό, όπως των φαρμακοποιών, των δημοσιογράφων και των αρτοποιών (αν δεν κάνω λάθος και οι εδωδιμοπώλαι επιδιώκουν κάτι παρόμοιο), απαντώ ότι ένα τέτοιο μέτρο θα είταν ανελεύθερο και αντιπνευματικό και το κυριώτερο βλακώδες. Μπήκατε ποτέ στον κόπο να παραβάλετε τις «υπεύθυνες» μεταφράσεις με το ξένο κείμενο; Αν μπαίνατε ποτέ σ’ αυτόν τον άχαρο κόπο, θα διαπιστώνατε ότι ακόμα κ’ εμείς οι «καθιερωμένοι» καταφέρνουμε συχνά-πυκνά να δικαιώσουμε εκείνον που είπε το σοφό traduttore, tradittore. Ο μόνος τρόπος να προστατεύσουμε το αναγνωστικό κοινό απ’ τις κακές μεταφράσεις, είναι να του προσφέρουμε καλές μεταφράσεις, επαφιέμενοι στην αμφίβολη ικανότητά του να κάνει τη σύγκριση. Αλλά καλές μεταφράσεις μπορούν να γίνουν μόνο από μη επαγγελματίες μεταφραστές (αυτό τουλάχιστον μου δίδαξε η εικοσάχρονη επαγγελματική μεταφραστική μου πείρα) μόνο από ανθρώπους που διαλέγουν και δουλεύουν ένα κείμενο για προσωπική τους ευχαρίστηση, όπως θα πρέπει να δούλεψε ο Σεφέρης την Έρημη Χώρα του Έλιοτ.

Continue reading →

Regina Ullmann, Στο λιβάδι με τις παπαρούνες τη στιγμή της καταιγίδας

1450239_607007782668541_314367208_n

Πήγαινα στο λιβάδι με τις παπαρούνες
Τη στιγμή μιας καταιγίδας
Πολλά χρόνια πριν
Κι ήταν το φουστάνι μου
Από ύφασμα κόκκινο και φαρδύ πολύ
Σαν τσακισμένη παπαρούνα από μετάξινο μαλλί
Κι άνοιξα μια ουρά σαν παγωνιού
Να προστατέψω το λιβάδι από τους κινδύνους
Και κάλεσα ως μάρτυρα εμένα
Από κόσμους υψηλούς
Που με παρέδωσαν σε τούτο το λιβάδι
Ατέλειωτα χρόνια πριν δώρο σ’ αυτή τη μέρα.

Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

Αnn Sexton, Σιωπή

anne-sexton

Όσο πιο πολύ γράφω, τόσο η σιωπή με καταβροχθίζει
C. K. Williams

Το δωμάτιό μου είναι ασπρισμένο,
άσπρο σαν το σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού
κι άλλο τόσο σιωπηλό
λευκότερο απ’ τα κόκαλα της κότας
που λευκαίνουν στη σελήνη,
άσπιλα σκουπίδια,
κι άλλο τόσο σιωπηλό.
Υπάρχει ένα άσπρο άγαλμα πίσω μου
κι άσπρα φυτά
που θεριεύουν σα χυδαίες παρθένες
βγάζουν τις λαστιχένιες γλώσσες τους
αλλά δε λένε τίποτα.

Τα μαλλιά μου είναι το μόνο σκούρο.
Κάηκαν στην άσπρη τη φωτιά
κι είναι κάρβουνο μόνο.
Οι χάντρες που φορώ είναι κι αυτές μαύρες
είκοσι μάτια ανασυρμένα
απ’ το ηφαίστειο
σε τέλεια σύσπαση.

Γιομίζω το δωμάτιο
με λέξεις από την πένα μου.
Απ’ αυτήν στάζουν οι λέξεις σαν αποβολή.
Εκσφεντονίζω λέξεις στον αέρα
κι επιστρέφουν σαν μπαλιές σ’ επιφάνεια σκληρή.
Κι όμως υπάρχει σιωπή.
Πάντα σιωπή.
Σαν ένα πελώριο στόμα βρέφους.

Η σιωπή είναι θάνατος.
Έρχεται κάθε μέρα με τον καταπέλτη του
να κάτσει στον ώμο μου, ένα άσπρο πουλί,
να τσιμπολογάει τα μαύρα μάτια
και τον παλλόμενο ερυθρό μυώνα
του στόματός μου.

*Από το βιβλίο “Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές”, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, εκδ. Ύψιλον.

Χριστόδουλος Καλλίνος, Ο μουγκός ποιητής

530505_10152048687113570_1812460484_n

Ο μουγκός ετούτος ποιητής,
που τον βαραίνει η οργή των τρομερών ανέμων
η θλίψη των κλειστών παραθυριών
των ερημωμένων δρόμων η οδύνη.
ο μουγκός ετούτος ποιητής
που τον βαραίνει η σιωπή,
η αδικία των αιώνων,
ο μουγκός ετούτος ποιητής,
δεν θα μιλήσει…

Benjamin Peret, Το φως μέσα στον ήλιο

0+mujer+desnuda+en+lo+osuro,+la+buena+tiniebla

Η μικρή γύμνια
βαριέται μες στο κόκκινο κεχριμπαρένιο της καράβι
Απλώνεται σαν τη θάλασσα
σαν τα μαλλιά της
Ζητά απ’ τη βροχή και τον καλό καιρό
ένα κλαρί πριονιών
κι ένα σχοινί ευαγγελίου
με μεγάλα κεριά σπιτιών
Είναι τόσο νεότητα και τόσο ομορφιά
που η καπνιά μεγάλη κατεργάρα
την πλησιάζει με χέρια κύκνου
καθαρισμένα απ’ το οινόπνευμα και τους ανέμους
Όμως η βροχή χαμογελά στον καλό καιρό
που χαϊδεύει τις τρίχες των βουνών
και οι δυό τους συνεννοούνται για να κυνηγήσουν τις κοιλάδες
που ζουν με φύλλα και με σκόνη
με πέτρες και μπαστούνια

*Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος. Από το βιβλίο: Μπενζαμέν Περέ, «Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα», Εισαγωγή – μετάφραση – σημειώσεις: Σωτήρης Λιόντος & Νίκος Σταμπάκης, ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2007, σελ. 166.
**Αναδημοσίευση από το Αλωνάκι της Ποίησης στο http://alonakitispoiisis.blogspot.com

David Edelshtat, Der 11-ter November

edelstadt04

Again the blood-red banners are fluttering!
Freedom’s holy voice is ringing!
Again the people are reminded
Of the fighters who lived and died for them!
In world history again we will
Turn over and find the page of martyrs
Which is still fresh with the blood of our brothers,
Murdered by money-sacks, church and state!
Five spirits stained with blood will hover
Over the people’s-tribune among suffering slaves;
And they will give us invincible courage
To live and die for freedom and justice!
They will remind us of the will
Which they left for the workers:
“Fight for your freedom! No evil beast
Should drive you away from the holy post!”
“Don’t be afraid of the hangmen and their gallows!
Fight and ring the freedom-bell!
And announce to the slaves of all the world
That that very day would be the day of liberation!”
And on both shores of the great ocean
The slaves of all the nations
Will give each other in friendship a brother-hand
And swear to annihilate chains and thrones…

November 7, 1890

*Translated from Yiddish by Ori Kiritz. From, Kiritz, Ori. The Poetics of Anarchy: David Edelshtat’s Revolutionary Poetry. Vol. 88. Frankfurt: Lang, Europaischer Verlag der Wissenschaften, 1997. 210 p. ISBN:0820435341