Georg Trakl, Δύο ποιήματα (Gedichte)

DIGITAL CAMERA

Η ΝΕΑΡΗ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

αφιερωμένο στον Λούντβιχ φον Φίκερ

1

Συχνά στο πηγάδι, όταν χαράζει,
την βλέπεις να στέκεται μαγεμένη
και να τραβάει νερό, όταν χαράζει.
Ανεβαίνει ο κουβάς· και κατεβαίνει.

Στις οξιές οι κάργιες πετούν
κι εκείνη μοιάζει με ίσκιο.
Ξανθά τα μαλλιά της πετούν
κι οι ποντικοί στριγκλίζουν στον κήπο.

Και ξαναμαγεμένη από την παρακμή
τα φλογισμένα βλέφαρα χαμηλώνει.
Χορτάρι ξερό η παρακμή
κάτω, στα πόδια της, κυρτώνει.

2

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

*Από τα Gedichte, 1913. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Αναδημοσίευση από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

Anarchism in the arts – Poetry and prose

images

Anarchist presses published an enormous quantity of verse—indeed, before 1960 they published more poetry than all other forms of creative writing put together. Among the finest poets of anarchism was Voltairine de Cleyre, whom Emma Goldman considered the “most gifted and brilliant anarchist woman America ever produced.” Although the anarchist themes of de Cleyre’s work were typical of her generation—tributes to revolutionary martyrs, hymns to anarchist anniversaries, and songs of workers rising against tyranny—her powerful imagery and passionate lyricism distinguished her from all her contemporaries. Other notable American poets of anarchy in the 1910s and ‘20s were Irish-born Lola Ridge; Japanese-born Sadakichi Hartmann, reputed to be the first writer of haiku in English; IWW organizer Covington Hall; and IWW songwriter and humorist T-Bone Slim (Matt Valentine Huhta), who was renowned for his anarchist aphorisms (“Wherever you find injustice, the proper form of politeness is attack”).

Sicilian-American Surrealist poet Philip Lamantia belonged to an Italian-language anarchist group in San Francisco in the 1940s and later became a leading member of the Beat movement. Kenneth Rexroth, mentor to many Beats, identified himself as an anarchist from his involvement in the 1920s in Chicago’s Dil Pickle Club, a popular forum for lectures and debates on revolutionary topics. Other anarchist-oriented Beat poets included Diane di Prima and Gary Snyder, whose manifesto “Buddhist Anarchism” (1961) proved to be one of that decade’s most influential anarchist writings. The humorous Abomunist Manifesto (1959), by African American Beat poet Bob Kaufman, also had a markedly anarchist flavour. (According to Kaufman, “Abomunists vote against everyone by not voting for anyone.”) Both the Journal and Kaufman’s Manifesto were published by City Lights press, founded with the City Lights bookshop in San Francisco in the early 1950s by the poet and anarchist sympathizer Lawrence Ferlinghetti.

Continue reading →

Ραφαέλ Αλμπέρτι, Τρίτη ανάμνηση

images

…πίσω απ’ τη βεντάλια με τα χρυσά φτερά…
G. A. B.

Τα βαλς τ’ ουρανού δεν είχαν ακόμα αρραβωνιάσει
το γιασεμί και το χιόνι,
δεν είχαν οι άνεμοι συλλογιστεί την πιθανή μουσική
των μαλλιών σου,
ούτε κι ο βασιλιάς είχε προστάξει να ενταφιαστεί
σ’ ένα βιβλίο η βιολέτα.
Όχι.
Ήταν ο καιρός που ταξίδευε το χελιδόνι
χωρίς τα αρχικά μας στο ράμφος του.
Που οι καμπανέλες και οι κλιματίδες μαραίνονταν
δίχως εξώστες κι άστρα για να καρφωθούν.
Ήταν εκείνος ο καιρός
που δεν υπήρχε ένα άνθος
για να γείρει το κεφάλι του στον ώμο ενός πουλιού.

Και τότε, πίσω απ’ τη βεντάλια σου, το πρώτο μας
φεγγάρι.

*Από το “Τρεις Αναμνήσεις από τον Ουρανό”. Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος. Το ποίημα δημοσιεύηκε και εδώ: http://poihshkaipoihtes.blogspot.com.au/2009/12/blog-post_2503.html

Λάνγκστον Χιούζ (1902-1967), Φοβισμένοι

hugheslangston-eikona-01

Κλαίουμε
ανάμεσα στους ουρανοξύστες
όπως θρηνούσαν οι πρόγονοί μας
ανάμεσα στα φοινικόδεντρα
της Αφρικής.
Γιατί είμαστε μόνοι,
είναι νύχτα
και φοβόμαστε.

*Μετάφραση: Λ. Καραπαναγιώτης. Το ποίημα δημοσιεύτηκε και εδώ: http://lackofspacemen.blogspot.com.au/2009/09/1902-1967.html

Μαρτυρίες για τον Πέτρο

Koutsiabasakos.JPG

Αν είναι να ακριβολογούμε με τις λέξεις, ο συγγραφέας Πέτρος Κουτσιαμπασάκος που πέθανε στα 48 του χρόνια, ήταν σχεδόν γείτονάς μου και σχεδόν φίλος μου.  Ο Πέτρος έμενε στα Άνω Πετράλωνα όταν εγώ έμενα για πολλά χρόνια στα Κάτω.  Η ξενιτιά κι ο θάνατος δεν μας έδωσαν περισσότερο χρόνο…

Συναντιόμασταν, πίναμε, τρώγαμε, κουβεντιάζαμε,  με άλλους οι μόνοι μας, στην Πλατεία Μερκούρη, στου Οικονόμου, ή στο Ζέφυρο βλέποντας «Το γεράκι της Μάλτας» και άλλα κλασικά του σινεμά.  Μια δυο φορές συναντηθήκαμε και στο Φίλιον…  Τη γνωριμία μας την οφείλαμε στον διηγηματογράφο Ηλία Παπαμόσχο.

Η τελευταία εικόνα που έχω στο μυαλό μου από τον Πέτρο είναι σχεδόν εικαστική…  Πέρυσι τον Απρίλη ενώ καθόμουν σχεδόν ολομόναχος σε βαγόνι του Μετρό με κατεύθυνση το σταθμό του Αγίου Δημητρίου, αυτός καθόταν ολομόναχος, όχι σχεδόν, ήταν ολομόναχος σε μια καρέκλα της αποβάθρας της Δάφνης διαβάζοντας ένα βιβλίο, νηφάλια, χαμηλότονα, προσεχτικά…

Τον αδερφό του σκηνοθέτη Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο τον αποκαλούσε πολλές φορές  στις κουβέντες μας το αδερφάκι μου…  Ήμουν αυτός που του μετέφερα τηλεφωνικά την καλή υποδοχή που επεφύλαξαν οι σινεφίλ στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ του αδερφού του «Ο μανάβης» στο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.  Χαιρόταν με τις επιτυχίες του μικρού του αδερφού, στενοχωριόταν με τα όποια καλλιτεχνικά του ζόρια.

Continue reading →

Lucy Van 
Revieww Andrew Sant’s The Bicycle Thief & Other Poems

bicycle-thief

The Bicycle Thief & Other Poems by Andrew Sant
Black Pepper Publishing, 2012

It’s no current reference, but reading Andrew Sant’s recent collection, The Bicycle Thief, Andrew McGahan’s Praise springs to mind. When I studied McGahan’s novel, a more astute student than I pointed out that Gordon’s only romantic relationship was with his car, and that, accordingly, his only romantic response was towards the sad demise of that Holden. His relationship with Cynthia (who he develops a relationship with) was conversely defined by emotional inertia and moral detachment. This observation struck me as highly sophisticated. It did not endorse a clichéd view of Australian men and their cars, rather it subtly suggested a masculine romance for an idyll of mobility.

I think that for all the mischief and conversational flare of The Bicycle Thief, Sant is a romantic. Sant constructs a romantic idiom around various modes of transport that is not simply commodity fetishism, but as with McGahan, a desire for transcendence through acceleration and movement. There is no strict narrative progression yet the collection does riff around the twinned themes of movement and stasis. Somewhere in the middle of the book the speaker presents an Ur-scene in ‘Jack and Yves and Their Many Transports,’ where children are observed locking language to movement:

Train! Jack calls out once
and once again. He lives
near a railway station.

He stops. His index finger
is a little wand. Transport
attracts his first vocabulary.

Continue reading →

Ανρί Μισό, Σου γράφω από έναν τόπο μακρινό

1544999_234987116679991_2040158745_n

Εδώ έχουμε, γράφει, έναν ήλιο μόνο κάθε μήνα, και
για λίγο. Τρίβουμε τα μάτια μας μέρες πρωτύτερα.
Μάταια όμως. Καιρός αδυσώπητος. Ο ήλιος
δεν έρχεται παρά στην ώρα του.
Έπειτα έχουμε ένα σωρό πράγματα να κάνουμε, όσο
βαστάει το φως, έτσι που μόλις προφταίνουμε να
κοιταχτούμε λίγο.
Εκείνο που είναι δύσκολο για μας τη νύχτα, είναι
όταν πρέπει να δουλέψεις, και πρέπει: γεννιούνται
ακατάπαυστοι νάνοι.

*Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης

Η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη – παρουσίαση από την Αλεξάνδρα Μπακονίκα

581353_david_hockney_gallery_20-564x272

Θα σχολιάσω την ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη για όσα ένιωσα και απεκόμισα από τις δύο τελευταίες συλλογές της με τους τίτλους Πληγές και Εποχή μου είναι η ποίηση. Οι στίχοι της Ξηρογιάννη χαρακτηρίζονται από έντονη εξομολογητικότητα. Εκθέτει το μύχιο του εαυτού της με θαρραλέα καθαρότητα και διαύγεια, αποφεύγοντας να κρυφτεί πίσω από σύμβολα, περίπλοκες εικονοποιίες, μύθους και παραπλανητικά προσωπεία. Με ένα αφοπλιστικό, πεζολογικό σχεδόν, γνήσιο και ανεπιτήδευτο ύφος καταθέτει τα σπαράγματα του εσώτερου εαυτού της. Κάνει τον αναγνώστη να σκύψει με κατάνυξη σε ό,τι τη συγκλονίζει από όνειρα, επιθυμίες, φόβους, διαψεύσεις, προδοσίες και σκοτεινούς εφιάλτες. Η Ασημίνα λάτρεψε και μυήθηκε στην ποίηση από τους μεγάλους έρωτες που βίωσε με ένταση στη ζωή της. Μέσα από τους στίχους προβάλλει το πορτραίτο ενός ωραίου, θελκτικού και δυνατού άνδρα που καταλυτικά τη σαγήνεψε (διαβάζω το ποίημα από τη σελ. 39 της συλλογής της Πληγές): Σε βύζαξα σαν μωρό./Το μεγάλο μου μωρό. / /Άντρα μου όμορφε,/ κρυφή μου δύναμη,/η νοσταλγία μου μιλάει απόψε./Είναι μια όμορφη βραδιά. / Μα τη φοβάμαι τούτη την ομορφιά/ που μου θυμίζει/ πως το λίγο σου απόλαυσα μονάχα.

Η ποίηση της Ξηρογιάννη είναι δραματική από την άποψη ότι το θαύμα του έρωτα διαλύεται κάποτε μέσα στην απώλεια, στο αναπότρεπτο τέλος των φωτεινών και μοναδικών αισθημάτων που η θεϊκή αυτή δύναμη της ζωής μας χαρίζει. Ακόμη όμως και μέσα στην απώλεια και τον πόνο που την τυλίγει δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις αναμνήσεις. Τρέφεται και ευδαιμονικά επιστρέφει στις παλιές ερωτικές της μνήμες. Εμπλουτίζεται και η ίδια να τις σκέπτεται συνεχώς, αλλά και η ποίησή της που παίρνει χρώματα, ορμή και ουσία ζωής για να υμνήσει την χαρά που χάθηκε, και που σταθερά ανατροφοδοτεί την έμπνευσή της (διαβάζω στίχους από τη σελ. 7): Την άρνησή σου την έκανα καράβι που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ‘ρθουν. / Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι, φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα. Την άρνησή σου / την έκανα στίχους ηχηρούς. / Την έκανα στιγμή ολόκληρη / γεμάτη από σένα / ελπίδα / ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα. / Κι εγώ / ελεύθερη/ θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας / και σύ, / για πρώτη φορά, θα την αποδέχεσαι.

Continue reading →

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, σβησμένα μάτια

1560728_408763425936398_1681039761_n

όπως
κάθε βράδυ,
πρώτα
μίλησε λίγο με το σκοτάδι,
του έκοψε
και μερικές σκιές,
παχιές και θηλυκές
και τις αγκάλιασε
και μετά,
έσβησε το κοινόχρηστο φως,
με το βλέμμα του,

χάιδεψε
το γηραιό παγκάκι,
ήταν
τόσο φιλικό
και το δάκρυ που του ξέφυγε,
η μνήμη τους,
τρυφερά με το δάκτυλο,
στα χείλη του το φέρε και το σβήσε,
σκέφθηκε,
γι’ ακόμη μια φόρα,
όχι χωρίς μίσος,
όλους αυτούς,
που ‘χουν το κεφάλι,
πάνω από πλούσιους ώμους

και μετά,
έχωσε τα σιωπηρά του χέρια
στις ερειπωμένες
τσέπες του,
ζάρωσε
και τα πληγωμένα του πόδια,
στραβο-βαλμένα
στο παλιατζίδικο του κορμιού του
και κοιμήθηκε,

κι όπως
κάθε βράδυ,
η κόλαση στα όνειρά του,
τα μάτια του έψαχνε,
όμως,
τα είχε σβήσει,
θα τα ξαναζωγράφιζε την αυγή,
όπως κάθε μέρα,
με τις στάχτες,
από τις κολασμένες φωτιές
της νύχτας•

AlexMil
7-1-2014

Δημήτρης Τρωαδίτης, Συμφιλιώνεσαι…

1554502_646054792102462_1797447657_n

φεύγουν οι ώρες
φωτοβολίδες
κι εσύ μένεις μόνος
αποχαιρετώντας τις
χωρίς να λογαριάζεις
το λύγισμά σου
σε ευχές
το προσκύνημά σου
σε ηφαίστεια

γιατί όλα τα αρχέγονα
μένουν
θεριεύουν εσωτερικά
αφήνουν παρακλάδια
κι επιστρέφουν
οριστικά και αμετάκλητα

συμφιλιώνεσαι
με οποιοδήποτε τίμημα
αρκεί να μείνει
η αγάπη
εντός και εναλλάξ

συμφιλιώνεσαι
παρ’ όλα τα
οραματικά σου
κίνητρα
που είναι δεμένα
ερειπωμένα σαν κάστρα
με χορτιαριασμένες
τις δίνες τους

συμφιλιώνεσαι
μαδάς την ύπαρξή σου
σαν τη μαργαρίτα
του παιδικού παιχνιδιού
να ξέρεις όμως ότι
οι πατρίδες
των παιδικών ονείρων
δεν αποδομούνται εύκολα

συμφιλιώνεσαι
με την κάθε φυσική σου
ιδιότητα
συγκλονίζεσαι
στα εδώθε κι εκείθε
του φαινομένου σου

συμφιλιώνεσαι
ξέρω ότι με νιώθεις
όπου και νά ‘σαι
στη μέγγενη των
καθημερινών συμβάντων
στην αχλή των αιώνων
σε μποέμ αισθήσεις