Για ένα διάστημα κοιμούνται νωρίς
Και κυρίως αμέριστοι
Κανείς δεν ακούει τον κρότο του άλλου
Ουτε τον βρόγχο, ούτε τον έρωτα
Τα βήματα, ίσως, όταν κάποιος φορά
Ψηλοτάκουνα ποτήρια
Σαν πράσινη νεράιδα στο μπαλκόνι
Είναι η βροχή πάνω στον τσίγκο
Λένε οι ρεαλιστές
Ή ίσως οι τρύπες που σκαρώνουν στον τοίχο
Όταν αλλάζουν αυτοπροσωπογραφίες
Σε πλαίσια εγκλεισμού
Το τρυπάνι black and white
Μη νομίζεις!Τίποτα παραπάνω
Κάποια στιγμή τα όνειρα
Έχουν κολλήσει σαν βδέλλες
Παχύ χρώμα
Ταβάνι στο ενδιάμεσο
Ρουφάνε μνήμη
Σαπίζουν και ξεκολλάει τσιμέντο-τσιμέντο
Η πραγματικότητα
Τότε όλο το ταυτόσημο πάνω
Έρχεται και πέφτει πάνω στο κάτω
Ίδια τετραγωνικά
Κάνουν κάπως να βγουν από τις ξύλινες διαθέσεις
Κι έπειτα βρίσκουν εφαρμογή
Αγκαλιάζονται στο αδιαχώρητο του δύο
Τόσο μα τόσο καιρό στο ασανσέρ
Ήξεραν ο ένας για τον άλλλον
Αλλά ούτε ένα γεια
Ούτε «καλημέρα»
Ούτε «σήμερα ήρθαν τα κοινόχρηστα»
Ούτε «ναι, βρέχει!»
Κοιτούσαν με γυρισμένες τις πλάτες
Τα δικά τους πρόσωπα στον καθρέφτη
Και την πλάτη του άλλου- μισοκομμένη
Να χωράει την απώθηση
Τώρα γνωρίστηκαν και δεν έχει
Εγώ και ο εγωκεντρικός εαυτός μου
Στην αντανάκλαση του δικού μου είναι
Γι’ αυτό ερωτευόμαστε ομοίους
Τους ετέρους τους αφήνουμε για αλλήλους
Και για μας– για το μέλλον
Για απόθεση
Μιας μοναδικής προσφοράς
Συμπληρώνω το κομμάτι που λείπει
Αυτοί ξυπνάνε
Ερείπια γύρω
Αγαπήθηκαν στιγμιαία – δεν λέω
Ακούσανε και τα όνειρα- βδέλλες τα ψέμματα
Κι από τότε ούτε με ηλεκτρική σκούπα
Δεν τα ξεκολλάς απ΄ το τσιμέντο
Κοκκαλώνει το ύφασμα της αγάπης
Και πού να βρεις το κουράγιο για επιδιορθώσεις
Πάνω και κάτω
Ξανά τούβλα, ξανά βάψιμο, ξανά μόνωση;
Πού να βρεις τη φωνή
Ξανά καλημέρα
Ναι, βρέχει
Είναι κοινόχρηστα;
Τρία ποιήματα του Νίκου Κυριακίδη
Όποιος/α μπορεί και θέλει να το κατεβάσει σε αρχείο rar το link είναι εδώ
http://ulozto.net/xZEoEdKw/online-rar
Ηλίας Πετρόπουλος, Σώμα
Τι τα θέλετε· μία γυναίκα γυμνή είναι θλιβερόν θέαμα.
Δυστυχώς δεν παρεφρόνησα εισέτι.
Η Τέχνη έχει τη δική της ηθική.
Η ομορφιά νομιμότης της φύσεως.
Μπρος στο γυμνό γυναικείο σώμα τα μικρά παιδιά απορούν
και τρομάζουν οι τρυφεροί γνήσιοι άνδρες.
Ένα γυναικείο γυμνό κορμί υποβάλλει μια συζήτηση
περί προσωπικότητος.
Σώμα γλυκύτατο ολέθριο περίβλημα.
Της ημέρας σώμα και του μεσονυκτίου· σώμα της παρηγοριάς.
Δεν είναι φρόνιμο να βλέπουν όλοι οι άνθρωποι γυμνές τις ωραίες·
μη ρίπτετε τα άγια τοις κυσί και τους μαργαρίτας τοις χοίροις.
Έχω στημένον πόλεμο βαθιά μου.
Θέα σημαίνει ιδεατή κατοχή.
Η ζωή είναι βουβή είναι. Όνειρα απαιτώ.
Η θλίψη αποτελεί την ευτυχία μου.
Σώμα, εσύ’σαι η ψυχή.
Ω, αοίδιμον αιδοίον·
Ώ, σχισμή αμφίστομη με την αργυρή υγρασία.
*Το ποίημα και η φωτογραφία τηςανάρτησης αναδημοσιεύονται απο το ιστολόγιο λαθρομεταναστης στη διεύθυνση http://lathrometanastis.wordpress.com/2013/12/12/%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%8E%CE%BC%CE%B1/
Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 497 (συνηθισμένη ιστορία)
Το ξέρω,
οι καπνισμένοι δρόμοι,
η γνωριμία:
δίπλα σε σωρούς αναμνήσεων
και τα φεγγάρια,
να καίγονται
σε άδειες τσέπες:
οι σκέψεις σου,
μέσα από μαύρες πόρτες με επίχρυσα όρνεα,
σε στίγματα να σκορπούν
από πιστολιές
αγνώστων
και το πιάνο
να είναι ανθρωποφάγο,
σάρκες
με πλήκτρα,
και παίζει μονότονα:
τη ζωή σου με αντιβίωση,
μια τραγωδία
στο παλιό πανδοχείο,
με μπόλικες γουλιές φτηνού ποτού
και οργισμένων
επιβητόρων,
ήταν,
που σαστισμένη
με κοίταξες
με ντροπιασμένα μάτια,
σβησμένα
στους μαύρους ανέμους
της κόλασης
και τα λόγια σου,
στομωμένα από τη σκουριά
της βραδινής ομίχλης,
έβγαζαν τη σιωπή από τα χείλη μου,
τι να σου πω
έπιασα τα χέρια σου,
δέρμα τυραννισμένο από καρδιά μολυβένια,
ήθελα
μια φλόγα να σου δώσω,
έστω μικρή,
σε αγκάλιασα
και το μαύρο
σε διαπέρασε
ναρκωμένοι λευκοί φωτισμοί
και η λεπίδα,
παγωμένο ατσάλι,
τους ιστούς του λαιμού διαπέρασε,
υποβολείς,
οι παγωμένοι δείκτες,
το τέλος μου
προσδιόρισαν·
AlexMil
12-12-2013
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Μέρα φθινοπωρινή
Κύριε, είναι καιρός. Το θέρος κράτησε πολύ.
Ρίξ’τη σκιά σου στα ηλιακά ρολόγια,
και στους λειμώνες ελεύθερους άσε τους ανέμους.
Διέταξε τους τελευταίους καρπούς να ωριμάσουν
δώσε τους δύο πιο νότιες ημέρες ακόμα,
πίεσε το έργο τους να αποτελειώσουν, και διώξε
τη στερνή γλύκα από το δυνατό κρασί
Όποιος σπίτι δεν έχει τώρα, ποτέ του δε θα χτίσει πια.
Όποιος μονάχος είναι τώρα, μονάχος για καιρό θα μείνει,
θ’ αγρυπνά, θα διαβάζει, θα γράφει γράμματα μεγάλα
και στις αλέες εδώ κι εκεί, δίχως γαλήνη
θα πλανιέται, όταν τα φύλλα θα παρασέρνει η ανεμοσυρμή.
*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου
Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 495 (παροξυσμός)
ειρηνικό
και πεθαμένο,
ναι,
τα θύματα,
σπίτια
κρεμασμένα
σε καρφωμένα αστέρια,
παροξυσμός
και κλαίνε όλοι
κι ο ουρανός
βρέχει παράσιτα,
οδύνη των κυττάρων
και τα σώματα
γυμνά, με ρωγμές,
κουρασμένα κεφάλια
με μπουκάλες
οξυγόνο,
σε σειρές να βαδίζουν,
βαστώντας αγορασμένα
λεξιλόγια
κι έπρεπε,
να μάθουν να μη δανείζουν,
αλλά να δίνουν,
φλογοβόλα
διαταγές
και να ψυχορραγεί
ο υπέρτατος,
έκπληκτος,
το λάθος δικό του
και το μίσος
πολύ
κάτω από το δέρμα
και μάτια βαριά να ψαχουλεύουν
τις καρδιές:
πίσω από κάγκελα
ο παράδεισος,
με συμμορίες
γεμάτος
ναι,
αν θέλεις
ακολούθα με,
η θεραπεία σου γυμνή,
θα είναι
η κόλαση
AlexMil
10-12-2013
Emily Dickinson, Όχι
Αγνώστου, Ερωτευτείτε…
Ερωτευτείτε το παιδί που σφίγγει μια πέτρα στο χέρι,
χωρίς να είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο.
Στα κρυφά, στη σιωπή, είμαστε σίγουροι ότι τουλάχιστον δεν έχει άδικο.
Ερωτευτείτε τα ξυπόλυτα κορίτσια,
τα κορίτσια που δεν ποζάρουν,
τα κορίτσια του Ιουλίου, των αόρατων νησιών,
τα κορίτσια με τα αλατισμένα μαλλιά και την κόκκινη μύτη.
Αυτά είναι ο πραγματικός κόσμος, η αλήθεια,
το τέλος και η άκρη του νοήματος.
Ερωτευτείτε τους αδύναμους.
Δείτε.
Η κούτα του άστεγου, το στοίβαγμα του μετανάστη,
η αναζήτηση φαγητού στα σκουπίδια,
ο απλήρωτος λογαριασμός.
Υπάρχουμε και για να αναποδογυρίσουμε αυτό το ασυνάρτητο σύμπαν.
Georg Trakl, Χειμωνιάτικο βράδυ
Στο παράθυρο οι νιφάδες του χιονιά·
η καμπάνα η βραδινή αργά σημαίνει.
Η φωτιά τρίζει κι αχνίζει στη γωνιά
και στρωμένο το τραπέζι περιμένει.
Από δρόμο έχοντας φτάσει σκοτεινό
οδοιπόρος την εξώπορτα χτυπάει.
Δέντρο ολάνθιστο το έλεος, χρυσό,
το χυμό τον παγερό της γης ρουφάει.
Μπαίνει ο Ξένος τυλιγμένος τη σιωπή·
το κατώφλι οδύνη τώρα το πετρώνει.
Στο τραπέζι το ψωμί και το κρασί
λαμπυρίζουν μες στο φως που τα κυκλώνει.
*Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης
***
Χειμωνιάτικο βράδυ (2ο σχεδίασμα)
Όταν στο παράθυρο πέφτει το χιόνι
Και τον εσπερινό σημαίνει η καμπάνα
Για πολλούς είναι στρωμένη η τάβλα
Και τίποτε δεν λείπει από το σπίτι
Κάποιος περάτης
Από σκοτεινά μονοπάτια φτάνει στην πύλη
Ολόχρυσο το δέντρο του ελέους ανθίζει
Από τον δροσερό χυμό της γης
Ο οδοιπόρος μπαίνει μέσα σιωπηλός
Έχει πετρώσει το κατώφλι ο πόνος
Λάμπουν μέσα στο καθάριο τους φως
Πάνω στο τραπέζι ο άρτος κι ο οίνος
*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου
Γιάννης Υφαντής , Οι ποιητές χρειάζεται να οπλοφορούν
Η κόλαση των ποιητών είναι η ασχήμια
γι’ αυτό
οι ποιητές
χρειάζεται να οπλοφορούν.
Α, τους υποκριτές
μιλούν για βία, βασανισμούς και καταπίεση κι εγκλήματα
και μήτε που υποψιάζονται
πόσο υποφέρει ένας ποιητής σαν ταξιδεύει
με υπεραστικό λεωφορείο που διαθέτει κασετόφωνο.
Η κόλαση των ποιητών είναι η ασχήμια
γι’ αυτό
οι ποιητές
χρειάζεται
να οπλοφορούν.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου” (1988)







