Τέος Σαλαπασίδης, Άλωσις

Abstract-Art-Expressionism-Images

Βγήκε η φώκια
Αλληλούια
Αιγαίο σκισμένο από τορπιλλακάτους
Η νηοπομπή άνθισε
Κύμα μεσίστιο
Πεινάμε
Έπειτα ήρθε η Σαλονίκη με καπνούς πετρελαίων
«Στην πόλη μας βασίλεψε μια ορφανή πειθαρχία»
Αρμένιζε η Σαλονίκη προς τα βουνά της
Ο Δεκανεύς πέταξε το όπλο του στη θάλασσα
Τον εχθρό έπρεπε να περιμένει εστία κενού
Όμως η θάλασσα επέστρεψε ο όπλο
Δεν επρόκειτο περί όπλου
Και γυρεύω τώρα τον πλοίαρχο
Ήταν αληθινός ο πλοίαρχος του τορπιλλοβόλου «Σφενδόνη»
Μόνο
Πέρασε ηρέμα
Σφύριξε
Αντίο
Βυθίστηκε μέσα στον καιρό

Αντίο.

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αθηναϊκά Γράμματα», τεύχος 10, Μάιος – Αύγουστος 1958.
Από το βιβλίο: «Τέος Σαλαπασίδης – Μια παρουσίαση από τον Κώστα Βούλγαρη», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 87. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται εδώ από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Anne Sexton, Η Άννα που ήταν τρελή

photosexton
  
Η Άννα που ήταν τρελή,
έχω ένα μαχαίρι στη μασχάλη
Όταν στέκομαι στις μύτες των ποδιών μου
ξεχειλίζω μηνύματα
Μήπως είμαι ένας είδος μόλυνσης;
Σε έχω τρελάνει;
Μήπως έκανα τους ήχους να θυμώσουν;
Σου είπα να βγεις από το παράθυρο;
Συγχώρησε. Συγχώρησε.
Πες, όχι δεν το έκανα
Πες όχι
Πες
Πες προσευχές στο μαξιλάρι μας
Πάρε εμένα το αδέξιο 12χρονο κορίτσι
στη βυθισμένη αγκαλιά σου
Ψιθύρισε μου σαν ανθάκι
Φάε με. Φάε με σαν πουτίγκα με κρέμα.
Πάρε με μέσα σου.
Πάρε με.
Πάρε.

Δώσε μια αναφορά για την κατάσταση της ψυχής μου
Δώσε μου μια ολοκληρωμένη έκθεση για τις πράξεις μου
Δώσε μου ένα τρίφυλλο βότανο και άσε με ν’ ακούσω μέσα του
Βάλε με στους αναβολείς και φέρε τους τουρίστες
Μέτρησε τις αμαρτίες μου στη λίστα του μανάβη
και άσε με να αγοράσω
Σε τρέλανα;
Από τον τάφο γράψε μου, Άννα
Δεν είσαι τίποτα άλλο από στάχτες όμως
σήκωσε το στυλό που σου χάρισα
Γράψε μου
Γράψε.

*Μετάφραση: Μαρία Ροδοπούλου
#Σημείωση: Στα ελληνικά κυκλοφορούν αρκετές εκδόσεις με ποιήματα της Anne Sexton. Ενδεικτικά: Ποιήματα (μετάφραση Δήμητρα Σταυρίδου, Printa 2010), Ερωτικά ποιήματα (μετάφραση. Ευτυχία Παναγιώτου, Μελάνι 2010).

Wallace Stevens, Οι πεσόντες

%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%82

Ο Θεός και όλοι οι άγγελοι λικνίζουν τον κόσμο
Τώρα που το φεγγάρι ανεβαίνει με τη ζέστη
Κι οι γρύλοι βουίζουν πάλι στο γρασίδι. Το φεγγάρι
Κλαίει στο νου χαμένες αναμνήσεις.
Πλάγιασε αυτός κι ο άνεμος της νύχτας φυσάει πάνω του, εδώ.
Οι καμπάνες αργοχτυπούν. Δεν είναι ύπνος αυτός.
Είναι πόθος
Αχ ναι, πόθος… έτσι που γέρνει στο κρεβάτι του
Στους αγκώνες του στηριγμένος, στο κρεβάτι του,
Κοιτάζοντας, τα μεσάνυχτα, το μαξιλάρι που είναι μαύρο
Στο καταστροφικό δωμάτιο… πέρα απ’ την απόγνωση
Σαν ένστικτο πιο βαθύ. Τι είναι αυτό που ποθεί;
Μα αυτό δεν μπορεί να το ξέρει ο άνθρωπος που σκέπτεται,
Αλλά την ίδια τη ζωή, τον πόθο που εκπληρώνεται
Στο άλεσμα του χρόνου, κοιτάζοντας επίμονα
Ενα κεφάλι στο μαξιλάρι, στα σκοτεινά, 
Πλατύτερο από σουδάριο**, μιλώντας τη γλώσσα
Των απολύτων, ένα κεφάλι ασώματο
Με χείλη πρησμένα από ταραχές κι αντάρτικες φωνές
Το κεφάλι ενός απ’ τους πεσόντες, γερμένο
Στο μαξιλάρι ν’ αναπαυθεί και να μιλήσει
Να μιλήσει και να πει τις άσπιλες συλλαβές
Που μίλησε κάνοντας μόνο αυτό που έκανε.
Ο Θεός και όλοι οι άγγελοι, αυτός ήταν ο πόθος του,
Που το κεφάλι του τώρα θολώνει εδώ, για τέτοιο πόθο πέθανε.
Γεύση αίματος στα μαρτυρημένα χείλη του,
Ω συνταξιούχοι, ω δημαγωγοί και μισθωτές!
Αυτός ο θάνατος ήταν η πίστη του, αν και ο θάνατος είναι μία πέτρα.
Αυτός ο άνθρωπος λάτρευε τη ζωή, όχι τον παράδεισο, μέχρι τον θάνατο.
Ο άνεμος της νύχτας φυσάει πάνω σ’ αυτόν που κάνει όνειρα, σκυφτός
Πάνω σε λέξεις που είναι ο φλύαρος ήχος της ζωής.
 
*Ποίημα από την έκδοση “Ο άντρας με τη μπλε κιθάρα, Εκλογή από τα άπαντα”. Εισαγωγή-μετάφραση: Γιώργος Σπέντζος, Εκδόσεις Δωδώνη 2000
Πηγή:  e-poema.eu

Ηλίας Πετρόπουλος, Πέντε και ένα ποιήματα

Petropoulos2

1.
Καπνίζω.
Καμιά φορά φουμάρω μέχρι σαράντα τσιγάρα τη μέρα.
Συχνά, όμως, το τσιγάρο μου καίει ανώφελα, λησμονημένο στο τασάκι, ενώ αναπολώ
τις γυναίκες που αγάπησα.

2.
Γέρασα.
Καλύτερα που γέρασα
αν έτσι πρόκειται να βρω τη γαλήνη.

3.
Όλα τα δικά σου τα ξέρω.
Πώς κοιτάς όταν λες ψέματα.
Πώς κόβεις το κρέας με το μαχαίρι.
Πώς ακριβώς μυρίζει η επιδερμίδα σου.
Ακουμπώ το κεφάλι στην κοιλιά σου και
τα έντερά σου γουργουρίζουν.
Την Γυναίκα την αγαπάς στο σύνολό της, ή καθόλου.

4.
Να πάρει ο Διάολος!
Ήρθα στο Βερολίνο χωρίς να φέρω μαζί μου την όμορφη έκδοση των Memoires
του Casanova.
Ευτυχώς, δεν ξέχασα το Walden του Thoreau και την Ιλιάδα
αυτά είναι τα τρία αγαπημένα μου βιβλία.

5.
δεν εζήτησα συμβουλές και συμβουλές μου δίνουν
απρόσκλητοι συμβουλάτορες φαφλατάδες μικροαστοί
λένε λένε κι όλο προφητεύουν
τάχα θα με φάνε οι ωραίες γυναίκες
ενώ χαρά μου να με φάνε οι καλλονές
κι αλίμονο σε σας δυστυχισμένοι
που τα γεγονότα δεν σας χορταίνουν
κι η ζωή σας χτισμένη σιωπή και κακομοιριά
όσο για μένα
κρυφά την αγαπώ
και είναι ωραία και είναι αβρή και μυστικά την αγκαλιάζω
ούτε πουλί μάς βλέπει
ούτε ανθός μάς ακούει
φιλιόμαστε κι οι τοίχοι καμπυλώνουν

1.
Γλυκό μου στήριγμα, καμάρι μου και λουλούδι, τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν. Μείνε μαζί μου. θα σου μιλήσω με πάθος και δακρυσμένα μάτια για τον ουρανό της Θεσσαλονίκης, την εικοσαετή ορφάνια μου, τον ισάδελφο Τσιτσάνη, τα νοτισμένα χώματα των Χασίων, τους ολόδροσους κλώνους· για τις θεϊκές γυναίκες του Ελύτη και του Μόραλη. Ακόμη θα σου περιγράψω την δολοφονία του Ιάκωβου Πατιερίδη τον Οκτώβριο του 1944, θα σου παραστήσω πώς βαδίζουν οι ορθόδοξοι ρεμπέτες και πώς χορεύουν ζεϊμπέκικο στην ταβέρνα του Φραγκούλη στην Μπάρα. Αγάπησε με δύναμη. Αυτό αρκεί.

Hans Magnus Enzensberger, Δύο ποιήματα

geschichtederwolkeng

Πριν Την Techno Και Μετά

Ο Κύριος von Eichendorff
δεν αυτοκτόνησε.
Ο Κύριος von Eichendorff
δεν πήρε κοκαΐνη, τα έφερε βόλτα
χωρίς μονομαχίες και σχέσεις της μιας βραδιάς.
Ο Κύριος von Eichendorff
μιλούσε με ευχέρεια τα Πολωνικά
κι είχε σεμνές φιλοδοξίες.
Ο Κύριος von Eichendorff –
ασθενικά πνευμόνια, υπαλληλάκος
σε υπουργία της Πρωσίας
επί τριάντα συναπτά έτη –
ονειρευόταν μεγαλεία
στο γραφείο του, ήταν ικανός
για όλα και για τίποτα,
έζησε διακριτικά, πέθανε
κι άφησε πίσω του μερικές αράδες,
πιο ανθεκτικές από τα συντρίμμια
του Lubowitz, που στις μέρες μας ακούει στο όνομα
Rzeczpospolita Polska
στα βουλωμένα αυτιά των παιδιών μας.
μόνο μερικές αράδες,
που κάποια μέρα,
όταν αυτά αποσυρθούν,
πιθανώς να τους επιτρέψουν
να αισθανθούν
κάτι άγνωστο και αμυδρό,
που κάποτε ονομάζαμε
μελαγχολία.

——————————–

Τι Κρίμα

Ω, πάντοτε έδειχνες τη δέουσα προσοχή,
αναλάμβανες δράση εγκαίρως. Τα κόλπα
που σκάρωνες, αξέχαστα,
τρομακτική η διορατικότητά σου,
η όσφρησή σου δε, αλάνθαστη.
Μόνο που δεν είχες δράμι υπομονής
για να ατενίσεις τον ανώφελο κυματισμό της λίμνης,
ή να περιμένεις υπομονετικά καθώς σκοτείνιαζε ολοένα.

Είχες απλά άλλες έγνοιες
και καθόλου χρόνο για το ρίγος
των ακροδάχτυλων στα μαλλιά.
Δεν πήρε το μάτι σου
τον γκρίζο σκίουρο, έτσι καθώς ξεστράτιζε
στον υπόγειο.
Όπως επίσης δεν έδωσες σημασία
στην οσμή της αγάπης
που εξαπλώνεται ολόγυρα σιγά-σιγά,
για να μην πούμε λέξη
για το τρεμόσβυμα των αστερισμών
και την άνοια
που ύπουλα βάδιζε στις μύτες των ποδιών της.

Απλά δεν έδωσες τη δέουσα προσοχή.
Δεν πήρες από τίποτα χαμπάρι.


*Τα ποιήματα είναι από τη συλλογή “Η Ιστορία των Νεφών”. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.

Miroslav Holub (1923-1998), Παθολογία

holub_miroslav+1

Εδώ στου Κυρίου το στήθος αναπαύονται
οι γλώσσες των ζητιάνων,
οι πνεύμονες των στρατηγών,
οι οφθαλμοί των χαφιέδων,
τα δέρματα των μαρτύρων,

στην απολυτότητα των φακών
του μικροσκοπίου.

Φέτες ήπατος ξεφυλλίζω στην Παλιά Διαθήκη,
στα λευκά μνημεία του εγκεφάλου μελετώ
τα ιερογλυφικά της φθοράς.

Κοιτάχτε, χριστιανοί,
η Παράδεισος, η Κόλαση κι οι Ουρανοί
σε φιάλες.
Κι ούτε θρήνοι
ούτε αναστεναγμοί.
Η τέφρα μόνο βογγάει.
Άλαλη η ιστορία
ζουλιγμένη
μέσα από τριχοειδή.

Άλαλη η ισότης. Άλαλη η αδελφότης.

Κι από τις τρίχρωμες θανάσιμων βασάνων
μέρα με την ημέρα
τραβάμε
κλωστές σοφίας.

*Μετάφραση: Σπύρος Τσακνιάς.
**Από το βιβλίο: Χόλουμπ, «Επιλογή από το έργο του», Η μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1979, σελ. 18.
***Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Δημήτρης Δικαίος, Τρία ποιήματα

DSC_0145a.JPG

Αδιέξοδα στην τέχνη της ποιήσεως

Όμως,
δυσκολεύομαι,
μία γραμμή
επιτυχώς ν’ αποκληρώσω.

Τα αποσιωπητικά,
οχυρά φοβίας
και λοιπές κακοτεχνίες
έκφρασης στο αδιάβατο.

δικαία είναι
η αποβίβαση στο εφήμερο.

Υποδέχομαι
ερμηνείες χρέους σε ερείπια.

Αποσύρομαι,
γραφή ρυτιδιασμένη,
τόσο νέος,
δήθεν πλέον,
στο άψυχο σύρμα
της ακολουθίας των πράξεων.

Καλή αντάμωση.

____________________

Αλήθειας διάβημα

Παρατήρησε τους ανθρώπους.
Γέρασες κιόλας.
Είσαι από ώρας
θεατός από τους λόφους.

Βύθισε το σώμα σου ένα βράδυ,
λόγιε κηφήνα.
Νοίκιασε μνήμα
και μη μολύνεις το λιβάδι.

Άνοιξε το βήμα σου κοχλία..
έφθασες κιόλας.
Είσαι από ώρας
αρεστός στην υγρασία.

Προικισμένη μου ξυλοκαϊνη
έχεις μου τόση
ζωή νεκρώσει
που το υπόλοιπό μου εκκρίνει

βιαστική κι απροετοίμαστη
αυτοκτονία.
Μα απ’ τη μία,
θα αφόριζαν μια ασίγαστη

επιθυμητή ελευθερία
που θα ομοίαζε

μ’ ατύχημα;

_________________

Άξιον Άλας

Κάθε που βρέχει, μιλάει το χώμα.
Αλωνάρι της παγκόσμιας οσμής
που τα λίθινα χαμόγελα λασπίζει.

Κάθε που βρέχει, βαθιά πνευμόνια
λευτερώνουν τη χωμάτινη οδό.
Χαρά σ’ Εκείνη που με θήλασε Θεό!

Και κάθε φορά, βρέχει αφαίρεση.
Τα πεθαμένα χείλη, τα φύλλα ξεδιψούν.
Τα μαραμένα ποτίζει ο Γαμπρός.

Στο νεκροπόταμο τη βροχερή ημέρα,
από τον ήχο του νερού καταλαβαίνεις.

Το ροντέο της ζωής είναι στους τάφους.

*Αναδημοσίευση από τοην ιστοσελίδα του λογοτεχνικού περιοδικού “Σοδειά” στη διεύθυνση http://www.sodeia.net/

Ρωξάνη Νικολάου, Μια γυναίκα

1378294_10200560224791083_1318054102_n

Περπατά ανάμεσα από μηχανάκια κι αυτοκίνητα,
παραμιλώντας.

“Ν’ αγαπάς να μην τελειώνει
πολύχρωμα σκιρτήματα να δρασκελούν
τις πλάκες του κενού ο καιρός να ποτίζεται
από τα νεαρά που με διασχίζουν ρείθρα
δάκρυα
στάζει
ολοένα
ποντίκια πληθαίνουν στους αγωγούς”.

Μισή τη βρίσκει στο περβάζι
ο φανοστάτης κάθε σούρουπο.
Μια τέτοια ώρα εγώ, παιδί της γειτονιάς,
πήγα κοντά της:
“Τι περιμένεις;
Πάρε το σπάγκο που δένει τα παιχνίδια μου
με τους καιρούς που θα ‘ρθουν.
Ξετύλιξέ το, δέσε το με ό,τι εσύ θελήσεις”.

Από άκρη σ’ άκρη στο πρόσωπό μου
το βλέμμα της περπάτησε:

“Πόσο επηρεάζουν οι υποψίες τις μέρες μου.
Άλλος κρατάει τα μαλλιά, άλλος τα όποια
ρούχα μου κι άλλος την τελευταία απόφαση
που αναιρώ με το πρωί.
Άφωνο παράθυρο που μόνο δείχνεις
και τώρα με γελάς.
Τη μοίρα μου δεν τη χωνεύω
μα ό,τι θέλει κάνω”.

Πέρασε από δίπλα μου, δεν μ’ είδε.
Επαναληπτικά τη σημειώνουν οι βιτρίνες να φεύγει.
Μια ξαφνική νεροποντή πέφτει πάνω στις σκέψεις μου.
Ένα σκίρτημα αφήνει να σπαρταρά
κρύες σταγόνες να ραντίζει
έναν ελάχιστο, μικρούλη χρόνο.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της ποιήτριας “Ηλιόδεντρον” στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Georg Trakl, Δύο ποιήματα (Gedichte)

DIGITAL CAMERA

Η ΝΕΑΡΗ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

αφιερωμένο στον Λούντβιχ φον Φίκερ

1

Συχνά στο πηγάδι, όταν χαράζει,
την βλέπεις να στέκεται μαγεμένη
και να τραβάει νερό, όταν χαράζει.
Ανεβαίνει ο κουβάς· και κατεβαίνει.

Στις οξιές οι κάργιες πετούν
κι εκείνη μοιάζει με ίσκιο.
Ξανθά τα μαλλιά της πετούν
κι οι ποντικοί στριγκλίζουν στον κήπο.

Και ξαναμαγεμένη από την παρακμή
τα φλογισμένα βλέφαρα χαμηλώνει.
Χορτάρι ξερό η παρακμή
κάτω, στα πόδια της, κυρτώνει.

2

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

*Από τα Gedichte, 1913. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Αναδημοσίευση από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

Anarchism in the arts – Poetry and prose

images

Anarchist presses published an enormous quantity of verse—indeed, before 1960 they published more poetry than all other forms of creative writing put together. Among the finest poets of anarchism was Voltairine de Cleyre, whom Emma Goldman considered the “most gifted and brilliant anarchist woman America ever produced.” Although the anarchist themes of de Cleyre’s work were typical of her generation—tributes to revolutionary martyrs, hymns to anarchist anniversaries, and songs of workers rising against tyranny—her powerful imagery and passionate lyricism distinguished her from all her contemporaries. Other notable American poets of anarchy in the 1910s and ‘20s were Irish-born Lola Ridge; Japanese-born Sadakichi Hartmann, reputed to be the first writer of haiku in English; IWW organizer Covington Hall; and IWW songwriter and humorist T-Bone Slim (Matt Valentine Huhta), who was renowned for his anarchist aphorisms (“Wherever you find injustice, the proper form of politeness is attack”).

Sicilian-American Surrealist poet Philip Lamantia belonged to an Italian-language anarchist group in San Francisco in the 1940s and later became a leading member of the Beat movement. Kenneth Rexroth, mentor to many Beats, identified himself as an anarchist from his involvement in the 1920s in Chicago’s Dil Pickle Club, a popular forum for lectures and debates on revolutionary topics. Other anarchist-oriented Beat poets included Diane di Prima and Gary Snyder, whose manifesto “Buddhist Anarchism” (1961) proved to be one of that decade’s most influential anarchist writings. The humorous Abomunist Manifesto (1959), by African American Beat poet Bob Kaufman, also had a markedly anarchist flavour. (According to Kaufman, “Abomunists vote against everyone by not voting for anyone.”) Both the Journal and Kaufman’s Manifesto were published by City Lights press, founded with the City Lights bookshop in San Francisco in the early 1950s by the poet and anarchist sympathizer Lawrence Ferlinghetti.

Continue reading →