Δημήτρης Τρωαδίτης, Από τις “υπολήψεις – απόπειρες”

1507830_257442417738652_30679767_n

στιγμή δέκατη

φεύγουμε σαν το όνειρο
ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός
απ’ τη χαραμάδα του χρόνου
αποχωρώντας απ’ τη σκηνή
με φωνή αλαργινή
και δειλές φλόγες

στιγμή εντέκατη

το κορμί
πεταμένο φύλλο
κλώτσος του καθένα
ανάπηροι ήλιοι
σε αμμουδιές εγκατάλειψης
ανεστραμμένες υποστάσεις
ζεστών προσώπων
και τα εφήμερα απάγκια
κι οι σπασμένες κούκλες
των βιτρινών
μετά τη λεηλασία
και την άμπωτη
των νοθευμένων χνώτων

στιγμή δωδέκατη

να πιαστούμε από αλήτες
συννεφιασμένους
πασχίζουμε
που τα παίζουν όλα για όλα
με άδεια μπουκάλια
βλέμματα στον ουρανό
να κατεβάσει το όποιο μάννα
να διαβούμε σε ρυάκια
με βάρκα βομβαρδισμένη
αίμα ξερό και χαλασμένο

*Για να διαβάσετε ή κατεβάσετε τη συλλογή αυτή πηγαίνετε εδώ: http://www.apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2738:test&catid=57:e-books&Itemid=66

Kenneth Rexroth, Discrimination

img_4046

I don’t mind the human race.
I’ve got pretty used to them
In these past twenty-five years.
I don’t mind if they sit next
To me on streetcars, or eat
In the same restaurants, if
It’s not at the same table.
However, I don’t approve
Of a woman I respect
Dancing with one of them. I’ve
Tried asking them to my home
Without success. I shouldn’t
Care to see my own sister
Marry one. Even if she
Loved him, think of the children.
Their art is interesting,
But certainly barbarous.
I’m sure, if given a chance,
They’d kill us all in our beds.
And you must admit, they smell.

*From http://www.poemhunter.com/poem/discrimination-13/

Οι επιβάτες του «Πατρίς»

Οι επιβάτες του «Πατρίς»
αφού μαζέψαν μέρες τρεις
σ’ ένα μαντήλι
τα δάκρυα τα μεταξωτά
φύγαν και σφράγισαν μετά
μάτια και χείλη

γέφυρες πάνω στα νερά
κι αυτοί τα μαύρα τους φτερά
λευκαίνουν τώρα
τόσα φεγγάρια μακριά
θα είναι μάνα ή μητριά
η νέα χώρα;

έφυγαν άνοιξη καιρό
εδώ φθινόπωρο γερό
τα δόντια τρίζει
το θάμπος τ’ άλλου ουρανού
όσο κι αν έρχεται στο νου
δεν τους φωτίζει

Οι επιβάτες του «Πατρίς»
άλλοι αργά κι άλλοι νωρίς
έχουν αλλάξει
γέννησαν πάντρεψαν παιδιά
κάποιων φτερούγισε η καρδιά
κι έχει πετάξει.

*Τους στίχους αυτού του τραγουδιού έγραψε ο στιχουργός λαϊκορεμπέτικων και έντεχνων λαϊκών τραγουδιών και γνωστός στην Ελλάδα, Ηλίας Κατσούλης. Δημοσιεύτηκε στην αριστερή κυριακάτικη εφημερίδα «Πριν» στις 7 Μαΐου 1995, απ’ όπου και το συγκράτησα. Και φυσικά, όπως θα καταλάβατε, μιλάει για το «Πατρίς», το θρυλικό εκείνο υπερωκεάνιο που μετέφερε Έλληνες μετανάστες στην Αυστραλία το ’50 και ’60. Έχει μελοποιηθεί από τον Κρητικό λυράρη και τραγουδιστή Βασίλη Σκουκά και συμπεριλαμβάνεται στο δίσκο του «Τα Άγρια Πουλιά» (δείτε το link από πάνω).

PATRIS1

Τζούλια Φορτούνη, ευχή μητέρας

P5020004

Καλοκαίριασε βρε κορίτσι μου
Βγάλε αυτές τις βαριές μπορντώ κουρτίνες
Δεν είναι κουίντα το σαλόνι σου

Πρόλαβα και σου έραψα κάτι άλλες
Εύχομαι να είναι καλό το μάκρος

Τώρα που δεν δύναμαι άλλο τι να κάνω
Θα ήθελα να τις δω ανθισμένες

*Από την ποιητική συλλογή “Φυσικό Αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013, σελ. 20 Η Τζούλια Φορτούνη διατηρεί το ιστολόγιο Μωβ Στιγμές στη διεύθυνση http://purplestigmes.blogspot.com

Πάνος Καπώνης, Το νησί μετά την πτήση

lr_00_000417

Οι καμπύλες χάθηκαν απ΄ τη θάλασα
ανάμεσα στο κάστρο και
την απεραντοσύνη του Αιγαίου
ώσπου φώναξες ταξί.

Ο καυτός ήλιος που έλαμπε
δεν ήταν φιλτραρισμένο φως
στα κυπαρίσσια
ούτε όταν έβγαλα τα γυαλιά μου
στις διαφημίσεις του ξενοδοχείου.

Μεσαιωνικές βίγλες καρφωμένες
στον αιώνα σκιές παρελθόντων
κυμάτων ανατρίχιαζαν
στους εκκωφαντικούς ήχους της παραλίας.

Κι εσύ ως νότα ταξίδευες
στο άπειρο απέναντι στη σελίδα
του εικονογραφημένου σπιτιού
με τις νεραντζιές και τα άνθη.

Χίος, Ιούνιος 2008

*Από την ποιητική συλλογή “Κύβος”, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2011 (σελ. 44. Ο Πάνος Καπώνης διατηρεί την ιστοσελίδα http://logos.caponis.gr

Φερνάντο Αρραμπάλ, Από την “Πέτρα της τρέλλας”

download-2

Καμιά φορά, στην καρδιά του χειμώνα, το δωμάτιό μου γεμίζει ζεστασιά και μονάχα το πυρωμένο τηγάνι απομένει έξαφνα παγερό κι ο χώρος που το περιβάλλει κρύος.

Πρέπει λοιπόν να ξεμακρύνω απ’ το τηγάνι για να μπορέσω να γράψω. Κι όταν θέλω να γράψω “διάφανο” το χέρι μου χαράζει τη λέξη “αδιαπέραστο”.

*Από το βιβλίο “Η Πέτρα της τρέλλας”, εκδόσεις Αιγόκερως, 1989, σελ. 54.

Αχιλλέας Κατσαρός, Λευκάδα

Σύνθεση του Thomas Devaux

Σύνθεση του Thomas Devaux

Δεν είμαι νησί.
Δεν είμαι λεία.
Δεν είμαι θάλασσα.
 
Ροζ φωνή μες στο σκοτάδι.
 
Έλικας περιστρέφομαι 
γύρω από γαλάζια καπέλα 
γραβάτες θηλιές 
της άλωσης πεταλούδες 
γυαλιά με πράσινο αίμα.

Αιθέρα κάνω το λευκό μου, 
την έβδομη ψυχή της γάτας.
 
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://bibliotheque.gr/?p=34219&fb_action_ids=600528466683606&fb_action_types=og.likes&fb_source=other_multiline&action_object_map=%5B421952924603028%5D&action_type_map=%5B%22og.likes%22%5D&action_ref_map

Γιώργος Ρούσκας, Άυλο πύαρ, Εκδόσεις Χίλων 2013

6 - rouskas


Του Σέργιου Μαυροκέφαλου

Μας ταξιδεύουν οι ποιητές; Ιδιαίτερα, τώρα σε τούτο το μικρόψυχο καιρό, όπως θα τον αποκαλούσε ο Χέντερλιν; Χρειάζονται ακόμη, οι ποιητές; Τώρα, μες στην πραγματικότητα – κινούμενη άμμο, όπου θαρρείς ότι αργά ή γρήγορα θα καταπιεί εσένα, τον διπλανό σου και το όποιο μέλλον σας αλλά και το μέλλον των παιδιών σας; Μήπως βιώνουμε, όπως οι ήρωες του Σελίν, ένα άλλο ταξίδι στην άκρη της νύχτας, όπου οι πρώην φίλιες σχέσεις γίνονται εχθρικές; Σ’ έναν κοινωνικό ιστό που δηλητηριάζεται, διαβρώνεται, ρήγνυται, αλλά δεν εκρήγνυται – προς το παρόν – από το κέντρο μέχρι τις άκρες της χώρας μας; Η κόπωση από τη ζωή δεν είναι έκδηλη σ’ ένα πλήθος συμπεριφορών μέσα στην ελληνική κοινωνία; Κι αν, κομψά και υποκριτικά, όλα αυτά ασφυκτιούν μέσα στη λέξη αβεβαιότητα, υπάρχει γύρω μας μια διάχυτη αίσθηση πανικού και απόγνωσης σε σκέψεις και συμπεριφορές.

Κι αν ολοένα και περισσότεροι εμποδίζονται, από τα πράγματα ως έχουν, να δουν με διαύγεια το όλον της ύπαρξής μας, το παν, υπάρχουν εκείνοι – αλλά κι όλοι εμείς αν το θελήσουμε – που επιμένουν να βλέπουν καθαρά να φανερώνουν. Ίσως είναι οι πιο τυφλοί ανάμεσά μας ,οι μη ορώντες αποκλειστικά και μόνον το όποιο τηλεδάχτυλο, που διαρκώς δεικνύει και υποδεικνύει. Ίσως είναι οι ατενίζοντες κατευθείαν το φεγγάρι των ονείρων και των μύχιων πόθων μας. Όσοι δεν λησμόνησαν ότι είμαστε πλασμένοι «από το υλικό των ονείρων», όπως διαπίστωνε ο Σαίξπηρ. Όσοι θέλουν να είναι, να ζουν, όσοι είναι ερωτευμένοι με τη ζωή και δεν την προσλαμβάνουν ως μία διαρκή υπο-χρέωση, η οποία μοιραία οδηγεί στην κόπωση, στην κάθε λογής μιζέρια, στους καθημερινούς θανάτους. «τέτοια στο δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, / αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή / συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.» Αυτή, λοιπόν, η εκλεκτή συγκίνηση του Καβάφη ποιεί ζωή. Και ποιο είναι κατά τον σημερινό μας ποιητή, τον Γιώργο Ρούσκα, το πρώτο, μοναδικό ανεπανάληπτο, θεϊκό ποίημα της ζωής; Η γυναίκα. Αλλά και η ίδια η διαδικασία της γραφής είναι, για τον ποιητικό αφηγητή, από μόνη της ένα ποίημα. Είναι μια θαυμαστή διαδρομή μέσα στο ανθρώπινο σώμα, όπου μεταμορφώνεται η Ιδέα σε Λόγο.

Continue reading →

Γιάννης Υφαντής, «Κάτω απ’ το εικόνισμα των άστρων (Μάσκες του Τίποτε)»

YFANTIS_KatoApoToEikonisma

Από τις εκδόσεις Ίκαρος κυκλοφορεί η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Υφαντή, με τον τίτλο «Κάτω απ’ το εικόνισμα των άστρων (Μάσκες του Τίποτε)»

Η τελευταία του αμιγώς ποιητική συλλογή, Ναός του Κόσμου, κυκλοφόρησε το 1996. Δεκαεφτά χρόνων απόσταση, που όμως καλύπτεται, με ποιητική συνέχεια και συνέπεια, από σημαντικότατα βιβλία άλλου είδους.

Κάτω απ’ το εικόνισμα των άστρων, επειδή, στο ναό του κόσμου, το πιο θαυμαστό εικόνισμα, είναι αυτό των άστρων. Κι ακόμη, Μάσκες του Τίποτε (ο υπότιτλος), επειδή, «όλα του Μηδενός μεταμορφώσεις είναι, μάγια…», όπως έγραψε ο ποιητής, στο πρώτο κιόλας βιβλίο του, Μανθρασπέντα (1977).

Η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Υφαντή, μοιάζει πολύ με τις προηγούμενες, μα είναι συνάμα κι εντελώς διαφορετική. Περιέχοντας, εκατόν ένα ποιήματα, εκατόν ένα, πυκνά, εν ρυθμώ, παραμύθια, ή αλλιώς, 161 σελίδες παραμυθίας, που τόσο πολύ την χρειαζόμαστε σήμερα.

Ο Γιάννης Υφαντής, γεννήθηκε στη Ραΐνα Αγρινίου. Αφού έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Θεσσαλονίκη, επέστρεψε στους τόπους της καταγωγής του. Τα τελευταία χρόνια ζει στη Λευκάδα. Έργα του: Μανθρασπέντα (1977), Μυστικοί της Ανατολής (1982), Αρχαία Έδδα (1983), Ο Καθρέφτης του Πρωτέα (1986), Αθανάτου Μνήμης Σημεία (1987), Ποιήματα κεντήματα στο δέρμα του διαβόλου (1988), Ναός του Κόσμου (1996), Ο Κήπος της Ποίησης (2000), Αρχέτυπα (2001), Αλέκτωρ ο εράσμιος (2002), Το ιδεόγραμμα του φιδιού (2003), Έρως ανίκατε μάχαν (2004), Ο Γιάννης Υφαντής διαβάζει Υφαντή (CD, ΛΥΡΑ, 2009).

Anna Akhmatova, Ποιήματα

1471211_10200824148509011_2055149539_n

6
Ανάλαφρες πετούν οι εβδομάδες
Τι συνέβη, δεν καταλαβαίνω.
Πώς εσύ, γιόκα μου, στη φυλακή
Πώς σε κοίταζαν οι λευκές νύχτες
και πώς πάλι σε κοιτούν
με το καυτό γερακίσιο βλέμμα
Για τον ψηλό σου το σταυρό μιλούν Μιλούν για θάνατο 1939

9
Ήδη η τρέλα έχει μισοσκεπάσει
την ψυχή μου με τη φτερούγα της
και μου δίνει δυνατό ποτό να πιω
και με τραβάει προς τη μαύρη κοιλάδα
Κατάλαβα πως πρέπει
να αφήσω να με νικήσει όπως άκουγα στο παραλήρημά μου,
ήδη ξένο σε μένα.
Δε θα μ’ αφήσει να πάρω
τίποτα μαζί μου
(όμως την ικετεύω
όμως την ενοχλώ με προσευχή)
ούτε του γιου μου τα τρομερά μάτια
την πέτρινη υπομονή,
ούτε τη μέρα που η θύελλα ήρθε,
ούτε την ώρα της επίσκεψης στη φυλακή
ούτε τη γλυκιά δροσιά των χεριών
ούτε το θόρυβο της σκιάς στις λεύκες
ούτε το μακρινό ανάλαφρο ήχο-
την παρηγοριά των τελευταίων λόγων.

4 Μαΐου 1940

*Μετάφραση: Μαρία Καρδάτου

http://poihshkaipoihtes.blogspot.com