Emily Dickinson, Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα

emidicki7

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.

*Μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Το Ροδακιό

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 494 (αυτός έμαθε)

1452548_10200954212839218_907045572_n

εκκρεμές,
τη γη
κτυπά υπόκωφα,
η αρχαία θλίψη
και τα φώτα λυγισμένα
απώλειες στάζουν:
πεινασμένα
μάτια
και αναπνοές
αποχαιρετισμών,

στους δρόμους,
καθρέπτες σπασμένοι
από στραμμένες
κάνες,
οι νεκροί,
το πλεόνασμα,
μ’ αυτούς και με αίμα,
αθώων
και όλοι
μας θέλουν αγγέλους,
αυτοί,
οι κρυμμένοι με τα στεγνά μαντήλια
στο πέτο

κι αυτός,
έμαθε,
από τις αλήτικες
σχέσεις του,
τις κρυφάκουγε
στα βρώμικα σεντόνια
των ηδονών του,
ευτυχώς
ξέρει,
τα θαύματα
θέλουν προβοκάτσιες
θάρρους

κι αυτός
έμαθε,
πρώτα ανατίναξε όσα της χάρισε,
έκρυψε και τ’ αστέρια
από τα μάτια της,
πήδηξε και τους τοίχους
από τα φτιαχτά
βογγητά της
και τέλειωσε,

έμαθε
να μην έχει
τα χέρια ψηλά,
να μην ακούει τα είδωλα,
τους κολασμένους μόνο να εμπιστεύεται,
αυτούς,
με τις τρύπιες καρδιές
και τα πυρωμένα μάτια•

AlexMil
9-12-2013

*Εδώ απαγγελία του ποιήματος από τον Αλ. Μηλιορίδη http://f.cl.ly/items/0I36221K332n2u1W1m2m/494.mp3

Dylan Thomas, Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι,
περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές
Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.

Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν
θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.

Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.

Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι,
περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.

*Mετάφραση: Βίλκη Τσελεμέγκου-Αντωνιάδου

Osip Mandelstam, Silentium

463217531

Αυτή δεν έχει ακόμη γεννηθεί,
Αυτή, είναι η μουσική κι ο λόγος
Είναι ο ακατάλυτος δεσμός
Ολάκερης της πλάσης

Του στήθους ήρεμα αναπνέουν τα πελάγη
Και σαν η μέρα φωτίστηκε καλά
Κλαδιά μιας πασχαλιάς χλωμής
Μέσ’ το γαλάζιο βάζο είναι.

Τη δύναμη τα χείλη μου θα βρουν
Τον πρώτο δισταγμό να ξεπεράσουν
Νερό κρυστάλλινο να πιουν
Γιατί αυτό, αγνό γεννήθηκε στον κόσμο!

Ακίνητη στάσου Αφροδίτη
Στη μουσική επέστρεψε τον λόγο,
Των άλλων τις καρδιές να λυπηθείς
Με την αρχέγονη ζωή ενώσου!

*

Ισως να σου ‘μαι άχρηστος,
Νύχτα – από τα βάθη του ωκεανού
Σαν όστρακο δίχως μαργαριτάρι
Ξεβράστηκα στην ακτή σου.

Κάνεις τα κύματα αδιάφορα ν’ αφρίζουν
Κι αδιάλλακτα τραγουδάς –
Μα θ’ αγαπήσεις κάποτε και τότε θα εκτιμήσεις
Τ’ άχρηστο ψέμα αυτού του κογχυλιού.

Στην άμμο δίπλα της ξαπλώνεις
Φοράς τ’ άμφια τα δικά της,
Μαζί της δένεσαι για πάντα
Μεγάλη της αποθαλασσιάς καμπάνα

Και οι λεπτοί του κογχυλιού οι τοίχοι,
Σαν έρημο σπίτι πλημμυρίζουν
Απ’ τους ψιθύρους του αφρού,
Τ’ αγέρα, της βροχής και της ομίχλης…

*

Μισώ των ομοιόμορφων
Αστεριών το φως.
Παραλήρημα – παλιέ μου γνώριμε,
Σε χαιρετώ από το ύψος της πολεμίστρας.

Γύρω μου πέτρες μοναχά
Και της αράχνης το λημέρι.
Αδειος ουρανός το στήθος μου,
Που μια λεπτή βελόνα το χαράζει.

Θε’ να ‘ρθει κι η δική μου η σειρά
Τ’ άνοιγμα των φτερούγων δοκιμάζω.
Λοιπόν – σα βέλος ζωντανό
Η σκέψη δεν ξέρει πού να πάει

Ο χρόνος και ο δρόμος μου σα θα σωθούν
Θα επιστρέψω ξέρω:
Είτε εκεί όπου δεν μπόρεσα ν’ αγαπήσω
Είτε εκεί όπου φοβάμαι ν’ αγαπήσω

Τζούλια Φορτούνη, Καθρέφτης

specchio

ήρθε η ώρα να σπάσω τούτον τον καθρέφτη
να βάλω το χέρι μου ανάμεσα στα θραύσματα
ν’ αγγίξω το αίμα στα ματωμένα παπούτσια
να πατήσω τη σκανδάλη της ανυπαρξίας
τον ιδρώτα στο μέτωπο, τη σκόνη από τα ερείπια
επιτέλους στα χείλη μου να φέρω

γιατί πάντα αυτός ο καθρέφτης
μ’ εμπόδιζε να δω όλη την αλήθεια
κι αυτό που ανάμεσα στις παραμορφώσεις
στίλβον και απρόσιτο χαμογελούσε
με ψευδεπίγραφη ασφάλεια
ήταν απλώς η αντανάκλασή μου

ήρθε η ώρα να σπάσω τούτον τον καθρέφτη
να βάλω το χέρι μου γενναία
ανάμεσα στα είδωλα
το παγιδευμένο φως να ελευθερώσω

και να γράψω

*Από την ποιητική συλλογή «Φυσικό αντίδοτο», εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2013, σελ. 15.
Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Νίκος Καρούζος, Πέντε ερωτικά αποσπάσματα

Edvard Munch, Madonna (1894-1895)

Edvard Munch, Madonna (1894-1895)

Μικρή γυναίκα βλέποντας τη συμφορά
έχουν μεθύσει τα μέλη σου από έρωτα
που θύεται αγνότερος αντίκρυ στ’ άστρα.
Κι εγώ θα μείνω μια βρόμικη προσευχή
με κρύσταλλα χρωματιστά
ψηλά χαμένος.

*

Μια γυναίκα κλαίει στον ίσκιο της φωνής-
ω χλοερά γόνατα- και φεύγει
το κακό σαν άχρηστο ζώο.
Έβλεπα τα στήθη της
κι ήτανε βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο.
Σα μίσχος άνθους ο χρόνος
αθώα υψούμενος.

*

Η γυναίκα βαθαίνει το κορμί
πότε την ψυχή με τους ήλιους της
αλλάζει την όραση σε σκοτεινό δρόμο
είναι δίχως τρόμο.
Παίρνω τη λύπη σαν κλουβί
πουλιά δεν έχω
γυρίζοντας απ’ τα μαλλιά της
βλέπω το κέρδος δειλιασμένο
δροσερός από τρόμο.

*

Η αγάπη δεν υπάρχει στο σώμα
δεν είναι καν το περιστέρι όταν χιονίζει ευτυχία
δεν τη βλέπω στο γενετήσιο μάκρος.

*

Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ’ τα βάθη των φυλών
είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι
ο πόνος είναι πλόκαμος κι η αγάπη σου υδράργυρος
γυναίκα, πείσμα της Ασίας.
Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει
καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη
νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι.
Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση
συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών
εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά
εσύ πάλι και πάλι με σκοτεινά μάτια.
Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα
σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του ονείρου
στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι
και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.
Νά οι καιροί στα βήματά σου μ’ έφεραν
οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη
μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει

Outcrop: radical Australian poetry of land

Outcrop final front cover

Review by James Stuart*


Outcrop: radical Australian poetry of land
Jeremy Balius and Corey Wakeling, eds
Black Rider Press, 2013

As I write this review, sunlight filtered through a pall of smoke casts a dull orange glow over my kitchen bench. The Blue Mountains are burning. Sydney’s haze resembles downtown Beijing’s and it’s only October. Such an apocalyptic scene – part of the ‘Australian experience’ I am assured by our Prime Minister – provides context for the world into which Outcrop and its ‘radical poetry of land’ emerges. This is not to suggest that the anthology’s outlook is primarily environmental, but that alternative ways of examining land are sorely needed.

On the whole, Outcrop, compiled by Corey Wakeling and Jeremy Balius, is experimental – a distinct and welcome contrast to an often straight-forward field. Sadly, Wakeling’s editorial lacks the clarity of the subtitle’s territorial claim. His scholarly credentials are not in question, but his opening remarks resound with statements so close in meaning that a PhD seems necessary to distinguish their nuances. At times his stated territory becomes so inclusive as to seem self-contradictory, for example:

‘Moreover, the ecological itself disturbs the primacy of the figural image when its concerns are micro as well as macro, disguised as well as visible, and subsistent as well as existent.’
But this does not detract from the importance of the works, all of which invariably, as Wakeling notes, ‘express[es] a crisis in relation to land.’ He continues, more directly:
‘This collection believes in not only poetry’s potential for critique and dissent, but too the possibility of recuperation and efflorescence of land’s multiplicity in a theatre of language. This theatre of language may entail utopia or dystopia, realism or surrealism, but I feel more so that this collection in its radicalism welcomes the gamut of these contrary forces.’

Continue reading →

Ρώμος Φιλύρας: αθησαύριστα ποιήματα και συμπληρωματικά βιβλιογραφικά

ETOzl5i021st8UDs-UzSmNfUHDfZ1rZtHWNoEBlzDHTLRrsRVkZEaL6VuwvQBFG1LjAckefHrX_G2-lk5zEnbO-0mCSejufG4GWw4vLJyWXCteedHKJ5Cuaa=s0-d-e1-ft

Πριν από έξι μήνες, είχα παρουσιάσει εδώ τη δίτομη έκδοση “Ρώμος Φιλύρας: Άπαντα τα ευρεθέντα” που κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου σε επιμέλεια του Χ. Καράογλου και της Αμαλίας Ξυνογαλά. Στον Ρώμο Φιλύρα (1888-1942) είχα αφιερώσει ένα άρθρο πέρυσι το καλοκαίρι, και είναι από τους ποιητές που θεωρώ πολύ σημαντικούς, και γι’ αυτό χαρακτήρισα “εκδοτικό γεγονός” την έκδοση, μια και ως τώρα τα ποιήματα του Φιλύρα ήταν διεσπαρμένα σε πολλά και δυσεύρετα βιβλία.

Στη συνέχεια, έγραψα ένα εκτενέστερο άρθρο για το περιοδικό Οροπέδιο, στο οποίο παρέθετα όλα τα αθησαύριστα ποιήματα του Φιλύρα που είχα βρει στο αρχείο μου, δηλαδή ποιήματα που τα βρήκα δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά και που δεν περιλαμβάνονται στα “Άπαντα τα ευρεθέντα”. Βλέπετε, με τον Φιλύρα συμβαίνει το εξής: επειδή από το 1928 ως τον θάνατό του ήταν κλεισμένος στο Δρομοκαΐτειο, όσον καιρό βρισκόταν στο Άσυλο δεν σταμάτησε να γράφει, και καθώς δεχόταν συχνά επισκέψεις χάριζε ποιήματά του, με τις φούχτες μάτσα τσαλακωμένα χαρτιά, σε όποιον τον επισκεπτόταν. Ποιήματα άλλοτε μεγαλοφυή και άλλοτε παραληρηματικά, συχνά και τα δυο μαζί, άλλα μισοτελειωμένα κι άλλα καθαρογραμμένα. Πολλά από αυτά δημοσιεύτηκαν σε έντυπα της εποχής, άλλα λανθάνουν και κανείς δεν ξέρει πόσα τέτοια χαρτιά βρίσκονται σε χέρια ιδιωτών και πόσα έχουν χαθεί και πεταχτεί. Οπότε, κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει ότι δεν θα βρεθούν αύριο κι άλλα ποιήματα του Φιλύρα, ή μάλλον είναι εντελώς βέβαιο ότι θα βρεθούν κι άλλα. Απτό παράδειγμα: μετά που έγραψα το άρθρο για το Οροπέδιο, που πρέπει να δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού, σκαλίζοντας κάτι περιοδικά για άλλο πράγμα βρήκα κι άλλο ένα αθησαύριστο ποίημα του Φιλύρα, που δεν το είχα συμπεριλάβει στο άρθρο του Οροπεδίου! Οπότε τώρα στο σημερινό άρθρο ενσωματώνω όσα καινούργια ευρήματα έχουν προκύψει στο μεταξύ, ανάμεσα στα οποία και η φωτογραφία του Φιλύρα που βλέπετε εδώ αριστερά.

Continue reading →

Emília Cerqueira, Freedom!!!

1450748_10201750661745456_625267730_n

Alto, muito alto,
um pássaro azul plana…
A sua beleza dói,
a sua solidão é infinita…
Alto, muito alto,
a liberdade anda à solta

High, very high,
a bluebird flat …
Its beauty hurts
his loneliness is endless …
High, very high,
freedom is on the loose

Ψηλά, πολύ ψηλά,
πετάει το γαλάζιο πουλί…
Πονάει η ομορφιά του
η μοναξιά του είναι ατελείωτη …
Ψηλά, πολύ ψηλά,
η ελευθερία είναι χαλαρή

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

David Edelstadt, αναρχικός ποιητής και προπαγανδιστής

1480705_649300971758987_547883590_n

“Ένας μεγάλος ποιητής και ένας από τους καλύτερους τύπους αναρχικών που έζησε ποτέ”
Emma Goldman

Ο David Edelstadt γεννήθηκε στις 9 Μάη 1866 στην Kaluga της Ρωσίας. Επηρεάστηκε βαθιά από τη ζωή του πατέρα του που στρατολογήθηκε με τη βία στο στρατό του Τσάρου και υπηρέτησε 25 χρόνια. Αυτό το είδος βίαιης στρατολογίας χρησιμοποιείτο από το ρωσικό στρατό συχνά κατά των Εβραίων.

Ενώ τα ρωσικά ήταν η μητρική του γλώσσα, τα Yiddish ήταν η γλώσσα επικοινωνίας και προπαγάνδας του και αυτή τη γλώσσα για να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1882.

Συμμετείχε στην πρώτη εβραϊκή αναρχική ομάδα της Νέας Υόρκης, The Pioneers of Liberty (Πρωτοπόροι της Ελευθερίας). Η σύλληψη και καταδίκη των αναρχικών του Haymarket του Σικάγου ήταν που οδήγησε στο σχηματισμό της ομάδας αυτής. Στις πρώτες δεκάδες εργαζομένων που ίδρυσαν την ομάδα προστέθηκαν σύντομα ο Edelstadt και άλλοι ταλαντούχοι συγγραφείς και προπαγανδιστές, όπως οι Saul Yanovsky, Roman Lewis, Hillel Solotaroff, Moshe Katz και J.A. Maryson.

Continue reading →