Poems by Janet Galbraith

524843_4707001354658_1853531878_n

‘that one’

the child stands at the door
the kitchen is warm
smells of fresh milk and tea
mother grandmother aunt
talk mention
‘the small dark woman’-
notice the child listening
looks of fear and knowing exchange
grandmother scolds
says: ‘you better watch
that one’.

that one
lies on the earth
under the hills hoist
listening and feeling
the cool damp softly humming
earth. From time to time
she opens her eyes.
White clouds mist the blue.
She rises knowing
that to bring back the dead
is a slow and gentle thing.

A shared knowing

I called my mother.
‘How are you?’
‘urr…o kay’. My mother’s tiny voice.
‘What’s wrong?’
‘Nothing’s happened…
I’ve been cleaning at Auntie Jessie’s
I just feel … urrr …’.
My mother’s fading voice.

Silence – a shared knowing.

‘I rang to read you something…
do you feel okay to listen?’
‘Yes. Yes …
If you feel okay to read’.

She turns off the telly.
Sits.
I read.
She listens.

I want to show her some sun.

‘Mum can you do something nice for yourself today?’
‘I’ll take your father’s car to Albury… he’s booked it in.’
‘Mum can you do something nice for yourself today?’
‘I’ll sit in the sun and read a book while they’re working…’

‘Mum, for you, what can you do for you today?’

‘I found some coffee I like – it’s organic, Fairtrade.
I’ll have a cup of coffee and a date…
I’ll knit’.

Your country
(for Wayne ‘Legs’ Webster)

Sitting in the Swan Hill town hall
I felt your presence
an opening door.
My spirit leapt to yours.
You felt it too.
We had huge smiles.

+++

In the pub
I noticed your legs
but most of all I noticed
the soft laughter in your skin
awash with tears.

+++

Standing by the fire
near where her ancestors had been buried
you pushed me forward
I drew in the smoke-
a gift.
The river rushed by.

+++

Driving the long road
to Bendigo
with a silent woman.
You called.
We didn’t need words.

+++

Curled in my bed.
Neither of us knowing why
as we held each other
a certain refuge circled the room.

+++

That was many nights ago – months – years.
And in this in-between we continue to touch
wounds of history
countries stolen
the contradictions of who we are.

+++

A little boy walks the street with his mother.
A white farmer approaches
holds bones of their ancestors
asks what to do.
A little boy promises his people: I will find out, I will find out.
And you did.
And you do.

+++

A bird landed on your shoulder
whilst you were fencing.
All day
it did not leave.

+++

Together we learn the medicine of listening10
the weight of hearing11
the joys of learning
another one’s ways.

+++

You are exhausted.
I put you to bed.
Big breaths into your lungs
and your voice:
I feel so safe here, so safe here.
I hold you precious against my skin.

+++

Our is not a fairy tale.
There are unshared intimacies
differences misread
tears shed
amongst attempts to understand.

+++

You visit me in hospital daily.
My case worker wants a meeting with family.
It is you who attends.

+++

You take me to Terrick Terrick
Your country
to the rock where we can see for miles
Your country
where tiny indentations hold water
Your country
where you build a fire
Your country
where we are cleansed
Your country
where the smoke sent out
bathes you in the beautiful light
of your country.

Ξαναδιαβάζοντας τη Μάτση Χατζηλαζάρου

6651DF34B4AEA8D94F8BB8C9261CEBAE

Του Γιάννη Τσιτσίμη

Απόψε πονάω σ’ όλες μου τις απογνώσεις
κάνει πολύ κρύο κάτω απ’ τη σκιά
της ζωής μου που γέρασε
βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες
είναι πληρωμένοι δολοφόνοι
ας οργανωθεί πια η σφαγή
απ’ ό,τι αγαπάω ακόμα

Από τη συλλογή Εκεί-πέρα εδώ (μέρος III) (εκδ. Ίκαρος, 1979)

Υπάρχουν κάποιες διαδρομές που στενεύουν, κλείνουν τον ορίζοντα, κι αυτές έχουν να κάνουν με την απόφαση (η το δικαίωμα) του να επιλέξει κάποιος να είναι ποιητής. Από το σημείο αυτό και μετά δεν υπάρχει επιστροφή. Και γυναίκες που βίωσαν την ποίηση ως δραματουργό, γενετήσιο και αναστάσιμο στοιχείο εντός τους, υπήρξαν ελάχιστες στη χώρα μας, ακολούθησαν δε την ίδια καταστροφική και συμπαντική διαδρομή στις περιθωριακές γειτονιές του κόσμου.

Σημείο πρώτο: μετατρέπει η ποίηση αληθινή, σπαραχτική ποίηση τη γυναίκα-δημιουργό σε στοιχείο περιθωρίου; Αν δοκιμάσουμε να δούμε την πορεία της Μαρίας Πολυδούρη, της Μάτσης Χατζηλαζάρου ή της Κατερίνας Γώγου, θα διαπιστώσουμε μία δύναμη που τις έλκει να γράφουν έως τελικής ρανίδας κι αυτή δεν είναι παρά η έλξη του τέλους, του θανάσιμου τέλους με διαφοροποιημένα τα ίχνη στη διαδρομή της καθεμιάς.

Continue reading →

Η εθνική πολιτική βιβλίου στα Τάρταρα (στην Ελλάδα)!

Screen+Shot+2014-01-15+at+5.39.18+PM

*Αιδώς Αργείοι!

Επειδή παλαιότερα στο ιστολόγιο αυτό είχα πάρει σαφή και κατηγορηματική θέση ενάντια στο κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ, αναδημοσιεύω από το ιστολόγιο του Εντευκτηρίου το παρακάτω για τις τραγικές -κατά τη γνώμη μου- εξελίξεις που ακροδεξιοί και άνθρωποι που δεν έχουν σχέση με το βιβλίο προορίζονται να αναλάβουν το χώρο του βιβλίου. Να σημειωθεί ότι προσωπικά δεν έχω καμία κομματική ή άλλη σχέση με την “Αυγή”, το ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ.

Η μαύρη αλήθεια είναι πως είχα την ψευδαίσθηση ότι, αργά ή γρήγορα, ο Σαμαράς θα αντιλαμβανόταν το τερατώδες λάθος που έκανε ο προηγούμενος αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού Κων. Τζαβάρας (τον οποίο αρέσκομαι να αποκαλώ Κίτσο Τζαβέλλα, και ο οποίος θα μνημονεύεται στην Ιστορία ―αν μνημονεύεται― μόνο και μόνο επειδή αποφάσισε την κατάργηση του ΕΚΕΒΙ, όπως ακριβώς ο Σωτήρης Κούβελας επειδή χαρακτήρισε τους ποιητές «λαπάδες») αποφασίζοντας το κλείσιμο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ). Δυστυχώς, διαψεύστηκα.

Κυκλοφόρησε χτες στο διαδίκτυο και σήμερα αναγράφεται στις εφημερίδες ότι οι δραστηριότητες που μέχρι τώρα ασκούσε το ΕΚΕΒΙ στο εξής θα ασκούνται από το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού. 

Αντιγράφω το ρεπορτάζ της Πόλυς Κρημνιώτη από σημερινή Αυγή (http://www.avgi.gr/article/1674355/i-ethniki-politiki-bibliou-sta-dixtua-tou-diktuou-21)

Continue reading →

Δημήτρης Ψαλλίδας, Σπάζοντας την κλειδαριά στου μυαλού τη φυλακή (Μέρη I και II)

psalidas

I
Με πλησίασε χαμογελαστός.
Ανυπομονησία, κυνισμός κι αμηχανία
στριμώχτηκαν στο πρόσωπο του.

«καλησπέρα φίλε μου,
απόψε θα υποφέρεις»

Σαν άκουγα τη φράση τούτη,
μηχανικά πυροδοτούνταν αντιδράσεις
στο μυαλό και στην καρδιά μου.

Σφιγμένα δόντια,
γρήγορες ανάσες
και ξεκινάμε.

Στο κάτω- κάτω,
για δύο πράγματα ήμουν βέβαιος.
Πρώτον, η ώρα ήταν έξι το απόγευμα.
Δεύτερον, θα υπέφερα πραγματικά.

II
Σαν πλημυρίζει πόνο το κορμί,
στ’ ομιχλώδες τοπίο των σκέψεων
βρίσκεις παρηγοριά.

Το μυαλό δουλεύει εντατικά,
κατασκευάζοντας
της λύτρωσης την κρύπτη.
Το μέρος που τίποτα δεν σ’ αγγίζει,
εκεί που ο χρόνος σταματά.

Θυμάσαι μοναχά,
έντονα και καθαρά,
αυτά που σε στιγμάτισαν.

Τα παιδικά σου χρόνια.
Το αγαπημένο σου κορίτσι.
Το πρώτο δάκρυ ενοχής
που μούσκεψε το μαξιλάρι σου.

Στις αναμνήσεις βουτηγμένος,
χαμογελάς,
και συνεχίζεις.

Συνέντευξη της Χλόης Κουτσουμπέλη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη

Χλόη Κουτσουμπέλη

Ποίηση είναι… Δεν θέλω έναν ακόμα ορισμό, αλλά την δική σου προσέγγιση…

Από όλα τα άνθη της πορτοκαλιάς ,ένα στα δέκα δένει πορτοκάλι. Ποίηση είναι αυτοί οι εννέα μικροί θάνατοι. Δεν είναι ένας ακόμα ορισμός, είναι βίωμα και προσέγγιση.

Έχεις ποιητικά ”πρότυπα”;

Ασυνείδητα ίσως ναι ,αφού έχω διαβάσει πολλή ποίηση, συνειδητά προσπαθώ να διαμορφώνω την δική μου φωνή.

Ποίηση και διαδίκτυο.

Πολλά τα στρείδια λίγα τα μαργαριτάρια, ωστόσο είναι χρήσιμη η εξοικείωση μίας μεγάλης μερίδας κόσμου με την ποίηση, περισσότερο καλό παρά κακό επομένως.

Ποιά άλλη Τέχνη αγαπάς εκτός από την Τεχνη του Λόγου;

Την τέχνη της ζωής.

Τρία βιβλία που σε σημάδεψαν και άλλαξαν το βλέμμα σου στα πράγματα.

Όλα είναι ψηφίδες στο απέραντο ψηφιδωτό της ψυχής ενδεικτικά θα αναφέρω Ντοστογιέφσκι, Τόμας Μαν και Προυστ. Α, και το Άσμα Ασμάτων που αφορά στην περιπλάνηση της ψυχής.

Ποίηση κι έρωτας (κι αντίστροφα)

Αλληλένδετα, αλληλεξαρτώμενα, αναπόσπαστα.

Διαβάζουν ποίηση οι νέοι σήμερα ή τη θεωρούν κάτι παρωχημένο;

Οι νέοι σήμερα δεν διαβάζουν γενικά, κάθονται μπροστά σε μία οθόνη και έτσι παίρνουν όλη την γνώση και την πληροφόρηση. Φυσικά υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις και γι’ αυτές αξίζει να παλεύουμε.

Πιστεύεις στην επίσημη Κριτική;

Ναι αν δεν επηρεάζεται και δεν κατευθύνεται από τα συμφέροντα εκδοτικών οίκων

Αν σου ζητούσαν να γράψεις τη βιογραφία ενός μόνο προσώπου… ποιό θα ήταν αυτό και γιατί;

Της Αλίκης στην χώρα των θαυμάτων. Θεωρώ ότι είναι αποκαλυπτική για την ανθρώπινη φύση.

Ποιο από τα βιβλία σου αγαπάς περισσότερο;

Κάθε φορά το τελευταίο αφού το θεωρώ πιο πλήρες από το προηγούμενο.

Η άποψή σου για τους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς;

Σπάνια έχω πάρει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, δεν μου αρέσει ίσως η έννοια του διαγωνισμού στην ποίηση, συγκρίνονται τα ποιήματα άραγε και οι ποιητές μεταξύ τους; Και ποιος είναι αρμόδιος να κρίνει;

Σε γυρνάω πίσω… θυμήσου το πρώτο-πρώτο ποίημα που έγραψες στη ζωή σου.

Δημοτικό, στα Μουδανιά που παραθερίζαμε, ήταν με ομοιοκαταληξία.

Πέντε λέξεις που πιστεύεις ότι περιγράφουν την ποίησή σου.

Βυθός, απώλεια, κύκνος, καθρέφτης, είδωλο.

Κάποιο λογοτεχνικό περιοδικό που αγαπάς.

Πολλά, ωστόσο αν πρέπει να διαλέξω θα μνημόνευα την «Πάροδο» του Κώστα Ριζάκη, που έχει όμως σταματήσει πια να εκδίδεται

Αν σου ζητούσαν να χαράξεις με τατουάζ στο χέρι σου ΕΝΑΝ ΜΟΝΟ στίχο…ποιός θα ήταν αυτός;

Αγαπώ νεκρά γιατρέ.

*Από το ιστολόγιο της Ασημίνας Ξηρογιάννη Βαρελάξκι στη διεύθυνση http://varelaki.blogspot.com

Lucy Van
 Reviews Luke Fischer’s Paths of Flight

paths-of-light

In Shakespeare’s last great poem, The Phoenix and the Turtle, the owl is banished from the allegorical proceedings of the bird funeral:

But thou, shrieking harbinger,
Foul pre-currer of the fiend,
Augur of the fever’s end,
To this troop come thou not near

Whether you read this poem as dense figural allegory, enigmatic elegy or refined coterie poem, you should mark this ironic moment of exclusion. The tradition of augury in poetry is richly prefigured here, not only in the careful inclusion and exclusion of birds, but in the deceptive formal simplicity of the stanzas. Devolving into triplets in the threnody coda, the rhythm of the poem is incantatory, reminiscent of the magic of prophetic language. Why, then, the prohibition on the augur owl?
Luke Fischer’s first collection, Paths of Flight, is deeply alert to the signs made by birds. Fischer displays an affinity with a certain notion of the ‘natural’ world, as well as a temperament for classical poetic tropes. Birds, depicted in both mythical and parochial attitudes, populate the collection. And while not every poem depicts the physical manifestations of a bird, many actually do. The owl keeps ‘vigil in a cell/ of twisted boughs’; the swift’s brow is ‘planed by supernal winds’; the punk cockatoo ‘flares his pineapple Mohawk.’ Conversely, more enigmatic figures are infused with bird-like qualities. The first line of the collection, from the poem ‘Portrait of a Thinker,’ is unequivocal: ‘His eyebrows are falcon wings/ gliding on a constant current.’ There is a certain satisfaction to be taken from such thematic consistency. Like Shakespeare’s poem, Fischer’s book takes up an allegorical mode, calling forth the presences of ‘Owl,’ ‘Swift,’ ‘Corellas,’ ‘Raven,’ and a ‘Band of Cockatoos’ through the direct titles of the poems. The collection’s undertaking as a work of augury is emphasised by its omnibus title. How do we read a bird’s flight, which once foretold the will of the gods? What is the relation between poetry and prophesy?

Continue reading →

Άννα Γρίβα, Ένα λιγότερο

petalouda

Έχω ένα κόκαλο λιγότερο
απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους
οι γιατροί δε με πιστεύουν
ούτε που βρίσκουν το κενό
είναι μια έλλειψη βαθύτερη
κι απ’ το καλύτερο εργαλείο τους

κι όλο κινείται

άλλοτε χάνω ένα σπόνδυλο
και δε μπορώ να σηκωθώ
άλλοτε βλέπετε πώς τρίζω
απ’ των καρπών μου την ευλυγισία
μα πιο συχνά συντρίβεται
το ένα μου γόνατο
αυτό που σκύβω και προσεύχομαι
και όλο ρωτούν οι άγιοι
γιατί βουλιάζω

τότες κι εγώ μαζεύω τ’ άλλα κόκαλα
όσα δε λείπουν
και τα πετώ μπροστά στα πόδια τους
για να μ’ αφήνουν να προσεύχομαι
χωρίς να δίνω εξηγήσεις
για εκείνο το άπιαστο πουλί

άπιαστο πουλί
των σωθικών μου…

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό ¨Ένεκεν¨, τεύχος 28, Απρίλιος-Ιούνιος 2013 (σελ. 133).

Γιώργος Γιαννόπουλος, Το παράπονο

maria

Άννα η γραμματική

Τις νύχτες που γράφεις γυμνή
ακούγεται το παράπονο του Μινώταυρου:

Ιδρώτας έγινα στις ράχες των παιδιών
στη σκόνη της Ανδαλουσίας
κάρπισε το αίμα μου
στης πέτρας τον λοιμό

Κάθε φορά που πατώ στη γη
οπλίζουν των κοριτσιών οι ρώγες
το σάλιο μου
στίλβει την Αριάγνη

Δεν είναι ο άνεμος που με καλεί
είναι λεμονανθοί
που ραίνουν
τη μοίρα της γραμματικής μου

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό ¨Ένεκεν¨, τεύχος 27, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013 (σελ. 105).

Δημήτρης Τρωαδίτης, η λάβα της αγάπης

ImageJ=1.42q cf=0 c0=-32768.0 c1=1.0 vunit=gray value min=23630.0 max=43483.0

η λάβα της αγάπης
χύνεται σύγκορμα
οι νύχτες σπαράζουν
ερεθισμένες
στο φως της κάμαρας
οι μηροί ανοιχτοί
ξέφωτα παράθυρα
διαλαλούν τις νότες
της πρώτης
και της τελευταίας
αγάπης

Άννα Κιμιένσκα, Στο κατώφλι του ποιήματος

1474406_1426639850903374_676200429_n

Στο κατώφλι του ποιήματος αποτίναξε τη στάχτη
τη σκόνη του μίσους απ’ την ψυχή σου
βάλε στην άκρη το πάθος
έτσι που να μη ρυπαίνεις τις λέξεις

Σ’ αυτό το διάστημα περπάτησε μόνος
και η τρυφερότητα των πραγμάτων θα σ’ αγκαλιάσει
και θα σε οδηγήσει στο σκοτάδι
σαν να έχεις χάσει το θέαμα του κόσμου

Εκεί οτιδήποτε έχει όνομα θα επιστρέψει
και θα παραμείνει λαμπερό έτσι που εγώ κι εσύ
θα μπορούσε να βρούμε ο ένας τον άλλο
σαν δυό δέντρα που είχαν χαθεί στην ομίχλη

*Απόδοση: Βασίλης Καραβίτης, εκδ. Μελάνι. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ¨Ένεκεν¨, τεύχος 28, Απρίλιος-Ιούνιος 2013.