Τώρα ανοίγω πόρτες πούναι μόνο δικές μου
Καθένας τώρ’ ανοίγει τις δικές του πόρτες
Καθένας τώρα βλέπει τα
δικά του πράγματα.
Κι αν τύχει να βρεθούμε μπρος στα ίδια πράγματα
τα βλέπουμε
με χρώματα και σχήματα ο καθένας
διαφορετικά.
Κι αν τύχει να τα ιδούμε με
τα ίδια χρώματα
και με τα ίδια σχήματα τα βλέπουμε
όχι στην ίδια θέση
όχι απ’ την ίδια θέση
όχι στον ίδιο χρόνο.
Κι αν δούμε ακριβώς τα ίδια πράγματα
στην ίδια θέση από
την ίδια θέση
στο ίδιο χρώμα και
στο ίδιο σχήμα
στον ίδιο χρόνο ακριβώς
θα πει
θα πει πως ανοίξαμε την
τελευταία
πόρτα.
Μίλτος Σαχτούρης, Ορυχείο
Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι
Στρατής Παρέλης, Ονειρεύομαι επαναστάσεις…
Ονειρεύομαι επαναστάσεις από το μέρος των ρόδων
Χορτασμένες φαμίλιες που δεν έχουν χρεία να πολεμούν
Αρωματικές σκέψεις που ξορκίζουν την βλάσφημη κατάθλιψη
Ονειρεύομαι γαλήνη ψυχής
Τόσο εθελούσια στον έρωτα των λέξεων παραδόθηκα
Που ανιχνεύεις το μπαρούτι της περισπωμένης επάνω μου
Είμαι πιο νέος απ’ ότι ήμουν ποτέ μου
Μια κιθάρα ακομπανιάρει το φεγγαρόφωτο κι εγώ σου λέω
Τα μυστικά της καρδιάς μου όπως ο άνεμος τα φέρνει
Στης κάμαράς σου τον ψίθυρο
Τα πληκτρολόγια είναι σαν δαγκωμένα χείλια
δεν θα μπορέσουν να πουν πόσο πολύ εγώ να το ξέρεις σ’ αγάπησα
Ταλανίζοντας την έρμη ζωή μου
Γύρω από μια χίμαιρα που μ’ οδηγούσε στο λάθος..
14.2.2011
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com
Άρης Αλεξάνδρου, Aνατολή Ηλίου
στον Γιάννη Pίτσο
Eίταν η ώρα πού επρόκειτο να ανάψουνε οι φανοστάτες. Δεν είχε καμιά αμφιβολία, το ξερε πώς όπου να ναι θα ανάβανε, όπως και κάθε βράδυ άλλωστε. Πήγε και στάθηκε στη διασταύρωση, για την ακρίβεια στη νησίδα ασφαλείας, για να δει τούς φανοστάτες να ανάβουν ταυτόχρονα, τόσο στον κάθετο, όσο και στον οριζόντιο δρόμο.
Mε το κεφάλι ασάλευτο, έστριψε το δεξί του μάτι δεξιά, το αριστερό του αριστερά. Περίμενε, μα οι φανοστάτες δεν ανάβανε. Tα μάτια του κουράστηκαν, άρχισαν να πονάνε, σ’ εκείνη την άβολη στάση. Σε λίγο δεν άντεξε και έφυγε.
Ωστόσο, το επόμενο σούρουπο, πιστός στο καθήκον, πήγε και ξαναστάθηκε στη νησίδα του. Oι φανοστάτες και πάλι δεν ανάψανε, ούτε εκείνο το βράδι, ούτε τις άλλες νύχτες, μα τα μάτια του συνήθιζαν λίγο λίγο, δεν κουράζονταν πια, δεν πονούσαν. Kαι κάποτε, εκεί που στεκόταν και περίμενε, χάραξε εντελώς ξαφνικά. Εντελώς ξαφνικά, είδε τον ήλιο να ανατέλλει, ταυτόχρονα, απ’ τον κάθετο δρόμο κι απ’ τον άλλον, τον οριζόντιο.
Άρης Aλεξάνδρου
Παρίσι 1971
David Edelstat, That Is Anarchy
A world where no one shall govern
over another’s labor and toil
Every heart and mind shall be free
that is anarchy
A world where freedom will bring fortune for all
the weak the strong the ‘he’ the ‘she’
where “yours” and “mine” will oppress none
that is anarchy
*From the Freie Arbeiter Stimme, vol 1 no 4, Friday, July 25, 1890. The Freie Arbeiter Stimme (The Free Voice of Labor) was the longest-running anarchist periodical in the Yiddish language, founded initially as an American counterpart to Rudolf Rockers London-based Arbeiter Fraynd (Workers Friend).
David Edelstat, Να τι είναι Αναρχία
Ένας κόσμος όπου κανείς δεν πρέπει να κυβερνά
πάνω στην εργασία και το μόχθο του άλλου
Κάθε καρδιά και μυαλό πρέπει να είναι ελεύθερα
Να τι είναι αναρχία
Ένας κόσμος όπου η ελευθερία θα φέρει τύχη για όλους
τον αδύναμο, τον ισχυρό, σ’ «αυτό», σ’ «αυτήν»
όπου τα “δικά σας” και “δικό μου” δεν θα καταπιέζουν κανένα
Να τι είναι αναρχία
* Από την εφημερίδα «Freie Arbeiter Stimme» Τόμ. 1 αριθ. 4, Παρασκευή, 25 Ιουλίου 1890. Η «Freie Arbeiter Stimme» («Φωνή της Ελεύθερης Εργασίας) ήταν η μακροβιότερη αναρχική έκδοση στην γλώσσα γίντις, που ιδρύθηκε αρχικά ως η αμερικανική αντίστοιχη έκδοση του Rudolf Rocker «Arbeiter Fraynd» («Φίλος του Εργαζόμενου») με έδρα το Λονδίνο.
Lawrence Ferlinghetti: Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου!
Της Κατερίνας Τοράκη
Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου
ατέλειωτος ο λατρευτός του βίος κι η ανάσα
οι λατρευτές του έμβιες υπάρξεις
ν ακούν και να βλέπουν
να αισθάνονται και να νοούν
να γελούν και να χορεύουν
να τραγουδούν και να μιλούν
ατέλειωτα απογεύματα και βράδυα
αγάπης κι έκστασης κι απελπισίας
……………………………………………..
Ατέλειωτες οι μάχες του καλού και του κακού
τα χτυπήματα της μοίρας κι οι εκτροπές του μίσους
ατέλειωτα λάθη και αποτυχίες της τελικής έκρηξης
σ ατέλειωτες κλιμακωτές αντιδράσεις
………………………………………………
Και γι’ αυτό τέλος δεν έχουν
οι πύλες της γνώσης
κι οι καταράχτες του φωτός
στα αιθέρια ύψη του ανθρωπίνου πνεύματος
στο διάστημα μέσα μας
στα Άμστερνταμ του Γιν και Γιαν
Ατέλειωτα Ρουμπαγιάτ κι ατέλειωτες μακαριότητες
……………………………………………..
Τις τελευταίες μέρες της Αλεξάνδρειας
Μια μέρα πριν το βατερλώ
ο χορός εξακολουθεί
υπάρχει εδώ ένας ήχος ήχος ονείρου μέσα στη νύχτα.
A Review of Events in Polish Poetry at the Turn of the 20th and 21st Centuries
By Piotr Matywiecki
Introduction
As has been the case throughout its long and rich history, Polish poetry at the turn of the 20th and 21st centuries speaks through a chorus of many strong and clear individualities. The general historic and literary processes to which this poetry is subject are indeed important. The attempts of literary critics to discover and define in today’s Polish poetry specific stylistic currents and conceptual threads are interesting. Yet the core value of Polish poetry resides in its colorful, poetic individualities.
For this reason my essay – which is a kind of extension of Jarosław Klejnocki’s sketch “Poezja polska w ostatnich 20 latach XX wieku” (Polish Poetry in the Final Twenty Years of the 20th Century) – will prove to be a reasoned review of individualities. This is primarily because I think it is much too early for any generalizations. These tend to kill the flavor of live emotion that this poetry grants us. I think that much more satisfaction can be drawn from listening to how easily – in spite of differences – the works of our greatest poets talk to each other, than from grouping tem in specific enclaves.
I will begin by describing only those poets who have recently and significantly enriched their own image in the eyes of readers, and omit those who were sufficiently and exhaustively described in Jarosław Klejnocki’s sketch. It is nevertheless so that recently the most glittering achievements have come from well-known poets and those whose work has thus far remained out of the limelight.
The Old Masters
Ασημίνα Ξηρογιάνη, Παραμυθία (ένα ανέκδοτο ποίημα)
“Και τώρα τί κάνουμε;”
Ήταν η φράση που έλεγες μικρή.
“Και τώρα τί:”
H νυχτικιά σου τις νύχτες
σέρνεται στο πάτωμα
στραβοχυμένη
πάνω στο σώμα σου
Σκοτεινός όγκος είσαι
εύθραυστη
και θλιμμένη
καθώς πηγαίνεις να ξαπλώσεις πάλι
στο παγερό σου κρεβάτι.
Σε φέρνω στο νου
όπως ήσουν έφηβη,
με μακριά ξανθά μαλλιά
και θαλασσινά μάτια.
“Και τώρα;”
Tα χάπια ποτέ δεν σου είναι αρκετά.
Τώρα πια τα κομμάτια δεν μαζεύονται.
Είναι αργά για αναβιώσεις παλιών ερώτων.
Αργοσβήνεις επειδή αγάπησες βαθιά.
Δεν ήταν μόνο η θλίψη.
Ή ήταν μόνο αυτή;
Eγώ πιάστηκα από τις λέξεις και τα βιβλία.
Παρηγορήθηκα με τα ποιήματα.
Εσένα δεν υπάρχει,άραγε, τίποτα στον κόσμο
που να σε παρηγορεί;
Έλα,άνοιξε τα παράθυρα.
Βγες από τα σκοτάδια.
Μην μου μιλήσεις,
αν δεν θες.
Μόνο σιωπηλή καταδέξου,
για μια φορά,
να πέσεις απλά στην αγκαλιά μου.
Να σου χαιδέψω τα μαλλιά, την πλάτη,
θα σου κρατήσω τρυφερά τα χλωμά σου χέρια,
να σου ψιθυρίσω “είμαι δω… και καταλαβαίνω.
Δεν είμαι γω που θα σε κρίνω, αδελφή μου”.
Χαρά Ναούμ, Ες αεί
Κι όποτε πότισα εκείνο το τριαντάφυλλο
ποτίστηκαν μαζί
οι εσταυρωμένοι
Κάτω απ’ το περβάζι μου
Γιατί τί άλλο είναι τα ποιήματα
Από χιλιάδες χέρια
που τεντώνονται αιμόφυρτα
από λουλούδι σε λουλούδι
*Από την ποιητική συλλογή της Χαράς Ναούμ, «Άγρυπνες αντιλόπες», Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013, σελ. 17.
**Αναδημοσίευση από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com
Αλέξανδρος Μηλιορίδης, άγονη γη
Ο ποιητής απαγγέλει το ποίημα εδώ: http://f.cl.ly/items/0M2A0X1v2R1t2U3F3733/508-3.mp3
Στάζουν
οι αγαπημένες
φωνές,
μέσα στις χαραμάδες
του μυαλού τους,
ονειρικός χρόνος
το χθες:
κορδέλες που φτιάχνουν αγγέλους,
λαμπιόνια που ξυπνούν
γέλια στο σκοτάδι,
τότε,
άνθρωποι της γης,
τώρα,
μάτια που πεινάνε
και στόματα που ράβονται
με τις βελόνες της ντροπής,
οι βιογραφίες τους:
φτιαγμένες
για τους κυνηγούς με τις ύαινες,
αυτοκόλλητες
στις παιγνιδιάρες ενοχές μας
ο πεινασμένος, εσύ, ο μετανάστης, εγώ,
ο άστεγος, αυτός, ο άνεργος, εκείνος,
και οι νεκροί, όλοι μας,
η άγονη γη,
σκαμμένη για τις ψυχές τους,
πάνω σε σκουπίδια από λαίμαργα φαγοπότια,
με πεζοδρόμια,
πίσω από τις βιτρίνες,
που τα δώρα μετρούν,
και των έξω τα βήματα ακούν,
να μιλούν
με αδιάφορες γιορτινές
ανοησίες,
με φράχτες
ταΐζουν τις καρδιές μας,
ζωγραφίζουμε τη δυστυχία τους
με τα πινέλα της δικιάς μας,
κρίμα
και με μπαλωμένα λόγια,
το χειρότερο,
να κρύβουμε
τις απεγνωσμένες σκιές τους•
AlexMil
23-12-2013










