Antonin Artaud, Θα καταλάβουνε γιατί το πνεύμα μου δεν είναι εδώ

1467359_10202020853754238_1862942656_n

Θα καταλάβουνε γιατί το πνεύμα μου δεν είναι εδώ, θα δουν όλες τις γλώσσες να εξαντλούνται, θα δούνε να ξεραίνονται τα πνεύματα, όλες τις γλώσσες να μαραίνονται, τις ανθρώπινες φιγούρες να συνθλίβονται, να εξαϋλώνονται, θαρρείς, από βεντούζες αιμοβόρες, θα μείνει μόνο μια λιπαντική μεμβράνη να επιπλέει στον αέρα, μία μεμβράνη λιπαντική και καυστική, μία μεμβράνη με διπλή πυκνότητα, με πολλαπλά επίπεδα, σε ένα διηνεκές ρωγμών, μια μελαγχολική και γυάλινη μεμβράνη, αισθαντική, επίμονη, ικανή να πολλαπλασιάζεται, να διχοτομείται, ν’ αναδιπλώνεται μες των ρωγμών της την ανάκλαση, το νόημα, το θαυμαστό, τις διεισδυτικές και τις δηλητηριώδεις αρδεύσεις, όλα αυτά τότε επιτέλους θα τα βρούνε κι εγώ δεν θα χω πια ανάγκη να μιλάω.

*Μετάφραση: Ζ.Δ. Αϊναλής, Πλανόδιον, τ. 49, Αθήνα, Δεκέμβρης 2010.

Ειρηναίος Μαράκης, Βαν Γκογκ

1474640_760938723922814_1298403252_n

Ο Βαν Γκογκ θα γελάει πάνω από το πτώμα του
αίμα θα τρέχει, ποτάμι σωστό
από μια τόση δα τρυπίτσα
απάνω στο κρανίο του
και τα κόκκινα γένια του φωτιά θα ‘χουν πάρει
ίσως από θυμό κι οργή
μπορεί κι από τον ήλιο της Προβηγκίας
μα το πιο πιθανό, ναι, έτσι πρέπει να ‘ναι
από κάποιο μισοσβησμένο τσιμπούκι στα χείλη του
αλλά πάλι, ποιός θα βρεθεί να μας διαφωτίσει

δεν ξέρω, κάπνιζε ο Ολλανδός;
κάπνιζε, δεν κάπνιζε, ή γράφουμε μυθοπλασία, ποίηση, παραμύθι
όπως το λένε τέλος πάντων
ή δεν γράφουμε

λοιπόν, ο Βαν Γκογκ πάνω από το πτώμα του, σκυφτός
ξανακόβει το κομμένο αυτί του, το παίρνει
έτσι για ενθύμιο
και φεύγει,
κοίτα, παπαρούνες φυτρώνουν εκεί που στάζει το αίμα

ξέρει, τα κοράκια απ’ τα σταροχώραφα το σώμα του θα περιποιηθούν
τελετή ωραία, κατανυκτική θα κάνουν, όπως ταιριάζει σε ζωγράφους
και σε πατατοφάγους που με ξύλινα τσόκαρα
σκυφτοί, σκάβουν τη γη
μόνο για να θαφτούν σ’ αυτή κάποτε
ή και κάθε μέρα
αλλά…

(επ! πρόσεχε, πάλι για προλετάριους θα γράψεις;
πίσω στο θέμα σου)

…κι ο ουρανός χρώματα θ’ αλλάζει
άτακτες, απότομες πινελιές
χρώματα της Μεσογείου
κι ένα φεγγάρι σπειρωτό
που ζαλίζεσαι αν το κοιτάς πολύ ώρα,
θα συνοδεύουν τη φυγή του,
η Νύχτα πέφτει γρήγορα στις Κάτω Χώρες και πάντα έχει κρύο,
μην το ξεχνάς

μόνο εκείνο το χέρι θα μείνει
που κρατούσε το περίστροφο,
ένα σουγιά παλιότερα
εκεί, γυμνό, βρώμικο, λερωμένο
για να σαπίσει πάνω στο σώμα της μάνας γης
κι όσο σαπίζει
μορφή ν’ αλλάζει, τους φτωχούς χωρικούς να φοβίζει
ίδιο το κεφάλι
το αγύριστο, του Γκωγκέν
πάνω σε μια κίτρινη πολυθρόνα, κομμένο, λασπωμένο
κίτρινο από πυρετό να λιώνει

κι από μακριά, απ’ τον παράδεισο
την κόλαση ίσως
που το ίδιο είναι, ε;
ένα γέλιο θ’ ακουστεί
κι ένας νέος ήλιος θ’ ανάψει

ένας νέος ήλιος
για τους πατατοφάγους
και τους πρωτοπόρους ζωγράφους.

5/12/2013

*Από το ιστολόγιο του ποιητή Κίβδηλη Αντιόχεια στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr/

Joachim Du Bellay (1522-1560), Heureux qui comme Ulysse a fait un beau voyage

bellay1

Heureux qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage,
Ou comme cestuy-là qui conquit la toison,
Et puis est retourné, plein d’usage et raison,
Vivre entre ses parents le reste de son âge!

Quand reverrai-je, hélas, de mon petit village
Fumer la cheminée, et en quelle saison
Reverrai-je le clos de ma pauvre maison,
Qui m’est une province, et beaucoup davantage?

Plus me plaît le séjour qu’ont bâti mes aïeux,
Que des palais Romains le front audacieux,
Plus que le marbre dur me plaît l’ardoise fine:

Plus mon Loir gaulois, que le Tibre latin,
Plus mon petit Liré, que le mont Palatin,
Et plus que l’air marin la doulceur angevine.

Ευτυχισμένος αυτός, που σαν τον Οδυσσέα,έκανε ένα όμορφο ταξίδι

Ευτυχισμένος αυτός, που σαν τον Οδυσσέα,
έκανε ένα όμορφο ταξίδι,*
Ή σαν κι εκείνο, που κατέκτησε το χρυσόμαλλο δέρας,
Και έπειτα επέστρεψε, γεμάτος εμπειρίες και γνώση,
Να ζήσει ανάμεσα στους δικούς του το υπόλοιπο της ηλικίας του!

Πότε θα ξαναδώ,αλίμονο, του μικρού χωριού μου
Να καπνίζει το τζάκι, και σε ποιά εποχή
Θα δω τη θύρα του φτωχού μου σπιτιού,
που ΄ναι για μενα μια επαρχία** και κάτι παραπάνω;

Πιο πολύ μ’ ευχαριστεί η διαμονή*** που έχτισαν οι πρόγονοί μου
από τα Ρωμαϊκά παλάτια με τις τολμηρές προσόψεις
Πιο πολύ από το σκληρό μάρμαρο, μ’ευχαριστεί ο λεπτός σχιστόλιθος

Πιο πολύ ο γαλατικός μου Λίγηρας από τον λατίνο Τίβερη
Πιο πολύ το μικρό μου Λιρέ, από τον Παλατίνο λόφο
Και πιο πολύ από τη θαλασσινή αύρα η γλυκύτητα του Ανζού****

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου

Continue reading →

Mαρσέλ Πρoυστ, Περίμενα μόνος (απόσπασμα)

WAITING

Περίμενα μόνος, με τη παρέα ορχιδέων, ρόδων και βιολετών
που —σαν άνθρωποι που περιμένουν δίπλα σου,
μα που για εκείνους είσαι άγνωστος—
κράτησαν μια σιωπή που η διαφορετικότητά τους
ως ζωντανών πλασμάτων την έκανε πιο επιβλητική
και με τον ψυχρό τους τρόπο λάβαινε τη ζέση
απ’ τη φωτιά ενός πυρακτωμένου κάρβουνου,
πολύτιμα απιθωμένου πίσω από ‘να κρυστάλλινο γυαλί,
σε μια λευκή μαρμάρινη μπανιέρα όπου έριχνε,
από καιρό σε καιρό, τα επικίνδυνα ρουμπίνια της.


*Το απόσπασμα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τις Τρενοποιήσεις στη διεύθυνση http://trenopoiisis.blogspot.com

Visit Regularly / Να Επισκέπτεσθε Συχνά

maria-andreadou

Wirdicious
http://wirdicious.wordpress.com/

Ποιήματα
http://greekpoems.wordpress.com

Ποιητικοί Διάλογοι
http://when-poetry-speaks.blogspot.gr/

Ασκήσεις Συναισθήματος – Γιάννης Τόλιας
http://johntolias.wordpress.com/

Arcadia
http://dreamofarcadia.wordpress.com/

Ώρα Κοινής Ανησυχίας
http://anhsyxia.wordpress.com/

Strangers in A Tangled Wilderness
http://www.tangledwilderness.org/

Αλέξης Αντωνόπουλος
http://www.alexantonopoulos.com

Κενό Δαιμόνιο
http://evilwater.tumblr.com

Ψυχοναύτες
http://doumoustella.wordpress.com

Φιλοξενούμενος Ποιητής

X.Π.ΣΟΦΙΑΣ

Crack The Spine
http://www.crackthespine.com

xxxpoetry
http://xxxpoetry.wordpress.com

Λογοτεχνικές Μικρογραφίες
http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr

Τό όλον σώμα: μικρά προκαταρκτικά

a-1-a-simioseis-stef-mic-skia

Το περιοδικό «σημειώσεις» συμμετέχει υποθέτω με τόν τρόπο του αντίστροφα, με όλη του δηλαδή τήν απαραίτητη και δέουσα ειρωνεία και απέχθεια προς εορτασμούς και εορταστικές – πλην κενές νοήματος – δήθεν σεβαστικές προς τήν τέχνη – απολύτως αδιάφορες για τά βάσανα τού καλλιτέχνη εν ζωή – επετείους, στην φετινή διπλή επέτειο για τήν γέννηση και τόν θάνατο τού καβάφη προδημοσιεύοντας στο τεύχος του που μόλις κυκλοφόρησε ένα εκτενές απόσπασμα από τήν «εισαγωγή» μιας εξαιρετικής πλην ανέκδοτης μελέτης τού στέφανου τασσόπουλου : τά παρακάτω αποτελούν αναδημοσίευση από τό ίδιο τεύχος τής δικιάς μου προκαταρκτικής εισαγωγής :
 
Στην μεγάλη έρευνα και μελέτη του για τόν Καβάφη, «Τό Όλον Σώμα», ο Στέφανος Τασσόπουλος δεν ασχολείται με ζητήματα αισθητικής παρά μόνο όσο αυτά άπτονται τού ζητήματος τής καβαφικής εκδοτικής πράξης : όμως εντέλει στον Καβάφη όλα συγκλίνουν σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο όλον : σε αυτό ακριβώς καταλήγει η ανέκδοτη αυτή εργασία τού Στέφανου Τασσόπουλου – και τά παρακάτω συνοπτικά δικά μου ας εκληφθούν απλώς ως μικρή (και ανειδίκευτη) εισαγωγή σ’ ένα ιδιαίτερα (και ευεργετικά) εξειδικευμένο έργο (τό οποίο είχα τήν τύχη ως στενή φίλη να μπορέσω να παρακολουθήσω επίσης στενά, καθώς σχηματιζόταν διαμορφώθηκε και ολοκληρώθηκε (εν μέρει, κατά τόν ίδιο τόν συγγραφέα του, ολοκληρώθηκε) στο διάστημα τών είκοσι περίπου χρόνων που απασχόλησε τόν Τασσόπουλο μέχρι τόν (αιφνίδιο και πρόωρο) θάνατό του, τόν Φλεβάρη αυτής τής χρονιάς).

Continue reading →

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό ενενηκοστό τέταρτο

images

Sabra-Shatila

Είχε έναν ξάδελφο –ληστή καραβανιών-
και πάντρεψε την κόρη του μ’ αυτόν
τον ξάδελφο -ληστή καραβανιών-
κι όταν έφτασε ο καιρός
να πληρώσει ο καιρός του
τα έξοδα σπηλαίων και οραμάτων
και μαχών, είπε: «Όσο για τους απίστους,
είναι το ίδιο γι’ αυτούς
είτε τους προειδοποιείς είτε όχι.
Δεν θα πιστέψουν» [Φυσικά,
ήταν αδύνατο να έχει υπόψη του τα λόγια του Ηράκλειτου: «Τοῦ δὲ
λόγου τοῦδ᾽ ἐόντος ἀεὶ ἀξύνετοι
γίνονται ἄνθρωποι
καὶ πρόσθεν ἢ ἀκοῦσαι
καὶ ἀκούσαντες τὸ πρῶτον».
Μα δεν είχε σημασία, αφού
το ζητούμενο δεν ήταν οι άνθρωποι,
αλλά οι άπιστοι]. Είπε
και δεν τον ανέβασε στον 7ο ουρανό
-όπως διαδόθηκε- ένα λευκό
άλογο, με ανθρώπινο κεφάλι,
αετού φτερά, ουρά
παγωνιού, σμαράγδια μάτια,
μόσχο ανάσα και γλυκιά φωνή
ανθρώπου, αλλά σαν άνθρωπο
τον κατέβασαν κατ’ όπου καταβάλει
ο άνθρωπος το χρέος του σε χώμα
(το άλογο ήταν ένα γαϊδούρι λίγο
μικρότερο από μουλάρι,
όπως ειπώθηκε). Έκτοτε
το πολεμικό κράνος αντιπροσώπευε το Πνεύμα,
και το κύριο ερώτημα ήταν: «Πώς
ξεκινάει κανείς την διαλεκτική αποκάλυψη
του απόλυτου Πνεύματος, σφάζοντας
ή βιάζοντας;»
Ανόητο ερώτημα
ή τουλάχιστον αδιάφορο
για ένα δέντρο που ατενίζει ασάλευτο
το σγουρό ασήμι ενός έφηβου κόλπου
και δεν ζηλεύει – δεν ζηλεύει
ανάθεμα την ψυχή σας, όρθιες κατολισθήσεις·
ανάθεμα σ’ αυτήν την ανάποδη αράχνη
που είπε πως η φύση είναι πνεύμα και μ’ αυτά
που πράττει ο άνθρωπος αποκτά
συνείδηση του εαυτού της!
…………………………………………………….
…………………………………………………….
Νεκρές βιασμένες γυναίκες,
παιδιά με κομμένες καρωτίδες,
μια έγκυος με την κοιλιά ανοιχτή
και τα μάτια ακόμα ανοιχτά,
αμέτρητα βρέφη και νήπια
κομματιασμένα, πεταμένα
σε σωρούς σκουπιδιών…
…………………………………………………………..
…………………………………………………………..
] ένα γαϊδούρι λίγο μικρότερο
από μουλάρι, που προσπαθεί
ν’ αρπάξει τον επιούσιο
από την σκόνη του ξερόχορτου,
η συνείδηση του ανθρώπου.

Και το δέντρο να χορταίνει
σγουρό ασήμι και γαλάζιο σαν παιδί
στην τρυφερή αγκαλιά
του ορίζοντα – στην τρυφερή αγκαλιά
του ορίζοντα, ανάθεμά σας,
δίποδα σκοτάδια!

Στρατής Παρέλης, Δύο ποιήματα

1452129_441811935924365_1367974219_n

Καμιά σπουδή πάνω στον άνεμο

Καμιά σπουδή πάνω στον άνεμο·
οι ρίζες του φωτός δίνουν
την πλουραλιστική δίψα τους
στο κενό των αντιφάσεων.
Στην διαπασών τα λυρικά πουλιά
κρέμονται επάνω στα σύρματα
σαν νότες σε μια παρτιτούρα του ουρανού.
Δεν ξέρω πώς αποφλοιώνεις την καταστροφή και την καθιστάς ωραία και
εύπεπτη…
Κάτι φορές με μαλώνω
που η αφέλειά μου είναι να πιστεύω ακόμη..
Ηθικά διάγω
τρώω απαρέμφατο και ενεστώτα
Οι φωνές που με κατακλύζουνε
δεν μ’ αφήνουν να ζήσω απ’ την πραγματικότητα τίποτα
που δεν μετουσιώνεται
σε φαρμάκι ποιητικό.
Σβήσου επάνω στον βράχο που δέρνει η θάλασσα
και την ώρα που ξέρεις ότι
η καθεμιά σου λέξη είναι
ζωή μα και θάνατος.

Κλέβω από τα ορυχεία της νύχτας

Κλέβω από τα ορυχεία της νύχτας και γράφω
λεξούλες φθαρμένες, σαν παλιές βαρκαρόλες που μυρίζουνε
ναυάγιο και θάνατο.
Στο ύφος του ουρανού, η καρδιά μου συντονίζεται και κρατεί
την λιγοστή χαρά της
σφιχτά μες τις σελίδες που μουντζούρωσα. Αναχωρώ
από όλη την θλίψη και σ’ αναζητώ
εκεί που δεν ζεις πια και δεν έχεις πεθάνει.
Έτσι γράφονται τα ποιήματα: αποσκιρτώντας
από την μοναξιά και τονίζοντας
μια απουσία παρουσία που σημάδεψε
όλους εκείνους που για μια φιλία προσπαθούνε..

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com

Άννα Νιαράκη, 12 χρόνια…

saltz1-11-7

Δώδεκα χρόνια κι όμως ακόμα
χορεύει φρέσκια μέσα μου
η απώλεια χέρι χέρι με τη μνήμη.
Με πέταξες με το ένα χερί στα βαθειά
και φώναξες,
κολύμπα
εγώ είμαι εδώ.
Μετά δολώσαμε το πολυάγκιστρο και
είπες απομακρύνσου..
Σε παρατηρούσα να στριφογυρίζεις
την πετονιά σα λάσσο
και να τη στέλνεις στα άπατα.
Τίποτα δεν με τρόμαζε,
ούτε καν η σκιά
μισού αιώνα που μας χώριζε.
Με ανέβασες σε ένα ποδήλατο
χωρίς βοηθητικές- δεν χρειάζεσαι δεκανίκια
– και με έσπρωξες να φύγω.
Όταν επέστρεψα με αίματα σε γόνατα κι αγκώνες
είπες την επόμενη θα πας πιο μακρυά προτού να πέσεις.
Τόσα βιβλία που μαλώναμε ποιος θα διαβάσει πρώτος
τώρα βαρετά ανοίγουν τις σελίδες τους σε έναν αναγνώστη.
Μου λείπεις, δεν ξέρω τι άλλο να σου πω.
Ευχαριστώ και συγνώμες εμείς δεν είχαμε ποτέ.
Ότι είμαι εσύ, μόνο που εσύ δεν είσαι πια,
και δεν είναι
πως δεν σηκώνομαι κάθε φορά που πέφτω
είναι που απλώς καμιά φορά
δεν ξέρω κατά που να πάω …

*Αναδημοσίευη από το http://poemsgolitsis.blogspot.com/2012/01/12.html
Βλέπε και http://antipoihsh.wordpress.com/2010/03/29/12-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1/

Άννα Γρίβα, Οι τρόποι να μη λυπάστε

946066_603051153065085_2069905430_n

Προσέχτε τα βήματά σας
κάτω απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων κρύβεται
το σώμα σας ντυμένο τα φτερά της νυχτερίδας
και τα τυφλά της μάτια
αν σκοντάψετε ξεγλιστρά πάνω σας
κρέμεται ανάποδα απ’ το σαγόνι σας
όπως απ’ της σπηλιάς τα εξογκώματα
και τα νύχια που χρόνια μεγάλωναν
κι ελίσσονταν στα κλαδιά
βρίσκουν επιτέλους μια θέση στο μυαλό σας

προσέχτε τη μήτρα σας αν είστε γυναίκες
το καρύδι που μεγαλώνει το λαιμό σας αν είστε άντρες
και παιδιά αν μείνατε βρείτε επιτέλους έναν τρόπο
να πεθάνετε ανώδυνα χωρίς να χρειαστεί
ούτε άντρες ούτε γυναίκες να φανείτε

προσέχτε τον κίνδυνο που ανατέλλει κάθε πρωί απ’ το βουνό
σταθείτε μακριά και δώστε του ονόματα να τον ξορκίσετε
κόψη ξυράφι
φλοιό ανθρώπου λιωμένη ύλη
μες στα χέρια
κάποτε σύσπαση σιωπή
νύχτα πουλιά που τρόμαξαν
των κυνηγών το βόρβορο
και τις βαριές πατημασιές τους
ταίρι
προπάντων ταίρι
που οσφραίνεται το αίμα μας.

*Από την ποιητική συλλογή “Οι μέρες που ήμασταν άγριοι”, εκδόσεις Γαβριηλίδης.