Στη Χώρα των Απόντων.
Στη Χώρα αυτής της Λογικής.
Στη Χώρα Χωρίς Φώτα.
Που και που
Η κακή λάμψη κάποιου τσεκουριού
Ή κάποιου περιπολικού
-δεν ξέρω τα μπερδεύω-
Φωτίζει κακά το γοερό κλάμα ενός παιδιού
Και κάτι φράσεις χημικές σαν..
”τώρα περνάω δυο φορές απο το σώμα μου..”
Που είναι το δικό μου.”
Σπύρος Μεϊμάρης, Παίζω το Πιάνο της Ζωής μου
Παίζω το πιάνο της ζωής μου.
Είναι κάτι σαν ποταμός που παρασύρει
τα πάντα στο διάβα του.
Δίπλα μου οι άλλοι κοιμούνται.
Τον ήξερες εσύ αυτόν τον ύπνο,
τον είχες καταλάβει από παλιά.
Δεν άλλαξε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια,
παρά μόνο προς το χειρότερο.
Γι’ αυτό κι εσύ παίζεις το σκοπό σου
χωρίς πίκρα ή τύψεις.
Όμως ο ήλιος έλαμψε, το τραγούδι φάνηκε.
Τα γύρω βουνά μου γνέφουν,
τα χέρια χτυπούν τα πλήκτρα.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.
Η Τέχνη ως εξουσιαστικός λόγος
Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο τρίτο φύλλο της εφημερίδας δρόμου “Άπατρις” (Ιούνης 2009) από το Ηράκλειο Κρήτης.
«Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς
Μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα σε πάσα ώρα
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός…»
(Α. Σικελιανός)
Με τον όρο τέχνη ορίζουμε το σύνολο της ανθρώπινης δημιουργίας με βάση την πνευματική κατανόηση, επεξεργασία και ανάπλαση, κοινών εμπειριών της καθημερινής ζωής σε σχέση με το κοινωνικό, πολιτισμικό, ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο στο οποίο διέπονται. Η τέχνη είτε στη καλλιτεχνική μορφή της ( μουσική, ποίηση, ζωγραφική, γλυπτική, κλπ ) είτε στην τεχνική εφαρμογή της ( επιστήμη, κατασκευές, επαγγελματικές εφαρμογές, κλπ) αποδίδεται σε ανθρώπινες δημιουργίες και δραστηριότητες αυθαίρετες με τη ροπή του φυσικού κόσμου. Η τέχνη μπορεί να βασίζεται σε κανόνες αλλά αυτό δεν την υποχρεώνει να τους ακολουθεί και αυτό γιατί η φαντασία του ανθρώπου δεν δεσμεύεται από κανέναν κανόνα, οδηγία, ή διαταγή. Η φαντασία δεν ορίζεται από καμία αρχή, άρα είναι άναρχη και η τέχνη είναι φαντασία.
Η τέχνη εμφανίστηκε όταν εμφανίστηκε και ο άνθρωπος, αποτέλεσε και αποτελεί την ανθρώπινη έκφραση που δεν έχει άλλο σκοπό παρά να τον συμφιλιώσει με τους όρους της ύπαρξης του, προσαρμόζοντας τον σε αυτούς, είτε εντοπίζοντας και καταδείχνοντας τους , είτε συσκοτίζοντας και αποκρύπτοντας τις πηγές των προβλημάτων καθώς και τα ίδια τα προβλήματα που βαραίνουν τον άνθρωπο και τον εγκλωβίζουν. Αυτός ο εγκλωβισμός είναι που γεννά και την ανάγκη να εισχωρήσει ο άνθρωπος σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, να ξεφύγει από το πραγματικό και μέσα από το φανταστικό καταλήγει στη καλλιτεχνική δημιουργία ή στην απόλαυση των έργων αυτής της δημιουργίας. Η τέχνη είναι απόρροια της τάσης που εκδηλώνει ο κάθε άνθρωπος να ζει διαφορετικά και να βιώσει μια άλλη εμπειρία σε σχέση με αυτή που βιώνει μέσα στη κανονικότητα που του έχουν επιβάλει οι λογής εξουσίες θεσμικές, κρατικές, κλπ.
Δημήτρης Τρωαδίτης, μικρό αποτροπιαστικό
Νάνος Βαλαωρίτης, Τροία
Στη μνήμη των πνιγμένων σε μια ακόμα κρατική δολοφονία
Πόσοι στο πέλαγος, πόσοι πνιγμένοι
κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν-
όλοι περίμεναν να σ’ αντικρύσουν.
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.
Στις αμμουδιές, θυμήσου, οι πεθαμένοι,
καθώς περνάς, γυρεύουν να μιλήσουν.
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν.
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.
Τούτη την άνοιξη, κανείς δεν ξέρει!
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.
Τ’ άλογα γύριζαν χωρίς το σώμα.
‘Οταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι,
Θε μου, πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα!
(Από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα Ι (1944-1964)”
Δημήτριος Γκόγκας, όσο διαρκούσε η ξενιτιά
Την έσυραν χιλιόμετρα μακριά
αιχμάλωτη της ξεινιτιάς
και μιας Άνοιξης που την περίμενε χρόνια
Από το γκρίζο πέτρινο σπίτι
το μάτι του παιδιού έβλεπε τα χελιδόνια
δεν ήθελε να ξανάρθουν καμία Άνοιξη
Την βάλανε γυμνή μπροστά στους δικαστές
με τις άσπρες ρόμπες
θόλωσε για μια στιγμή
(τόσες δεκάδες παιδάκια σαν δικαστές)
Της κοίταξαν τα δόντια
τα πόδια
και (αλοίμονο) τα χέρια
ποιος θα έπαιρνε εργάτη χωρίς χέρια.
Το μόνο που δεν ζήτησαν ήταν να μιλήσει
την φωνή της δεν την άκουσε κανείς
την έκλεισε μέσα στα γράμματα της Άνοιξης
κι απλώθηκε στους χρόνους της ένα χειμώνας
σαν σημαία στο πέτρινο σπίτι.
τα χελιδόνια δεν ήρθαν όσο διαρκούσε η ξενιτιά
η Άνοιξη φευγαλέα
μια ηλιακτίδα κι ύστερα ανάσα μέσα στην ανάσα
λίγο νερό, λίγο χώμα
αυτό ήταν το τραπέζι της
λίγο νερό και λίγο χώμα.
Το χέρι του παιδιού που ζητούσε
με ένα σπαθί το έκοψαν
ήταν βλακώδες αυτό που πίστευε είπαν.
Ζητιάνευε την Άνοιξη.
Κι οι δικαστές;
αχ αυτοί οι δικαστές
άλλαξαν τις ρόμπες τους
και χρόνια τώρα φορούν τα μαύρα
και κρατούν τα γρανάζια των εποχών.
Δεν το έμαθε ποτέ της
ψέλισε.
*Το ποίημα προέρχεται από το ιστολόγιο του Δημήτρίου Γκόγκα στη διεύθυνση http://gogasdimitrios.blogspot.com/2014/01/blog-post_22.html
Eleni Vakalo, Mythology of Flavors
— Mostly they aren’t from birds— The fish’s diaphanous embryo
Passes milky and unchanging into the light
Too small to have shape
And it doesn’t cause fear
If swimming you see down below the dark
Shape of the fish
It doesn’t matter that slipping from touch it escapes
It is slightly more dense than the flavor of the sea
It amasses the sea
Struggling to push it out it slowly takes shape
Later it plays
In moments of stillness it leaps from the water
Shimmering
As if the sea were tasting the sun again.
*From the “Diary of Age” (“Ημερολόγιο της Ηλικίας”). Μετάφραση από τα Ελληνικά / Translation from Greek: Karen Emmerich
Δημήτρης Τρωαδίτης, Από τις “υπολήψεις – απόπειρες”
στιγμή τέταρτη
ο ήλιος δεν ανέτειλε
ο τελευταίος υπάλληλος αναχώρησε
κι ήμουν αυτός που
έκλεισε την πόρτα πίσω του
για τελευταία φορά.
στιγμή πέμπτη
πότε ακίνητοι
πότε τρεμάμενοι
σε μέρη που λέγονται
χώροι εργασίας
κραυγές αργόσυρτες
φωνές τσαλαπατημένες
έρμαια άνωθεν αποφάσεων
σε προκρούστεια κρεβάτια
στιγμή έκτη
πότε θα συναθροίσουμε
τα δάκρυά μας
πότε θα συσπειρώσουμε
τις οιμωγές μας
πότε θα ανασηκωθούμε
από τον ανοιχτό μας τάφο
που έχει τη μορφή
σελιλόιντ ακρόασης
*Για να διαβάσετε ή να κατεβάσετε τη συλλογή πηγαίνετε εδώ: http://www.apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2738:test&catid=57:e-books&Itemid=66
Εκδόσεις/Περιοδικό Πανοπτικόν – Μια συνέντευξη
Συνέντευξη του Κώστα Δεσποινιάδη στον Γιάννη Τσιτσίμη – Περιοδικό Ένεκεν, τχ. 30, Δεκέμβριος 2013
Η ποιητική συλλογή “Kλέφτικο’ του Γ. Πρεβεδουράκη είναι τελείως διαφορετική και μη συνηθισμένη στη δομή της από τα συνήθη “ποιητικά σχέδια” της εποχής μας. Αυτός είναι και ένας λόγος που την εκδώσατε, η εκκεντρικότητα σε σχέση με το ουσιώδες περιεχόμενο σάς ώθησαν ως αφετηρία έκδοσης;
Το «τελείως διαφορετική» και «μη συνηθισμένη» που αναφέρετε, αν ισχύει, αρκεί από μόνο του για να εκδώσω ένα ποιητικό βιβλίο· αλλά αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκη «εκκεντρικότητα» (η εκκεντρικότητα πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται από απουσία περιεχομένου, γι’ αυτό και δεν μ’ αρέσει ως όρος). Μπορεί να είναι τόλμη, τάλαντο, καινοτομία. Το «Κλέφτικο» το εξέδωσα γιατί ήταν ένα ποιητικό κείμενο που μου ήρθε από τον άγνωστό μου τότε Γιώργο Πρεβεδουράκη, το οποίο με συγκίνησε βαθύτατα. Θεωρώ ότι είναι από τα σημαντικότερα ποιητικά βιβλία νέων ανθρώπων που έχουν βγει τα τελευταία χρόνια (τουλάχιστον από όσα έτυχε να δω) και περιμένω πολλά από τον άνθρωπο που το έγραψε.
Τι είναι αυτό που εσείς θα αποκαλούσατε “εκδόσιμη ποίηση” στα 2013;
Ό,τι δεν είναι παραλογοτεχνία (που δυστυχώς αφθονεί γύρω μας) θεωρώ ότι είναι καταρχήν εκδόσιμο. (Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι και πολύ καλό). Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι επειδή τις περισσότερες φορές οι ποιητές χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις εκδόσεις των βιβλίων τους (και σε ορισμένους οίκους πανάκριβα) πολλοί εκδότες είναι έτοιμοι να τυπώσουν οτιδήποτε, χωρίς κανένα κριτήριο, αρκεί ο υποψήφιος συγγραφέας να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έχω δει με τα μάτια μου Θεσσαλονικιό εκδότη να κλείνει οικονομική συμφωνία με νεαρό συγγραφέα δίχως να έχει κοιτάξει καν το δακτυλόγραφο που του προσκόμισε. Και είναι επίσης γνωστό ότι πολλοί εκδότες δεν διαβάζουν ούτε τα βιβλία που οι ίδιοι εκδίδουν…
Πόσο μακριά από την ποίηση βρίσκεται ο μέσος έλληνας αναγνώστης και ειδικά ο νέος κατά την άποψή σας; Πού οφείλεται αυτό;
Οι Έλληνες γενικά δεν διαβάζουν. Περαιτέρω, η ποίηση είναι κατ’ ουσίαν εκτός εμπορίου (αυτό βέβαια ίσως και να την σώζει με μια έννοια). Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι η εκδοτική βιομηχανία (υπάρχει και τέτοια και καταλαμβάνει το 80% της πιάτσας) έχει ρίξει το βάρος της στο μυθιστόρημα που είναι ογκωδέστερο, συνεπώς και ακριβότερο. Δεν ξέρω ποια άλλη εξήγηση μπορεί να δοθεί, γιατί κατά τεκμήριο η Ελλάδα είχε πάντοτε καλύτερους ποιητές από ό,τι πεζογράφους.
Θεωρείτε ότι οι μεγάλοι ποιητές της χώρας μας κατά τα παρελθόντα έτη στοιχειώνουν τους σύγχρονους δημιουργούς και τους οδηγούν σε τέλμα μάλλον αξεπέραστο και σε μιμητικές επαναλήψεις;
Τίποτα δεν είναι αξεπέραστο, απλώς ενώ η ματαιοδοξία πέφτει με το τουλούμι, το ταλέντο πέφτει με το σταγονόμετρο. Μεγάλοι ποιητές (και θεωρώ ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη με φειδώ) δυστυχώς βγαίνουν ελάχιστοι. Έτσι συνέβαινε πάντα. Κατά τα άλλα, μάλλον δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω πιο συγκεκριμένα στο ερώτημά σας, μιας και δεν έχω εποπτεία της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής.
Τι εκπροσωπούν λοιπόν οι εκδόσεις “Πανοπτικόν”, με ποια φιλοσοφία αναζητούν μια θέση στα βιβλιοπωλεία της ζωής μας;
Δεν εκπροσωπούν τίποτα (συγγνώμη, αλλά η λέξη εκπροσώπηση μου προκαλεί δυσφορία, σε ό,τι κι αν αναφέρεται). Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο –κυριολεκτικά– αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου. Εκδίδω λίγα βιβλία κάθε χρόνο και δεδομένου ότι δεν βιοπορίζομαι αποκλειστικά και μόνο απ’ το Πανοπτικόν (επί χρόνια η βασική πηγή βιοπορισμού μου ήταν μεταφράσεις και επιμέλειες εκδόσεων που έκανα για λογαριασμό τρίτων) έχω την πολυτέλεια να εκδίδω βιβλία που μου αρέσουν, χωρίς να λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου εμπορικά κριτήρια. Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε, στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μακάρι τα βιβλία που εκδίδω να είναι για κάποιους –όπως θα το ήθελε ο Κάφκα– τα τσεκούρια που θα σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα τους.
*Για το “Κλέφτικο” του Γιώργου πρεβεδουράκη είχα αναδημοσιεύσει και αυτό: https://tokoskino.wordpress.com/2013/05/12/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CF%80%CE%B1/
Katerina Gogou, May 25th
One morning I’ll open the door
and I’ll get out into the streets, like I did yesterday.
And I will be thinking of nothing else
but that one piece from the father and the piece from the sea,
those only pieces that they ‘ve left me with.
And the city, the city that they ‘ve left to rot.
And our friends that have been lost.
One morning I’ll open the door
straight, dead straight into the fire
and I will get out as yesterday,
shouting at them “fascists”,
erecting barricades and throwing rocks,
with a red banner held high, shining in the sun.
I’ ll open the door
and it’s not that I fear,
but, you see, I wanted to tell you that I didn’t make it on time
and that you need to learn
not to be descending to the streets without any weapons as I did,
because I didn’t make it on time,
because then you will disappear as I disappeared into vagueness,
broken into little pieces made of sea, childhood years and red banners.
One morning I’ll open the door
and I will vanish away with the dream of revolution
within the infinite loneliness of the streets on fire,
within the infinite loneliness of the paper barricades,
bearing by them a label, that you should not believe,
“Provocateur”.
*Anti-authoritarian song from Greece, based on a poem of 1978 by Katerina Gogou and remixed by DIY band “Entropia”.








