Emília Cerqueira, Seeds of Resistance / Sementes da resistência

1558517_485138904928420_1069324053_n

Look ye
in the eyes
sunny and moonlit

Look ye
and I identify with me

Are ye the seeds of flowers
what I go savoring
In the April of all days

Emília Cerqueira, Sementes da resistência

Olho-vos nos olhos doces
ensolarados e enluarados

Olho-vos
e revejo-me

Sois as sementes das flores
Que saboreio
No Abril de todos os dias

Δημήτρης Ψαλλίδας, Στην όχθη της λιμνοθάλασσας

Mesologgi_9Medium

I

Εκεί,
στη λιμνοθάλασσα
των αναπάντητων ερωτημάτων,
πετώ ένα βοτσαλάκι,
να ταράξω
της σκέψης τα νερά,
ν’ αναδεύσω
σκόρπια γεγονότα,
συνέχεια ψάχνοντας
στην ασυνέχεια
που μας χαρακτηρίζει.

Σκέψεις
πυκνές και βαρυσήμαντες,
από το λήθαργο να βγουν
και την ανεμελιά,
να δώσουν το παρόν
όπως αρμόζει
σε δύσκολους καιρούς
γεμάτους από φάκες
και σκοτεινά αδιέξοδα.

ΙΙ

Γνωρίζω τον κίνδυνο,
σαν σπας
το νόμο της αδράνειας,
σαν ξετυλίγεις το κουβάρι
και ξεκινάς τη συγγραφή
κακοτράχαλων διαδρομών.

Φαντάσματα του παρελθόντος,
του μέλλοντος αρπαχτικά
θα συναντήσεις,
μαμη λακίσεις,
πέτα μια πέτρα αιχμηρή.
Ρίξε με δύναμη
και παρατήρησε.
Πως σβήνουν
σ’ ομόκεντρους, μικρούς
κυματισμούς,
αφήνοντας
γαλάζιο και γαλήνη,
νέους ορίζοντες και ουρανούς
να ταξιδέψεις.

Το είδωλο μονάχα
μη λαβώσεις,
σαν βρει το θάρρος να φανεί.
Κομμάτι δικό σου είναι,
σάρκα απ’ την σάρκα σου
κι ας είναι μια σκιά,
παιχνίδι του φωτός
με τα νερά.

Στα μάτια του
και στην καρδιά
κάτι από σένα κρύβει.
Στιγμές,
πρόσωπα,
αισθήματα,
χρώματα
και μουσικές
μιας κρουαζιέρας
που από χρόνια έχει συμβεί
και ξεχαστεί,
συνάμα.

Λάθη και πειρασμοί
αγκαλιασμένοι,
την κατανόηση ζητούν
και την αποδοχή,
καλώντας σε,
με σιγουριά,
το πρώτο βήμα
για τη λύτρωση να κάνεις.
Μια θέση ζητούν κι αυτά
πλάι σε άσπρα σύννεφα,
σε όνειρα και γλάρους
που κράτησες για συντροφιά
στους κύκλος της ζωής,
στη διαδρομή σου.

III

Εκεί,
στη λιμνοθάλασσα
των αναπάντητων ερωτημάτων,
πέτα ένα βοτσαλάκι,
να ταράξεις
της σκέψης τα νερά.

Μη φοβηθείς στο τι θα βρεις,
μη ξεχαστείς,
εσύ βαδίζεις στη στεριά.
Καλή αναζήτηση.

Georg Trakl, Όνειρο και συσκότιση του νου

b151520

[….] Κανείς δεν τον αγαπούσε. Ψέμα και ακολασία φλόγιζαν το κεφάλι του. Το γαλάζιο θρόισμα μιας γυναικείας εσθήτας τον έκανε να μένει στήλη άλατος και στην πόρτα στεκόταν η σκοτεινή μορφή της μάνας. Στο προσκεφάλι του στεκόταν όρθιος ο ίσκιος του κακού. Ω, νύχτες και αστέρια. Το βράδυ πήγαινε στο βουνό με τον σακάτη· στην παγωμένη κορυφή του απλωνόταν το ρόδινο φέγγος του δειλινού και καρδιοχτυπούσε μέσα στο φως του λύκου. Βαριά έπεφταν τα ανεμοδαρμένα έλατα επάνω τους και ο κόκκινος κυνηγός πρόβαλε από το δάσος. Όταν νύχτωνε, η καρδιά του έσπαγε κρυστάλλους και το σκοτάδι σκόνταφτε στο μέτωπό του.

Κάτω από άφυλλες βαλανιδιές έπνιγε με τα παγωμένα χέρια του μια αγριόγατα. Στα δεξιά του εμφανιζόταν παραπονεμένη η λευκή μορφή ενός αγγέλου και μες στο σκοτάδι γινόταν γιγάντια η σκιά του σακάτη. Όμως αυτός σήκωνε μια πέτρα και την πετούσε πάνω του, έτσι ώστε να φύγει ουρλιάζοντας και αναστενάζοντας . Το γαλάζιο πρόσωπο του αγγέλου περνούσε και χανόταν στον ίσκιο του δένδρου. Για πολλή ώρα, ξάπλωνε στο πετρώδες έδαφος και έκπληκτος ατένιζε το χρυσό σκήνωμα των αστεριών. Κυνηγημένος από νυχτερίδες, χιμούσε μέσα στο σκοτάδι για να φύγει. Με κομμένη την ανάσα έμπαινε μέσα στο έρημο σπίτι. Στην αυλή, έπινε σαν ζώο από το γαλάζιο νερό της κρήνης μέχρι να παγώσει. Εμπύρετος καθόταν στην παγωμένη σκάλα, μαινόμενος εναντίον του Θεού που δεν τον άφηνε να πεθάνει. […..]

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.
***Από την “Γαλάζια Ψύχωση”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ 2010

Νικανόρ Πάρρα, Παιδικά παιχνίδια

998309_10202619022061955_1014792345_n

Ένα παιδί προσγειώνεται στο καμπαναριό
της μητρόπολης
κι αρχίζει να παίζει με του ρολογιού τους δείχτες
ακουμπάει πάνω τους εμποδίζοντάς τους
να προχωρήσουν και ως δια μαγείας οι περαστικοί μένουνε πετρωμένοι
σε στάσεις όπως:
με το ‘να πόδι στον αέρα κοιτώντας προς τα πίσω σαν του Λωτ τη στήλη
ανάβοντας τσιγάρο κτλ., κτλ.
Ύστερα αρπάει τους δείχτες και τους γυρνάει
ξέφρενα
τους σταματάει ξαφνικά- τους γυροφέρνει ανάποδα
και οι περαστικοί ηλεκτρισμένοι τρέχουν- σταματούν
απότομα
υποχωρούνε με τρελή ταχύτητα
σαν τις εικόνες στις βουβές ταινίες μένουνε μετέωροι
μπρος πίσω τριποδίζουν
ή βαδίζουνε επίσημα με βήμα αργό
σ’ αντίθετη κατεύθυνση απ’ τους δείχτες.
Ένα ζευγάρι παντρεύεται- κάνει παιδιά και χωρίζει
σε κλάσματα δευτερολέπτου
τα παιδιά παντρεύονται κι αυτά- πεθαίνουν.

Στο μεταξύ το παιδί
Θεός ή όπως θέλεις πες το
Μοίρα ή μόνο Χρόνος σκυλοβαριέται
και ξαναρχίζει να πετά προς το νεκροταφείο.

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης

Πάμπλο Αντόνιο Κουάδρα, Η νύχτα μιας γυναίκας άγνωστης

036b13_b3919f63db025a1d4b6551398fb8760b.png_srz_315_306_85_22_0.50_1.20_0

Ρώτησε το κορίτσι τον περαστικό:
Γιατί δεν μπαίνεις; Στο τζάκι μου
είναι αναμμένη η φωτιά.

Απάντησε ο περιπλανώμενος:-Είμαι ποιητής,
θέλω τη νύχτα μόνο να γνωρίσω.

Εκείνη, τότε, έριξε στάχτες πάνω στη φωτιά
και η φωνή της στη σκιά ζύγωσε τον περαστικό:
Άγγιξέ με!-είπε- Και τη νύχτα θα γνωρίσεις.

Μίλτος Σαχτούρης, Το ψωμί

cf88cf89cebcceaf-cf86cf84cf89cf87cf8ccf82

Ἕνα τεράστιο καρβέλι, μιὰ πελώρια φραντζόλα ζεστὸ ψωμί,

εἶχε πέσει στὸ δρόμο ἀπὸ τὸν οὐρανό,

ἕνα παιδὶ μὲ πράσινο κοντὸ βρακάκι καὶ μὲ μαχαίρι

ἔκοβε καὶ μοίραζε στὸν κόσμο γύρω,

ὅμως καὶ μία μικρή, ἕνας μικρὸς ἄσπρος ἄγγελος.

κι αὐτὴ μ᾿ ἕνα μαχαίρι ἔκοβε καὶ μοίραζε

κομμάτια γνήσιο οὐρανὸ

κι ὅλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αὐτή, λίγοι πηγαῖναν στὸ ψωμί,

ὅλοι τρέχανε στὸν μικρὸν ἄγγελο ποὺ μοίραζε οὐρανό!

Ἂς μὴν τὸ κρύβουμε.
Διψᾶμε γιὰ οὐρανό.

Emília Cerqueira, I walk naked of the old words / Caminho nua de palavras antigas

 Picture / Pintura de Salvador Dali: Mulher poesia


Picture / Pintura de Salvador Dali: Mulher poesia

I walk naked of the old words

Old words,
glued to the skin
in the circularity of time …

I strip them of me
gradually..
“militarism”
“murderous identities”,
“god”
“borders”
“cruelty”
“race”

I walk naked now.


Caminho nua de palavras antigas

Palavras antigas,
palavras coladas à pele
na circularidade do tempo…

Despi-me delas uma a uma
“militarismo”,
“identidades assassinas”,
“deus”
“fronteiras”
“crueldade”
“raça”

Caminho nua já…

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Οι καημένοι οι φίλοι / I poveri amici


(Ο ποιητής διαβάζει σε εκδήλωση)

οι φίλοι
δε φτάνει μόνο να εκτιμώ αυτούς τους ίδιους
θέλουν να εκτιμώ και τις γυναίκες τους
θέλουν να κάνω και με τις γυναίκες τους παρέα
δηλαδή
καλά και σώνει θέλουν
συνένοχους.

I poveri amici

I poveri amici gli amici;
non basta che stimi proprio loro
cogliono che stimi anche le loro donne
vogliono che faccia compagnia anche con le loro donne
cioè
a tutti i costi vogliono
complici

*Μετάφραση στα ελληνικά: Massimiliano Damaggio

Αργύρης Χιόνης, Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει…

smΑργύρηςΧιόνης

ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΙΠΟΤΕ ΝΑ ΧΑΣΕΙ, ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΧΑΣΕ

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, στη μέση ενός χωματόδρομου, τότε πού υπήρχανε ακόμα χωματόδρομοι, ζούσε μια πέτρα. Μάνα, πατέρα δεν γνώρισε κι ούτε ήξερε πότε γεννήθηκε. Οι πέτρες, όπως ξέρετε, ζούνε τόσα πολλά χρόνια, που ξεχνούν την ηλικία τους. Πολλές απ’ αυτές μάλιστα είναι τόσο αρχαίες όσο κι η πέτρινη εποχή, αν έχετε ακουστά. Μια πέτρα όμως, ακόμα κι αν είναι τόσο αρχαία, μπορεί να είναι ασήμαντη. Ή, για να το πω καλύτερα, όλες οι πέτρες είναι ασήμαντες, έκτος από εκείνες που γινήκανε αγάλματα ή ναοί ή από εκείνες που τις λεν λίθους, πολύτιμους και που τις κρύβουν μέσα σε κουτιά από σίδερο.

H δική μας πέτρα ήταν εντελώς ασήμαντη-δεν άξιζε ούτε για να την κλοτσήσει κανείς. Μικρή κι ασουλούπωτη, δεν ήταν ούτε στρογγυλή ούτε τετράγωνη ούτε μακρόστενη. Το χρώμα της, ξέθωρο γκρίζο, την έκανε ακόμα πιο ασήμαντη, γιατί κι ο δρόμος είχε το ίδιο χρώμα και με δυσκολία την ξεχώριζες. Η ασημαντότητα της αυτή είχε βέβαια και τα καλά της. Ένα απ’ αυτά το ‘παμε κιόλας: κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να την κλοτσήσει. Εν’ άλλο ήταν ότι κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε με τη βαριά του να την κομματιάσει ή να τη μεταφέρει έξω απ’ το δρόμο, γιατί, έτσι μικρή που ήτανε, τόπο δεν έπιανε κι ο δρόμος έμενε ελεύθερος.

Continue reading →

Γιάννης Ρίτσος, Ίσως μια μέρα / Yannis Ritsos, Perhaps someday

ritsos-front-cover

ΙΣΩΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Θέλω νά σού δείξω αυτά τά ρόδινα σύννεφα μέσα στή νύχτα.
Μά εσύ δέ βλέπεις. Είναι νύχτα—τί νά δείς;

Λοιπόν, μού μένει νά κοιτάξω μέ τά μάτια σου, είπε,
γιά νά μήν είμαι μόνος, νά μήν είσαι μόνος. Κι αλήθεια,
δέν είναι τίποτα πρός τά εκεί όπου σού έδειχνα.

Τ’ αστέρια μόνο στριμωγμένα μές στή νύχτα, κουρασμένα
σάν τούς εκδρομείς πού γυρνάνε μ’ ένα φορτηγό
μετανιωμένοι, νυσταγμένοι, δίχως νά τραγουδάνε,
μέ τ’ αγριολούλουδα μαραμένα στίς ιδρωμένες παλάμες τους.

Μά εγώ θά επιμείνω νά δώ καί νά σού δείξω, είπε,
γιατί άν δέ δείς κ’ εσύ θάναι σά νά μήν είδα—
θά επιμείνω τουλάχιστο νά μή βλέπω μέ τά μάτια σου—
κ’ ίσως μιά μέρα, απ’ άλλο δρόμο, νά συναντηθούμε.

PERHAPS SOMEDAY

I want to show you these rosy clouds in the night.
But you can’t see. It is night – what can you see?

Then, I can see through your eyes, he said,
that I won’t be alone, that you won’t be alone and truly,
there is nothing to the direction I pointed.

Only stars crowded together in the night, tired
like people on a picnic who come back on a truck
regretful, sleepy, nobody singing,
with wilted wildflowers in their sweaty palms.

But I shall insist in seeing and showing you, he said,
because if you don’t see it is as if I didn’t see –
I shall insist at least not seeing with your eyes –
and perhaps someday, from different directions, we shall meet.

*Από το βιβλίο Γιάννη Ρίτσου, Εκλεγμένα Ποιήματα/ Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη – Yannis Ritsos-Selecteeed Poems/Translated by Manolis Aligizakis

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Μανώλη Αλυγιζάκη στη διεύθυνση http://authormanolis.wordpress.com