Janet Galbraith, Your country

TerricksIsotome

(for Wayne ‘Legs’ Webster)

Sitting in the Swan Hill town hall
I felt your presence
an opening door.
My spirit leapt to yours.
You felt it too.
We had huge smiles.

+++

In the pub
I noticed your legs
but most of all I noticed
the soft laughter in your skin
awash with tears.

+++

Standing by the fire
near where her ancestors had been buried
you pushed me forward
I drew in the smoke-
a gift.
The river rushed by.

+++

Driving the long road
to Bendigo
with a silent woman.
You called.
We didn’t need words.

+++

Curled in my bed.
Neither of us knowing why
as we held each other
a certain refuge circled the room.

+++

That was many nights ago – months – years.
And in this in-between we continue to touch
wounds of history
countries stolen
the contradictions of who we are.

+++

A little boy walks the street with his mother.
A white farmer approaches
holds bones of their ancestors
asks what to do.
A little boy promises his people: I will find out, I will find out.
And you did.
And you do.

+++

A bird landed on your shoulder
whilst you were fencing.
All day
it did not leave.

+++

Together we learn the medicine of listening10
the weight of hearing11
the joys of learning
another one’s ways.

+++

You are exhausted.
I put you to bed.
Big breaths into your lungs
and your voice:
I feel so safe here, so safe here.
I hold you precious against my skin.

+++

Our is not a fairy tale.
There are unshared intimacies
differences misread
tears shed
amongst attempts to understand.

+++

You visit me in hospital daily.
My case worker wants a meeting with family.
It is you who attends.

+++

You take me to Terrick Terrick
Your country
to the rock where we can see for miles
Your country
where tiny indentations hold water
Your country
where you build a fire
Your country
where we are cleansed
Your country
where the smoke sent out
bathes you in the beautiful light
of your country.

Mario Benedetti, Φεγγάρι των φτωχών

NancyWoodextra3

Το φεγγάρι των φτωχών
χαρίζει μια γαλάζια
πινελιά στα τούβλα
και η γλώσσα του λευκή
εισχωρεί μες στο φιλί
όπως σε λαβύρινθο.
Το φεγγάρι των φτωχών
επειδή δεν νιώθει ψύχρα
πάντοτε είναι γυμνό
κι είναι χάρμα να το βλέπεις
με τον εύθραυστό του πόθο
φεγγαρόφωτης νυχτιάς.
Το φεγγάρι των φτωχών
καλύπτει ένα σεντόνι
το κορμί όποιου κοιμάται.
κι ο τροχός του ζει μαζί
με τα ψεύτικα αινίγματα
που βαραίνουν πάνω μας.
Το φεγγάρι των φτωχών
αντιθέτως / χαρίζει λάμψη
στο χρυσό, το φασουλή.
Στις ωραίες όμως νύχτες
μταμφιέζεται παριστάνοντας
το φεγγάρι των φτωχών.

*Από τη συλλογή «Papel mojado» («Νοτισμένο χαρτί») που περιλαμβάνεται στον τόμο «Inventario Tres» («Απογραφή Τρία») (1998).

Angel Cuesta, Γνώση

555911_606167389450034_1697222204_n

Αυτή που αναπνέει μέσα μου
Η γνώση της, κόκκινη και μαύρη
το τριγωνικό πρελούδιο των άστρων
η άφθαρτη ανάσα του ιαγουάρου
ο κουρασμένος καπνός της απουσίας
η μητρική γλώσσα των ερπετών
η κυκλική φωτιά των βουνών:
Αναρχικός αλιγάτορας του ονείρου

Αυτή που αναπνέει μέσα μου
φτερούγισμα των γαλαξιών
η κυψελώδης ρόδα μιας χαοτικής θάλασσας
η γραμμή του ήλιου του Ισημερινού
η ανέγγιχτη πόλη των πεσμένων
το πλανητικό σύμπαν των νερών
η αστρική φωνή ενός ανθρώπου εξεγείρεται

*Ο Angel Cuesta είναι Μεξικανός ποιητής (γεν. 1965).

Αργύρης Χιόνης, Περιγραφή ενός αισθήματος / Argyris Chionis, Description of a feeling / Descrição de uma sensação

hqdefault

Ήπιε τέσσερα διπλά και ξεροσφύρι

Στο δεύτερο μια γλυκιά μελαγχολία
Κατέλαβε τις πατούσες του
Στο τρίτο η μελαγχολία πολιόρκησε
Τα γόνατά του
Στο τέταρτο η καρδιά του εκπορθήθηκε

Σηκώθηκε και βγήκε απ’ το μπαρ
Έξω χιόνιζε ερημιά
Αν κλάψω σκέφτηκε τα δάκρυά μου
Θα λιώσουν όλο αυτό το χιόνι
Οι λάσπες όμως θά ’ναι ανυπόφορες
Κρατήθηκε

Στο δωμάτιό του οι τοίχοι κάτασπροι γυμνοί
Δεν τόλμησε να βγάλει το παλτό του
Έτσι όπως ήτανε ντυμένος
Πήρ’ ένα κόκκινο μολύβι κι άρχισε
Να ζωγραφίζει πάνω τους
Έναν ήλιο ένα πεύκο
Μια θάλασσα και μια γυναίκα
Που δεν έμοιαζε και πολύ με γυναίκα
Αλλά ήταν
Καλύτερη από τίποτα


*Από το βιβλίο «Η φωνή της σιωπής. Ποιήματα 1966-2000». Νεφέλη, Αθήνα 2006, σελ. 253.

Description of a feeling

He drank four doubles and “dry hammer”*
By the second a sweet melancholy
Seized his paws
By the third melancholy besieged
His knees
By the fourth his heart stormed
He got up and walked out of the bar
Outside it was snowing wilderness
If I cry, he thought, my tears
Will melt all this snow
But sludges will be unbearable
He kept himself
In his room the walls stark white nude
He didn’t dare take off his coat
So as he was dressed
Took a red pencil and began
Painting on them
A sun, a pine
A sea and a woman
Which didn’t look like a woman
But it was
Better than nothing

*The Greek word is xerosfyri. It is a slang word and it actually means that a heavy drinker is sometimes in a situation when there is nothing to acompany his drink ie food or so, just the drink.

**Translation: Dimitris Troaditis

Argyris Chionis, Descrição de uma sensação*

Bebeu quatro duplos e uma aguardente
No segundo uma melancolia doce
Agarra-o pelas patas
Pelo terceiro a melancolia
Sitiava-lhe já os joelhos
No quarto o coração era invadido

Levantou-se e saiu do bar
Lá fora nevava deserto
Pensou: se eu chorar as lágrimas
Derreterão toda a neve
Mas a lama seria insuportável
Conteve-se

No seu quarto entre paredes nuamente brancas
Não se atreveu a tirar o casaco
E assim vestido como estava
Pegou num lápis vermelho e começou
a pintar sobre elas
Um sol, um pinheiro
Um mar e uma mulher
Que não se parecia com uma mulher
Mas era
melhor do que nada
* Do livro “A voz do silêncio. Poemas 1966-2000 “. Nefeli, Atenas 2006, pp 253.

**Tradução em português de Emília Cerqueira, a partir da tradução em inglês realizada pelo poeta grego Dimitris Troaditis
https://tokoskino.wordpress.com/2013/10/12/αργύρης-χιόνης-περιγραφή-ενός-αισθήμ/

Νίκος Καρούζος, Aθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι

558366_206358089545493_106997001_n

Ενα σπάνιο κείμενο του Ν.Καρούζου για την Τέχνη

Ο εικοστός αιώνας πλησιάζει πια στο χρονικό του τέλος. Η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της τεχνικής, μαζί με τις κοινωνικές επαναστασεις και τις ριζικές μεταβολές εξουσίας σε όλα σχεδόν τα σημεια του πλανήτη, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως είναι το κυριότερο χαρακτηιστικό της ιστορικης φυσιογνωμίας του. Τα μεγάλα επιτευγματα της τεχνικης περιβάλλουν τον άνθρωπο του αιώνα με ένα όλωσδιόλου κάλος, που όμως τον είχε μπερδέψει σε κάποιες περιπτωσεις, αναφορικά με τη διαλεχτική συνάρτηση ζωής και ποίησης (εννοώντας μ’ αυτή την τελευταία λέξη και συνολικά την καλλιτεχνικη δημιουργία).

Ηδη το πρώτο αισθητικό κίνημα του αιώνα μας, ο φουτουρισμός, εκφράζει αυτή τη σύγχυση. Θα τη σχολιάσουμε στη σύντομη τούτη ομιλία μας, αντιμετωπίζοντας ειδικα την ταραχώδη φουτουριστική λογική, για να ξεμπλέξουμε τα πράγματα. Στις 20 Φεβρουαρίου 1909 δημοσιεύτηκε στον Παρισινό Φιγκαρό το “μανιφέστο του Φουτουρισμού” με την υπογραφή του αρχηγού του κινήματος Φίλιππου Μαρινέττι(1876-1944), ενός δαιμόνιου και έξαλλου Ιταλού γεννημένου και μεγαλωμένου στην Αλεξάνδρεια.

Σ’ αυτό το μανιφέστο που είναι ένα φανταχτερό μίγμα “μηχανολατρείας”, αντιπαρελθοντισμού και κακώς εννοούμενου Νιτσεισμού, διαβάζουμε στην υπ’ αριθμόν 4 πρόταση: “Διακηρυσσουμε πως η λαμπρότητα του κόσμου πλουτίστηκε με μια καινούργια ομορφιά: Την ομορφιά της ταχύτητας. Ενα αυτοκίνητο κούρσας(…), ένα αυτοκίνητο που μουγκρίζει τρέχοντας ωσάν βολίδα, είναι ωραιότερο από την Ν ί κ η τ η ς Σ α μ ο θ ρ ά κ η ς”

Continue reading

«Στον Αρχαίο Κόσμο Βραδιάζει Πια Νωρίς», της Χλόης Κουτσουμπέλη

66489_388080184561786_1419712469_n

«…όσο μεγαλώνω
διαλέγω πιο αιχμηρούς κονδυλοφόρους».

Η τελευταία ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη «Στον Αρχαίο Κόσμο Βραδιάζει Πια Νωρίς» ο κονδυλοφόρος της μπορεί να είναι πιο αιχμηρός – ο χρόνος ακονίζει πάντα τον ποιητικό οίστρο και τον διατηρεί κοφτερό – όμως η ποίησή της, τραυματισμένη ίσως από την ίδια της την αιχμηρότητα, είναι μια ποίηση βαθιάς ευαισθησίας.

Από τα ποιήματα ξεχώρισα ιδιαίτερα:

Το «Είδωλο» που ζει τη μοναχική του ζωή μέσα στον καθρέφτη και ουρλιάζει μήπως το ακούσουν κάποια ευαίσθητα αυτιά.
«Η Σκιά μου» που κρύβει μια μελαγχολική φιλοσοφική διάθεση.
«Η Σφίγγα» που πετρώνει και διαλύεται μπροστά στον απελπισμένο θνητό.
«Ο Θησέας» που φέρει το πένθος του ακόμα και στις στιγμές της χαράς.
«Η Παραίτηση» με έναν Οδυσσέα που ο χρόνος αδιόρατα τον έχει μετατρέψει σε Κανένα.
«Της Νεκρής Πριγκίπισσας» όπου καθετί εύθραυστο κινδυνεύει μέσα στο σκληρό μας κόσμο.
«Η Αιώνια Προδοσία» με τους προδότες-σύμβολα του συλλογικού μας ασυνείδητου.
«Η Συγγνώμη» που είναι μια πληγή που δεν λέει το όνομα της.
«Η Πηνελόπη ΙΙΙ» όπου οι άνθρωποι χάνονται μέσα σ’ ένα κόσμο πολύπλοκο που δεν μπορούν να διαχειριστούν.
«Σε Αγαπώ», ( εξαιρετικό το εύρημα) με την αγάπη να ξεδιπλώνεται αργά και δύσκολα και στο τέλος να θριαμβεύει.
«Αγαπά» (ή «Αγάπα»;) όπου το σκοτεινό θήλυ Λίλιθ με ό,τι ακατάληπτο και φοβερό σέρνει μαζί του είναι ο βαθύς πόθος του άνδρα.
«Οι Άδειες Μέρες», όπου ο μακελλάρης χρόνος σκοτώνει μέρα με τη μέρα την άδεια ζωή μας.
«Ο Τελευταίος Λουόμενος» με μια καταπληκτική τελευταία εικόνα ενός κόσμου που πεθαίνει.
«Αντιγόνη ΙV», μια εξαιρετική ψυχογραφία-πινελιά της γυναίκας.

Αναφέρω σκόρπιους στίχους με ξεχωριστό ποιητικό κάλλος:
«…κάποια βράδια το ίδιο το νησί
ξεκολλούσε από το σώμα της
και χανόταν στη μαύρη θάλασσα που άχνιζε»
(Πηνελόπη ΙV).

«…οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούν βουβά ενώ βρέχει σκοτάδι
(Φωτογραφία)

«…σήμερα δεν είναι παρά ένα δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής»
(Οδός Αριστοτέλους).

«Αφήνουν πάντα το κλειδί κάτω απ’ την ψάθα
Και μία μπαλκονόπορτα ανοιχτή
μήπως κάποιος θελήσει να πηδήξει»
(Οι Ευγενικοί Ξένοι Της Οδού Καραολή).

«Τώρα στο σώμα της κυλάει ο χρόνος
συχνά διαστέλλονται οι στιγμές
και την πονούν»
(Η Γυναίκα –Κλεψύδρα).

Συνολική εκτίμηση: Έχουμε εδώ αυθεντική ποίηση.

*Συγνώμη, αλλά αγνοώ τον/την συγγραφέα του κειμένου αυτού. Ωστόσο, μου άρεσε και το (ανα)δημοσιεύω εδώ. Όποιος/α ήθελα να με διαφωτίσει…

Άννα Αχμάτοβα, Σε θάνατο

εργατικη ταξη

Θα έρθεις σίγουρα-γιατί όχι τώρα; Σε περιμένω-για μένα πολύ δύσκολο. Έσβησα το φως κι άφησα την πόρτα ανοιχτή
Για σένα τόσο απλό και θαυμάσιο πάρε όποιο σχήμα θέλεις
Ξέσπασε σα βλήμα σκότωσέ με
Ή ακόμα ύπουλα σα ληστής με βαρίδι
Ή δηλητηρίασέ με στου τύφου τους καπνούς
Ή με μια καταγγελία σ’ όλους μέχρι αηδίας γνωστή
πάνω απ’ το μπλε πηλήκιο* να δω
απ’ το φόβο κάτασπρο το διαχειριστή. Τώρα είναι το ίδιο για μένα.
Ο ποταμός Γιενισέι** κυλάει
το πολικό αστέρι λάμπει
κι η τελευταία φρίκη κρύβει
τη γαλάζια λάμψη λατρευτών ματιών
19 Αυγούστου 1939

* Το μπλε πηλήκιο: εννοεί τη σύλληψη από τα όργανα της εξουσίας.
** Γιενισέι: ποταμός στη Σιβηρία όπου βρίσκονταν πολλά από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

***Μετάφραση: Μαρία Καρδάτου για το http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Ο Πάνος Καπώνης για τον Θωμά Γκόρπα

1382870_340565789420946_1532447722_n

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ: ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟ ΠΥΡΙΝΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Γράφει ο Πάνος Καπώνης στο βιβλίο του «Πρόσωπα στην ομίχλη” για τον Θωμά Γκόρπα:«Πιστεύω ότι μερικές φορές, κάτω από την επιφάνεια και τα φώτα, στο καταγώγιο και το σκοτάδι, ταξιδεύεις σε φωτεινά μονοπάτια. Με το ρεμπέτικο μέσα στην υγρασία των καιρών, αναδύεσαι στην έκσταση. Μες τα υπόγεια ρεύματα αναδεικνύεις καθαγιασμένη τη ψυχή σου. Αυτό έκανε ο Γκόρπας. Γνήσιος μποέμ, μπιτ ποιητής (όπως τον ονόμασαν) πριν απ΄ αυτούς, καλοσυνάτος φωνακλάς, ασυμβίβαστος, αγενής στην αστική ευγένεια, με πικρό στόμα απ΄ τα πολλά και βαριά τσιγάρα.

«Δε μετάνιωσα για κανένα απ΄ τα χιλιάδες φαρμακωμένα τσιγάρα μέσα στα καλοκαίρια» είπε (Ιανουάριος 1978), «και μετάνιωσα για τόσα ωραία πράγματα». Είπε όμως κι΄ έγραψε κι άλλα η ψυχή του Γκόρπα, που τα εμπιστεύτηκε μετά από χρόνια στους συμπατριώτες του, πιστός σε αυτό που είπε το 1957, όταν εκδόθηκε ο «Σπασμένος καιρός»: «Δεν μ΄ ενδιέφερε ποτέ η δημοσίευση της δουλειάς μου, μ΄ ενδιέφερε πάντα η δουλειά μου». Αυτό το έλεγε πάντα, το πίστευε και έτσι κάπως χάραζε και την εικόνα της ζωής του.

«Μακριά καλοκαίρια της Αθήνας με κοντομάνικο άσπρο πουκάμισο. Να γυρίζω με το τελευταίο λεωφορείο ή με ταξί του μερακλή που νοιώθει άνετος και πλούσιος και είναι. Και να μην με πιάνει ύπνος. Να καίγομαι να γράψω και να μην μπορώ. Να καίγομαι. Να λείπουν όλα. Αν δεν έλειπαν πως θα υπήρχα ακόμα; Μήπως μας αγαπάνε πεθαμένους μέσα στα ποιήματα ; Πόσα χωράνε μέσα στα ποιήματα; Πως αερίζονται, πως δροσίζονται, πως ζεσταίνονται πως κάνουν Αχχχ .…. Χωράει ένα καλοκαιρινό Ευκάλυπτο μέσα σ΄ ένα ποίημα ; Μέσα σε χίλια ποιήματα ;…».

Και αλλού στο ίδιο δοκίμιο : «Εκεί γνωριστήκαμε –φοιτητής εγώ τότε – για πρώτη φορά. Θες η κοινή καταγωγή τόπου και διαμορφούμενης για μένα στάσης ζωής; Θες το κλίμα της εποχής εκείνης μέσα από το οποίο ξεπήδησε η γενιά των ποιητών του ΄70, μας έδεσε σε μια «υπόγεια» φιλία, που ανεξάρτητα απ΄ τις δικές μου «απουσίες», έβαινε παράλληλα στον «Μεγάλο Δρόμο». Στον δρόμο που οδηγούσε πάντα στην έμπνευση, στην πάτρια γη μας, αυτόν στο Μεσολόγγι, εμένα στο Αγρίνιο και τους δυο μας στην ποίηση. Έτσι και με τη βοήθεια του Θωμά, ενσωμάτωσε η Τζένη Μαστοράκη στην Αντι Ανθολογία την πρώτη της ποιητική συλλογή «Το συναξάρι της άγιας νιότης» κι εγώ την δική μου πρώτη «Κοκτέϊλ».

Τι βράδια και κείνα. Ατέλειωτες συζητήσεις (περί πνεύματος και πνευμάτων, περί ποιητικής και ποιητών, περί επανάστασης στο Λόγο, περί πολιτικής και δικτατορίας, περί έρωτος και λαϊκής μουσικής παράδοσης κλπ-κλπ) κι ο Γκόρπας, βέρος Μεσολογγίτης με τις ρουμελιώτικες εξάρσεις του, να ανατέμνει τη ποιητική παράδοση της γενιάς του ’30, να μας διαβάζει τα κυκλοθυμικά του ποιήματα (που μετά τα συγκέντρωσε στο «Πανόραμα») και να ξεκαθαρίζει πάντα τη θέση του απέναντι στις ιδέες, την κοινωνία, τους ποιητές, την ψυχή του».

Και συνεχίζει ο Πάνος Καπώνης: «Όποιος δεν έχει ζήσει έστω και λίγο στο Μεσολόγγι, δεν μπορεί να καταλάβει ουσιαστικά τον Θωμά Γκόρπα. Αυτό το ασήκωτο βάρος της έρημης δόξας, η ατίθαση φύση του ρουμελιώτη ευαίσθητου άντρα, το δάκρυ στην άκρη της Λιμνοθάλασσας από ερωτικό καημό, τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα στα τζουκ μποξ των χρόνων εκείνων του ’50 & ’60 στα ουζερί, το μεθύσι με ούζο, το δειλινό στην Τουρλίδα, οι μοναχικοί περιπατητές που ταξιδεύουν στον ατέλειωτο δρόμο μέσα στις αλυκές που δεν οδηγεί πουθενά…

«Κι ω Ποίηση ζητιάνα των ρυθμών που δεν υπάρχουν πια προδομένη των μαγικών λέξεων που μαγαρίστηκαν από τους μαγαρισμένους κώλους… Κι ω μολόχες χάραμα κρύο νερό γλυκά φιλιά σπουργίτια ευκάλυπτα νεράντζια μούρα αγκινάρες και κεράσια τριφύλλια και σανά χρώματα ξεθωριασμένα ήχων πια άλλων αστέρων τι να κάνετε πια καημένα πώς να πολεμήσετε…»

Ο εραστής των χαμένων ποιητών

gravpl

Ένα παράξενο χόμπι έχει ο Γουόλτερ Σκολντ από το Μέιν των Ηνωμένων Πολιτειών: να επισκέπτεται τάφους ποιητών…

Ο Σκολντ μάλιστα τη Δευτέρα 7 Οκτωβρίου έφτασε τους 300 τάφους ποιητών, επισκεπτόμενος ένα νεκροταφείο στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης. Μεταξύ άλλων, έχει επισκεφθεί τους τάφους του Τ.Σ. Έλιοτ και της Σίλβια Πλαθ.

Η ημερομηνία αυτή δεν είναι τυχαία: ο Σκολντ, μαζί με 13 Αμερικανούς ποιητές, έχουν ανακηρύξει την 7η Οκτωβρίου Ημέρα Μνήμης των Νεκρών Ποιητών, μια και είναι η ημέρα της επετείου του θανάτου του Έντγκαρ Άλαν Πόε και της γέννησης του Τζέιμς Γουίτκομπ Ράιλι.
Στο πλαίσιο της φετινής Ημέρας Μνήμης, διοργανώνονται το ερχόμενο Σαββατοκύριακο αναγνώσεις ποίησης σε κοιμητήρια τεσσάρων αμερικανικών πολιτειών.

[επιμέλεια: Σ.Π.]

*Δημσιεύτηκε στο http://www.diastixo.gr/epikaira/eidiseis/1751-o-erasti-ton-xamenon-poihton Ευχαριστίες στη Μίνα Ξηρογιάννη που μας το προώθησε.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Απόντες θαμώνες

Κώστας Ηλιάκης, Υπαίθρια σπουδή (1935)

Κώστας Ηλιάκης, Υπαίθρια σπουδή (1935)

Οι χοάνες του
καθημερινού εφιάλτη
χτυπιέσαι στα τοιχώματά τους

με ενθυμήματα
και σχέδια επιστροφής
σε πρότερα τραγούδια
και στενά δρομάκια

καραδοκούν
οι μάταιοι κύκλοι
των πεπαλαιωμένων αντίλαλων

αγκαλιά με ζωγραφιές
κι αστραφτερά φώτα
στις γκαλερί του μισεμού
μ’ αποσκιρτήματα
άδειο λαϊκό καφενείο
με απόντες θαμώνες

καθώς πασχίζεις ν’ αγκαλιάσεις
τα πυρπολημένα χνάρια
της επανάστασης
απ’ τα νιάτα σου τα πρώτα.

25/6/2007